Ελληνίδες της διασποράς που με την παιδεία τους διακρίθηκαν και τις τίμησε η Ευρώπη. Ελληνίδες που έδωσαν για την πατρίδα τους νου, ψυχή, πλούτη και δράση. Ελληνίδες όπως η Ραλλού Καρατζά , η πρωτοπόρος σκηνοθέτης που δημιουργεί το 1817 στο Βουκουρέτσι το θεατράκι της "Ερυθράς Κρήνης". Η Ισαβέλλα Θεοτόκη-Albriggi η ξενιτεμένη Ελληνίδα Κερκυραία συγγραφέας που ανέπτυξε πολύχρονη φιλία με τον λόρδο Βύρωνα.Η Πετρεττίνη Μαρία, η διανοούμενη και πεζογράφος. που το έργο της επαινέθηκε έχοντας μεγάλη απήχηση στους Ιταλικούς πνευματικούς κύκλους.
Τα παρακάτω κείμενα είναι απ' το βιβλίο της Αγγελικής Στεργίου Ελληνίδες της Διασποράς, εκδοτικός οίκος ΑΝΔΡΟΝΑΚΗ.
πηγή: Ελληνίδες της Διασποράς, βιβλίο της Αγγελικής Στεργίου,εκδοτικός οίκος ΑΝΔΡΟΝΑΚΗ.
Στις αγωνιζόμενες γυναίκες όλου του κόσμου Τζέιμς Οπενχάιμ
Καθώς τραβάμε εμπρός, εμπρός στην ομορφιά της μέρας χιλιάδες σκοτεινές κουζίνες, χιλιάδες μαύρες φάμπρικες γεμίζουν ξάφνου με του ήλιου τη λαμπράδα γιατί ο κόσμος μας ακούει να τραγουδάμε «Ψωμί και Τριαντάφυλλα, Ψωμί και Τριαντάφυλλα» Ναι, για το Ψωμί παλεύουμε και για τα Τριαντάφυλλα. Καθώς τραβάμε εμπρός, εμπρός φέρνουμε τις μεγάλες μέρες το ξεσήκωμα των γυναικών είναι ξεσήκωμα όλης της ανθρωπότητας όχι πια σκλάβοι και τεμπέληδες, δέκα που μοχθούν για έναν που ξαπλώνει αλλά ένα δίκαιο μοίρασμα στ’ αγαθά της ζωής, «Ψωμί και Τριαντάφυλλα, Ψωμί και Τριαντάφυλλα»
Αξίζεις μιαν αγάπη της Φρίντα Κάλο "Αξίζεις μια αγάπη που να σε αγαπά ξεχτένιστη, με τα πάντα και τις αιτίες που σε σηκώνουν βιαστικά, με τα πάντα και τα δαιμόνια που δε σε αφήνουν να κοιμηθείς. Αξίζεις μια αγάπη που να σε κάνει να νιώθεις σίγουρη, που να μπορεί να καταναλώσει όλο τον κόσμο αν περπατάει χέρι με χέρι με σένα, που να νιώθει πως οι αγκαλιές σου πάνε τέλεια με το δέρμα της. Αξίζεις μια αγάπη που να θέλει να χορεύει μαζί σου, που να επισκέπτεται τον παράδεισο κάθε φορά που κοιτάει τα μάτια σου, και που δεν βαριέται ποτέ να διαβάζει τις εκφράσεις σου. Αξίζεις μια αγάπη που να σε ακούει όταν τραγουδάς, που να σε στηρίζει στα ρεζιλίκια σου, που να σέβεται ότι είσαι ελεύθερη, που να σε συνοδεύει στο πέταγμά σου, που να μην την τρομάζει η πτώση. Αξίζεις μια αγάπη που να πάρει τα ψέματα, που να σου φέρει τον ενθουσιασμό, τον καφέ και την ποίηση."
Η Σονάτα του Σεληνόφωτος" Γιάννης Ρίτσος
(Ανοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μία ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η γυναίκα με τα μαύρα έχει εκδώσει δυο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα μαύρα μιλάει στον νέο.)
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι, αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου λησμονημένα λόγια - δε θέλω να τ' ακούσω. Σώπα.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου, ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο, τόσο αδιάφορη κι αϋλη, τόσο θετική σαν μεταφυσική που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ' η φθορά του. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα, κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας μπορεί να φαντάζουμε κιόλας πως θα πετάξουμε, γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου, σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν, κι όταν κλείνεσαι μέσα σ' αυτόν τον ήχο του πετάγματος νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου, κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα, μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους, δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου, (δεν είναι τούτο η λύπη μου - η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κ' η καρδιά μου). Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα, μοναχός στη δόξα και στο θάνατο. Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει – θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε, τα κάδρα ρίχνονται σε να βουτάνε στο κενό, οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ’ τα γόνατά της ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.
Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία – λέω για την πολυθρόνα, τόσο αναπαυτική, μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει - μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι, πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα δίνω στο στιλβωτήριο της γωνιάς, ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος λικνισμένο απ’ την ίδια του ανάσα, τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυο σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου είχα μανία με τα μαντίλια, όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο, τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς με το λιόγερμα ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε οι εργάτες στο αντικρινό γιαπί ή να σκουπίσω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.
Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι ν’ απασχολώ τα δάχτυλα μου. και τώρα θυμήθηκα πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες - 8, 16, 32, 64 - κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς όλο φως και ροζ λουλούδια, (συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια – κακή συνήθεια) – 32, 64 - κ’ οι δικοί μου στήριζαν μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο. Λοιπόν, σου ‘λεγα για την πολυθρόνα – ξεκοιλιασμένη – φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα – έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο, μα που καιρός και λεφτά και διάθεση – τι να πρωτοδιορθώσεις; - έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα τα’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. εδώ κάθισαν άνθρωποι που ονειρεύθηκαν μεγάλα όνειρα, όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε, και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα δίχως να ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας τ’ Αι Νικόλα, ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ’ το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι που ‘ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων – και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε ντυμένος την αχλύ και τη δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος, πυρπολημένη απ’ τα’ αδηφάγα μάτια των αντρών κι απ’ τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων, πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα, άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο, στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα ‘βλεπα) μέτωπα, χείλη και λαιμοί, γόνατα, δάχτυλα και μάτια, στέρνα και μπράτσα και μηροί (κι αλήθεια δεν τα ‘βλεπα) - ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ό,τι θαυμάζεις, σου φθάνει ο θαυμασμός σου, - θέ μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων γιατί, έτσι πολιορκημένη απ’ έξω κι από μέσα, άλλος δε μου ‘μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. – Όχι, δε φτάνει. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με, γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη ανένδοτη, μόνη και πάναγνη, ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη, γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού, στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μείνουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. δε φτάνει. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια. Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου. Πρέπει πάντα να προσέχεις, να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε. Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ’ ανοίξεις. Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει. Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του να απ’ τους νεκρούς του να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες την άχνα της βραδιάς, είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλητη, κάτι θα τρίξει, - ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης, κάποια βήματα ακούγονται, - δεν είναι δικά μου. Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, - ή μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, - κι αν κάνεις αν κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στον άλλον καθρέφτη, πίσω απ’ τη σκόνη και τις ραγισματιές, διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου, το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή παρά να το κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο. Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο σαν κυκλικό ξυράφι – πώς να το φέρω στα χείλη μου; όσο κι αν διψώ, - πώς να το φέρω; - Βλέπεις; έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, - αυτό μου απόμεινε, αυτό με διαβεβαιώνει ακόμη πως δε λείπω. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Φορές-φορές, την ώρα πού βραδιάζει, έχω την αίσθηση πως έξω άπ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης με την γριά βαριά του αρκούδα με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο και δεν τ' αφήνουν πια να βγουν έξω μ' όλο πού πίσω απ' τούς τοίχους μαντεύουν το περπάτημα της γριάς αρκούδας – κ' η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της, μην ξέροντας για που και γιατί – έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της να διασκεδάζει τα παιδιά, τούς αργόσχολους τους απαιτητικούς και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση, την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων, στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της, την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου - έστω κ' ενός αργού θανάτου- την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ' τη σκλαβιά της.
Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι; Κ' η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της, χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλια της στις πενταροδεκάρες που τις ρίχνουνε τα ωραία και ανυποψίαστα παιδιά (ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα) και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ , ευχαριστώ. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν σα στρόγγυλα, μεγάλα μάτια πίθανων ψαριών, τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες, φύκια και όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου – δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα, δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια – ο δίσκος μου πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, - σωριάζομαι και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαίνουν και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντας τες κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες, τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;
Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί, στο βάθος του πνιγμού, κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων, απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά και μελλούμενα, μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας, κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε, μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη, κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι, τα δίνω μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου. Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να ‘ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε. Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;
Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο – τι δυνατό το στήθος σου, τι δυνατό φεγγάρι, - η πολυθρόνα, λέω – κι όταν σηκώνω το φλιτζάνι απ’ το τραπέζι μένει από κάτω μια τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω να μην κοιτάξω μέσα, - αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου – μην κοιτάξεις μέσα, είναι μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει – μην κοιτάξεις, μην κοιτάχτε, ακούστε που σας μιλάω – θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος ωραίος, ανάλαφρος – θα πέσεις, - ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι, ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές – δεν τις ακούτε;
Βαθύ βαθύ το πέσιμο, βαθύ βαθύ το ανέβασμα, το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του, βαθιά βαθιά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, - τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης, όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα, ανάσα ωκεανού. Ωραίος ανάλαφρος ο ίλιγγος τούτος, - πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα, εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα – ο εξαίσιος ίλιγγος. Έτσι κάθε απόβραδο έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες.
Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμιάν ασπιρίνη άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο πού κάνουν οι σωλήνες του νερού, ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη, ξεχνιέμαι κ' ετοιμάζω δυο - ποιος να τον πιει τον άλλον; - αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας απ' το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει με τα μαντίλια μου, τα σταβοπατημένα μου παπούτσια, τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματά μου, χωρίς καθόλου βαλίτσες - τι να τις κάνεις; - Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Όχι, δε θα ‘ρθω. Καληνύχτα. Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί επιτέλους, πρέπει να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι. Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, - όχι, όχι το φεγγάρι – την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου, την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της την πολιτεία που όλους μας αντέχει στην ράχη της με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας, με τις φιλοδοξίες, την άγνοια μας και τα γερατειά μας,- ν' ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας, να μην ακούω πια τα βήματά σου μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.
(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα ‘κρυβε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μία πολύ γνώστη μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», μόνο το πρώτο μέρος. Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ' ένα ειρωνικό κ' ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα απελευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Αϊ-Νικόλα, πριν κατεβεί τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, -ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ' το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να ‘ναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο, ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει «η παρακμή μίας εποχής». Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ' το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνιές του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; το ραδιόφωνο συνεχίζει.)
ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ «Γυναίκες»
“…Φτωχές γυναίκες,
μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες,
τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι άλλες
εκείνες του σκοινιού και του παλουκιού,
γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού,
νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά
πίσω από την αγνότητα,
την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία
πίσω απ’ την υπακοή.
Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία που
κρύβεται πίσω απ’ την κακία.
Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε
πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι,
οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε,
μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον,
γιατί τα χρόνια περνάνε…
Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, όταν μένουμε μονάχες
και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, και κρεμάμε
στην κρεμάστρα το πανωφόρι κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα
που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες
για να τους αρέσουμε –
αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο
το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο.
Αχ, γυναίκες έρημες,
κανείς δεν έμαθε ποτέ πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’
τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας.
Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο….
Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες,
τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε;
Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες,
πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους…
λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε; Τι ψάχνουμε
παλεύοντας αιώνια με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία;
Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, απ’ το αίμα και
την επανάληψη. Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή-
κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.
Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,
κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,
ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες,
κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.
Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει
γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.
Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, δε μας ξέρουν
4
ημέρες, από 4 Μάρτη έως 8 Μάρτη του 1944 η
προσφυγούπολη του Πειραιά, η Κοκκινιά
βιώνει τις πιο τραγικές μέρες της
ιστορίες της όταν οι γερμανικές δυνάμεις
σε συνεργασία με χωροφυλάκους και
ταγματασφαλίτες τη βάζουν στο στόχαστρο
τους, γιατί αντιστέκεται
σθεναρά και πεισματικά με πρωτεργάτες
το 6ο Ανεξάρτητο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ,τα
μέλη του ΕΑΜ, τους αγωνιστές της ΕΠΟΝ
και με την πλειοψηφία του λαού της
προσφυγούπολης.
Η
ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΙΑΣ
4-8 Μάρτη 1944
Στον
αγώνα που διεξάγει ο λαός κατά των
Γερμανών κατακτητών, η πάλη της Αθήνας,
του Πειραιά και των συνοικιών παίζει
κυρίαρχο κι αποφασιστικό ρόλο. Ως το
Σεπτέμβρη του 1943 ο αγώνας των πόλεων
εκδηλώνεται με σαμποτάζ, απεργίες και
μαζικές διαδηλώσεις. Μετά το Σεπτέμβρη
του 1943 ή ένταση, το βάθος κι ο συνειδητός
χαρακτήρας του αγώνα τρομάζουν τον
κατακτητή και προκαλούν την έντονη
αντίδραση των Γερμανών και των συνεργατών
τους. Το 1944 βρίσκει την Αθήνα, τον Πειραιά
και τις συνοικίες σε μια -διαρκώς
εντεινόμενη- εμπόλεμη κατάσταση. Οι
εργατικές κινητοποιήσεις της Κοκκινιάς
επιδεικνύουν ένα ιδιαιτέρως αγωνιστικό
πνεύμα, εξαιτίας της εργατικής σύνθεσης
της πόλης, της οποίας ο αγώνας έχει ως
κύρια χαρακτηριστικά τη μαζικότητα και
την οργανωμένη αντίσταση. Οι Γερμανοί
γνώριζαν πως χτυπώντας την Κοκκινιά θα
έπλητταν ολόκληρο το αγωνιστικό κίνημα.
Για το λόγο αυτό η Μάχη της Κοκκινιάς
είναι η πρώτη μεγάλη μάχη που δόθηκε σε
πόλη. Από
τις 4 έως τις 8 Μάρτη 1944 η
Κοκκινιά, η προσφυγούπολη του Πειραιά,
βίωσε κάποιες από τις πιο τραγικές μέρες
της πολύχρονης ιστορίας της. Γερμανικές
δυνάμεις σε συνεργασία με χωροφύλακες
και ταγματασφαλίτες θέτουν στο στόχαστρό
τους την πόλη, η οποία αντιστέκεται
πεισματικά με πρωτεργάτες το 6ο Ανεξάρτητο
Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, τα μέλη του ΕΑΜ,
τους αγωνιστές της ΕΠΟΝ και -κυρίως- τη
συντριπτική πλειοψηφία του λαού της
Κοκκινιάς. Στο πρόσωπο της πόλης που
ανάθρεψε πλήθος ανταρτών και διέθετε
ένα οργανωμένο αντιστασιακό κίνημα
επιχειρήθηκε από τους Ναζί και τους
συνεργάτες τους να καμφθεί το αντιστασιακό
φρόνημα του Ελληνικού λαού, που πάλευε
για εθνική απελευθέρωση, διεκδικώντας
ταυτοχρόνως να στρέψει προς όφελός του
τις μελλοντικές πολιτικές εξελίξεις.
ΤΟ
ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ Σάββατο
4 Μάρτη 1944. Χωροφύλακες
και ταγματασφαλίτες προσπαθούν να
εισβάλουν από δυο διαφορετικά σημεία
στην πόλη, αλλά μετά από πολύωρες
συγκρούσεις αναχαιτίζονται από τους
αγωνιστές του ΕΛΑΣ, οι οποίοι το ίδιο
βράδυ συγκαλούν κοινή σύσκεψη ΕΑΜιτών
κι ΕΛΑΣιτών στην Κοκκινιά κι αποφασίζουν
γενική επιφυλακή κι ενημέρωση του λαού
της πόλης. Κυριακή
5 Μάρτη 1944. Οι
Κοκκινιώτες απαντούν με μεγαλειώδες
συλλαλητήριο κατά της τρομοκρατίας
στην πλατεία του Αγίου Νικολάου. Παράλληλα
απαιτούν συσσίτιο για τα παιδιά. Στο
τέλος του συλλαλητηρίου η πόλη δέχεται
πολυμέτωπη επιδρομή, για να καταλήξει
-μετά από αιματηρές μάχες- στην οπισθοχώρηση
των Γερμανών και των ντόπιων συνεργατών
τους. Δευτέρα
6 Μάρτη 1944. Ο
Πειραιάς ξυπνά με μαζική πανεργατική
απεργία κατά της τρομοκρατίας του λαού
της Κοκκινιάς. Η συμμετοχή κι η αλληλεγγύη
των εργατών και του λαού προς τους
Κοκκινιώτες αγωνιστές είναι καθολική.
Η πόλη δέχεται σχεδιασμένη επιδρομή,
που καταλήγει -μετά την αιματοχυσία- σε
άτακτη φυγή των φασιστών. Τρίτη
7 Μάρτη 1944.
Οι επιθέσεις των Γερμανών εντείνονται.
Ο πολιορκητικός κλοιός στενεύει ασφυκτικά
γύρω απ’ την πόλη. Τα ξημερώματα
εντοπίζονται γερμανοτσολιάδες στην
οδό Θηβών. Η σάλπιγγα του ΕΛΑΣ σημαίνει
στις 6.00΄ γενική επίθεση του λαϊκού
στρατού. Γίνονται μάχες σώμα με σώμα
για την κατάληψη του κάθε δρόμου. Μέχρι
τις 11.00΄ η αντίστασή του ΕΛΑΣ έχει
καμφθεί, λόγω της έλλειψης πυρομαχικών.
Τότε παίρνεται απόφαση για γενική
αντεπίθεση με όσα πυρομαχικά έχουν
απομείνει και δίνεται εντολή -αν
χρειαστεί- να δοθεί μάχη με τις πέτρες
ή με τα χέρια. Ο ανεφοδιασμός από τις
γύρω περιοχές είναι αδύνατος, αφού η
Κοκκινιά κυκλώνεται από -περίπου- 1800
Ναζί. Οι Γερμανοί διανυκτερεύουν
στην πόλη. Τετάρτη
8 Μάρτη 1944. Οι
Ναζί κι οι ντόπιοι συνεργάτες τους
ξημερώνονται ταμπουρωμένοι στο δημοτικό
σχολείο, που βρίσκεται επί των οδών
Γρεβενών και Ραιδεστού, ενώ περιμετρικά
τους φρουρούν οπλοπολυβόλα. Κατά τη
διάρκεια της νύχτας κάνουν επιδρομές
στην πόλη, τρομοκρατούν και συλλαμβάνουν
τους Κοκκινιώτες, ερευνώντας εξονυχιστικά
τα σπίτια για μαχητές του ΕΛΑΣ και του
ΕΑΜ. Με εκφοβιστικές ανακοινώσεις από
τα δικά τους πλέον “χωνιά” επιχειρούν
-μάταια- να στρέψουν τον Κοκκινιώτικο
λαό κατά του ΕΛΑΣ, του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ.
Δηλώνουν ότι δεν θα πειράξουν κανέναν
εάν δεν τους επιτεθεί ο ΕΛΑΣ, αποκαλύπτοντας
το αίσθημα φοβίας κι ανασφάλειας
που βιώνουν οι ίδιοι μες στην αντιστασιακή
φωλιά της Κοκκινιάς.
Το ίδιο πρωί
οι ταγματασφαλίτες εκτελούν τους
συλληφθέντες της 5ης Μάρτη 1944 στην
πλατεία των Αγίων Αναργύρων. Αργά το
απόγευμα οι Ναζί αποχωρούν από την
Κοκκινιά με την κουστωδία τους,
μεταφέροντας 300 αιχμάλωτους στο Χαϊδάρι.
Ο λαός ανασαίνει προσωρινά με την
αποχώρηση του κατακτητή κι εξακολουθεί
τον αγώνα ως το επόμενο μεγάλο χτύπημα,
το περιβόητο μπλόκο της πόλης που
πραγματοποιείται στις 17 Αυγούστου 1944,
5 μήνες μετά. Ο
Γ. Πισσάνος -διοικητής και καπετάνιος
του 3ου Τάγματος του ΕΛΑΣ- χαρακτήρισε
την 7η Μάρτη 1944 σημαντική ημέρα δόξας
για την Κοκκινιά, γιατί αυτήν την
ημέρα η πόλη σφράγισε την αντιστασιακή
ιστορία της. Στην έκθεση του
6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ αναφέρεται,
επίσης, πως ήσαν απερίγραπτοι οι ηρωισμοί
των μαχητών. Εκείνο, όμως, που δημιούργησε
δέος και ξεπέρασε κάθε προσδοκία ήταν
η συμμετοχή του λαού (ανδρών, γυναικών,
εφήβων ακόμα και των παιδιών). Τρέχανε
να συνδράμουν τους τραυματίες, να βρουν
φυσίγγια, οπλίζονταν και ζητούσαν να
οργανωθούν άμεσα στον ΕΛΑΣ. Στήριξαν
την αντίσταση με απαράμιλλο θάρρος,
αίσθημα ευθύνης, αυτοθυσία και ψυχική
γενναιότητα. Οι
Γερμανοί κι οι ντόπιοι συνεργάτες τους
δεν κατόρθωσαν να πατήσουν ξανά
-οργανωμένα- το πόδι τους στην Κοκκινιά
μέχρι την 17η Αυγούστου, τη μέρα που
η πόλη ζει την κορυφαία στιγμή της
αιματοχυσίας της, το ιστορικό Μπλόκο
της Κοκκινιάς. Το “Μπλόκο” ήταν -μεταξύ
άλλων- η εκδικητική κατάληξη του δράματος
της 7ης Μάρτη, τ’ αντίποινα των
Γερμανών για την ήττα που υπέστησαν
στη Μάχη της Κοκκινιάς.
πηγή:ethniki-antistasi-dse.gr
το ακορτεόν
Στίχοι: Γιάννη Νεγρεπόντη
Μουσική: Μάνος Λοϊζος
Στη γειτονιά μου την παλιά είχα ένα φίλο
που ήξερε και έπαιζε τ' ακορντεόν
όταν τραγούδαγε φτυστός ήταν ο ήλιος
φωτιές στα χέρια του άναβε τ' ακορντεόν.
Μα ένα βράδυ σκοτεινό σαν όλα τ' άλλα
κράταγε τσίλιες παίζοντας ακορντεόν
Γερμανικά καμιόνια στάθηκαν στη μάντρα
και μια ριπή σταμάτησε τ' ακορντεόν.
Τ' αρχινισμένο σύνθημα πάντα μου μένει
όποτε ακούω από τότε ακορντεόν
κι έχει σαν στάμπα τη ζωή μου σημαδέψει
δε θα περάσει ο φασισμός
κι έχει σαν στάμπα τη ζωή μου σημαδέψει
δε θα περάσει ο φασισμός.
«Στη
ζωή με απογοητεύουν αυτοί που έχω
πιστέψει, όχι εκείνοι στους οποίους δεν
πίστεψα ποτέ»
Η Άλκη Ζέη γεννήθηκε
στην Αθήνα και πέρασε τα πρώτα παιδικά
της χρόνια στη Σάμο, απ’ όπου καταγόταν
η μητέρα της. Όταν άρχισε το σχολείο,
η οικογένειά της εγκαταστάθηκε στο
Μαρούσι και στη συνέχεια στην Αθήνα.
Σπούδασε
στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου
Αθηνών, στη Δραματική Σχολή του Ωδείου
Αθηνών και στο Κινηματογραφικό Ινστιτούτο
της Μόσχας.
Η
σχέση της με το γράψιμο ξεκίνησε από τα
γυμνασιακά της χρόνια, γράφοντας έργα
για το κουκλοθέατρο, διηγήματα και
νουβέλες, που δημοσιεύονταν σε διάφορα
λογοτεχνικά περιοδικά. Παράλληλα με το
γράψιμο, αγωνίστηκε ενεργά για την
ελευθερία, την κοινωνική δικαιοσύνη
και τη δημοκρατία, συμμετέχοντας στο
αριστερό κίνημα από τα χρόνια της
γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα. Η
συμμετοχή της σ’ αυτό τον αγώνα καθόρισε
την προσωπική ζωή της. Από το 1952 μέχρι
το 1964 έζησαν μαζί με τον άντρα της, το
θεατρικό συγγραφέα Γιώργο Σεβαστίκογλου,
σαν πολιτικοί πρόσφυγες στη Σοβιετική
Ένωση, αρχικά στην Τασκένδη και ύστερα
στη Μόσχα, όπου γεννήθηκαν και τα δυο
παιδιά τους. Επέστρεψαν στην Ελλάδα
το ’64 για να ξαναφύγουν το ’67 στο Παρίσι,
όπου παρέμειναν μέχρι τα μέσα της
δεκαετίας του '70 λόγω της δικτατορίας.
Ο
καθαρός τρόπος γραφής της, η γλωσσική
αρτιότητα, η κριτική στάση απέναντι σε
πρόσωπα και καταστάσεις, το χιούμορ και
η διεισδυτική ματιά στα γεγονότα, είναι
τα χαρακτηριστικά των έργων της Άλκης
Ζέη που το έχουν κάνει να αγαπηθεί από
το ελληνικό και το ξένο αναγνωστικό
κοινό. Η
αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα , Το
καπλάνι της βιτρίνας και Ο
μεγάλος περίπατος του Πέτρου, συμπεριλαμβάνονται
στα διαχρονικά ευπώλητα βιβλία (μπεστ
σέλλερ) της σύγχρονης ελληνικής
λογοτεχνίας.
Εκτός
από την Αρραβωνιαστικιά
του Αχιλλέα,
τα βιβλία της απευθύνονται κυρίως στα
παιδιά και τους εφήβους, πάντα όμως
διαβάζονται με μεγάλη ευχαρίστηση και
από τους ενήλικες. Εμπνέονται από
προσωπικές της εμπειρίες υφαίνοντας
την υπόθεσή τους παράλληλα με ιστορικά
γεγονότα. Τα θέματα που πραγματεύονται
είναι καθημερινά και πανανθρώπινα.
Το
Καπλάνι της βιτρίνας,
το πρώτο της μυθιστόρημα, υπήρξε έργο
- σταθμός για την ελληνική παιδική
λογοτεχνία και θεωρείται πλέον ένα
κλασικό έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας
για παιδιά, με συνεχείς επανεκδόσεις
από το 1963 που πρωτοκυκλοφόρησε στην
Ελλάδα και πολλές μεταφράσεις και
διακρίσεις στο εξωτερικό. Η Άλκη
Ζέη αποτελεί πρέσβειρα της σύγχρονης
ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό,
καθώς το σύνολο του έργου της είναι
μεταφρασμένο και κυκλοφορεί σε πολλές
χώρες ανά τον κόσμο. Η ίδια
έχει επίσης μεταφράσει από τα γαλλικά,
τα ιταλικά και τα ρωσικά αρκετά βιβλία,
ανάμεσα στα οποία έργα των Τζιάννι
Ροντάρι και Βέρα Πανόβα.
Πηγή:alkizei.com
Ένα απόσπασμα από το βιβλίο της "Το καπλάνι της βιτρίνας"ένα
κλασικό, αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα
που γράφτηκε το 1963 ενώ βρισκόταν εξόριστη,
ως πολιτικός πρόσφυγας στη Μόσχα.
"Οι
βαρετές Κυριακές, ο Ίκαρος και η προπαίδεια
Την
Κυριακή, το χειμώνα, είναι η πιο βαρετή
μέρα. Από το πρωί, η Μυρτώ κι εγώ παίζουμε,
τσακωνόμαστε, διαβάζουμε κανένα βιβλίο,
αλλά το απόγευμα, όταν αρχίζει να
σκοτεινιάζει νωρίς νωρίς, δεν ξέρουμε
τί να κάνουμε.
Τα
απογεύματα μένουμε στο σπίτι μόνες με
τον παππού. Ο μπαμπάς κι η μαμά παίζουν
χαρτιά στο σπίτι του κυρίου Περικλή,
που είναι ο διευθυντής του μπαμπά στην
τράπεζα. Η θεία Δέσποινα, η αδερφή του
παππού, πάει επίσκεψη στις φίλες της,
κι η Σταματίνα, η υπηρέτρια, έχει έξοδο.
Ο παππούς κλείνεται στο γραφείο του και
διαβάζει τους «αρχαίους» του. Έτσι λέμε,
με την αδελφή μου τη Μυρτώ, τα βιβλία
του παππού, γιατί είναι όλα Αρχαία
Ελληνικά. Πηγαίνουμε τότε στην τζαμωτή
βεράντα και κοιτάμε τη θάλασσα. Τα κύματα
σπάνε στους βράχους, πιτσιλάνε τα τζάμια
κι έτσι όπως κυλάνε οι στάλες πάνω τους,
μοιάζουν με δάκρυα. Τότε φτιάχνουμε με
τη Μυρτώ τις πιο λυπητερές ιστορίες.
Τάχα πως πέθανε ο μπαμπάς, η μαμά
ξαναπαντρεύτηκε κι ο πατριός μας είναι
πιο κακός κι από τον Δαβίδ Κόπερφιλντ.
Ή πως ο παππούς είναι ένας φτωχός
ζητιάνος, κι εμείς, ντυμένες με κουρέλια,
γυρίζουμε μαζί του μέσα στο κρύο και
ζητιανεύουμε ψωμί, από πόρτα σε πόρτα.
Αυτή
όμως την Κυριακή βαριόμασταν όλα τα
παραμύθια και τα παιχνίδια μας.
—
Δε
φτιάχνουμε μια ιστορία για το καπλάνι;
— είπα, και το μετάνιωσα αμέσως, πριν
καλά καλά τελειώσω τη φράση μου.
—
Σα
δε ντρέπεσαι! Μεγάλη ιδέα έχεις για τον
εαυτό σου — απάντησε θυμωμένα η Μυρτώ.
Για
το καπλάνι, που είναι βαλσαμωμένο μέσα
σε μια βιτρίνα, κάτω, στο μεγάλο σαλόνι,
μονάχα ο ξάδελφός μας ο Νίκος ξέρει να
διηγείται. Ο Νίκος σπουδάζει στην Αθήνα
χημικός. Κάθε καλοκαίρι έρχεται στο
νησί και πηγαίνουμε μαζί στην εξοχή,
στο Λαμαγάρι. Ξέρει ένα θαυμαστό παραμύθι
για το καπλάνι, που δεν τελειώνει ποτέ
και κάθε καλοκαίρι το συνεχίζει.
Είχε
σκοτεινιάσει για καλά. Η θάλασσα δεν
ξεχώριζε. Μονάχα ακούγαμε ένα «παφ» και
γέμιζαν τα τζάμια δάκρυα. Ο δρόμος έξω
ήταν έρημος. Ήταν σκοτεινά και φοβόμουνα.
Τότε ακούστηκαν τραγουδιστά τα μαγικά
λόγια: ΠΑ, ΒΟΥ, ΓΑ, ΔΕ, ΚΕ, ΖΩ, ΝΗ… Ήταν ο
παππούς. Όταν τέλειωνε τη μελέτη του,
έψελνε σε μια παράξενη γλώσσα που τη
λένε βυζαντινή. Μετά ο παππούς ήρθε στη
τζαμωτή, μας πήρε στην τραπεζαρία και
μας έδωσε να φάμε καρύδια με μέλι. Όταν
η Μυρτώ ζήτησε και τρίτη φορά να της
γεμίσει το πιατάκι, ο παππούς είπε:
—
Μυρτώ,
τί προτιμάς; Κι άλλα καρύδια ή να σου
διηγηθώ ένα μύθο;
—
Φυσικά,
καρύδια — απάντησε εκείνη. Αφού ο μύθος
δεν τρώγεται.
Ο
παππούς μας δεν μοιάζει με τους παππούδες
των άλλων παιδιών. Είναι ψηλός, περπατάει
κρατώντας ένα καλάμι και δεν καμπουριάζει
καθόλου. Όλοι στο νησί τον λένε «Ο ΣΟΦΟΣ».
Ξέρει όλον τον Όμηρο απέξω. Ποτέ δεν μας
λέει παραμύθια για δράκους και βασιλιάδες,
παρά μας διηγείται μύθους για τους
αρχαίους θεούς και ήρωες.
—
Λοιπόν,
θα σας πω ένα μύθο, είπε ο παππούς κι
άρχισε την ιστορία του Δαίδαλου και του
Ίκαρου.
…Ο
Ίκαρος, με τα φτερά που του έφτιαξε ο
πατέρας του, ο Δαίδαλος, άρχισε να πετά
σαν πουλί. Μα πέταξε πολύ ψηλά, σχεδόν
κοντά στον ήλιο, κι έλιωσε το κερί που
μ' αυτό ήταν κολλημένα τα φτερά του. Έτσι
έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε. Γι' αυτό
το πέλαγος, όπου έπεσε, λέγεται Ικάριον…
Μέσα
στο Ικάριο πέλαγος είναι το νησί μας.
Τί μικρό που φαίνεται πάνω στην υδρόγειο!
Σα μια μικρή τελεία. Πέρα τ' άλλα νησιά,
κι ύστερα ολόκληρη η Ελλάδα κι οι άλλες
χώρες, απέραντες ... Τί όμορφα που θα ’ναι
να πετάς! Να ’ναι, ας πούμε, μια βαρετή
Κυριακή κι εσύ να λες: δε βάζω τα φτερά
μου, να πεταχτώ, μια στιγμή, στην Ιαπωνία
ή στην Κίνα ή στην Αφρική, να δω αν τα
Γιαπωνεζάκια, τα Κινεζάκια και τα
Αραπάκια περνούνε κι αυτά βαρετές
Κυριακές; Αν παίζουν κι αυτά κουτσό,
σκοινάκι, πεντόβολα;
—
Μπορεί
στ’ αλήθεια, παππού, να πετάξει καμιά
φορά ο άνθρωπος; — ρώτησα.
—
Σαχλαμάρες!
— είπε η Μυρτώ.
—
Μπορεί.
Αν περάσουν πενήντα, ίσως εκατό χρόνια,
μπορεί να γίνει κι αυτό. Τώρα έχουμε
Γενάρη του 1936, μπορεί ώς το Γενάρη του
1986 οι άνθρωποι να πετάνε κοντά στον
ήλιο, χωρίς όμως να ξεκολλάνε τα φτερά
τους.
—
Ούουου,
ώς τότε τί να το κάνουμε; — λέει η Μυρτώ.
Εμείς θα είμαστε γριές κι έτσι κι αλλιώς
δεν θα μπορούμε να πετάμε.
Ο
παππούς τη μάλωσε πως είναι εγωίστρια.
Αν σκέφτονταν όλοι έτσι, δεν θα ’χε
γίνει καμία ανακάλυψη στον κόσμο. Οι
επιστήμονες δεν θα κουράζονταν να βρουν
τούτο ή εκείνο, αφού, ώσπου να τελειοποιηθεί
η εφεύρεσή τους, αυτοί θα έχουν πεθάνει.
—
Αλλά
οι επιστήμονες, κυρία Μυρτώ, σκέφτονται
την ανθρωπότητα κι όχι τον εαυτό τους.
Οι ίδιοι μπορεί να μην υπάρχουν, αλλά
το όνομά τους μένει αθάνατο.
—
Θα
'θελα να γίνω εφευρέτης, λέει η Μυρτώ.
—
Αν
οι... εφευρέτες ξέρανε την προπαίδεια
όπως εσύ, της είπε ο παππούς, δεν θα
γινόταν καμιά εφεύρεση στον κόσμο.
Δεν
φανταζόμασταν ότι θα τέλειωνε τόσο
άσχημα αυτή η Κυριακή. Ο παππούς άρχισε
να ρωτάει τη Μυρτώ το 7x7 κι εκείνη όλο
τα μπέρδευε. Επέμενε μάλιστα πως 7x8 κάνει
46 κι ο παππούς θύμωσε.
—
Αν
δε μάθεις την προπαίδεια απέξω κι
ανακατωτά, δεν θα πας ποτέ σου σε αληθινό
σχολείο, είπε ο παππούς και μας έστειλε
να κοιμηθούμε.
Εγώ
πηγαίνω στη Δευτέρα κι η Μυρτώ στην
Τετάρτη. Δεν πηγαίνουμε όμως σχολείο,
μας κάνει ο παππούς μάθημα στο σπίτι.
Κάθε χρόνο δίνουμε εξετάσεις, σαν
διδαχθείσες κατ’ οίκον και περνούμε
τις τάξεις. Σε δημόσιο σχολείο δεν θέλουν
να μας στείλουν, γιατί εκεί, λέει ο
παππούς, έχει τόσα παιδιά σε κάθε τάξη,
που μπορεί να περάσει μισός χρόνος και
να μη σε σηκώσουν για μάθημα. Είναι και
το ιδιωτικό σχολείο του κυρίου Καρανάση
στη γειτονιά μας, μα αυτό, λέει ο μπαμπάς,
δεν είναι «για το βαλάντιό μας».
Όταν
πέσαμε πια στα κρεβάτια μας να κοιμηθούμε,
άρχισε η Μυρτώ να λέει πως εγώ έφταιγα
που τη μάλωσε ο παππούς για την προπαίδεια,
γιατί ρώτησα αν θα μπορέσει στ' αλήθεια
να πετάξει ο άνθρωπος. Πού να ξέρω εγώ
ότι, για να πετάξει ο άνθρωπος, χρειάζεται
κανείς να ξέρει απέξω κι ανακατωτά την
προπαίδεια;
Μπορούσε,
όμως, ποτέ Κυριακάτικα να πάνε όλα καλά;
Αν πηγαίναμε σχολείο, θα μας άρεσε η
Κυριακή, που θα μέναμε στο σπίτι. Ενώ
τώρα…
—
Αχ,
να πηγαίναμε σχολείο… λέω δυνατά, αλλά
η Μυρτώ κάνει πως δεν ακούει. Τότε είπα
ακόμα πιο δυνατά:
—
ΕΥ-ΠΟ;
ΛΥ-ΠΟ;
—
ΛΥ-ΠΟ,
ΛΥ-ΠΟ, απάντησε εκείνη κάτω από τα
σκεπάσματα.
Αυτά
δεν ήταν βυζαντινά, αλλά μια δική μας
γλώσσα, που μόνο οι δυο μας την
καταλαβαίναμε. ΕΥ-ΠΟ, θα πει πολύ
ευχαριστημένη. ΛΥ-ΠΟ, πολύ λυπημένη. Αν
δεν το ρωτούσαμε κάθε βράδυ η μια στην
άλλη, δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε. Δεν
ξέρω γιατί, τις Κυριακές, σχεδόν πάντα,
απαντούσαμε ΛΥ-ΠΟ, ΛΥ-ΠΟ.
Να
'χα τώρα φτερά σαν του Ίκαρου, θα μπορούσα
να πέταγα από χώρα σε χώρα και να ρώταγα
όλα τα παιδιά του κόσμου: ΕΥ-ΠΟ; ΛΥ-ΠΟ;
[πηγή:
Άλκη Ζέη, Το
καπλάνι της βιτρίνας. Μυθιστόρημα,
Κέδρος, Αθήνα 1987, σ. 9-15]
Καλώς ορίσατε στο "Βάνα Σμπαρούνη-Vana Sbarouni-Μεταξύ μας..." Magazino
To "Βάνα Σμπαρούνη-Vana Sbarouni-Μεταξύ μας..." Magazino είναι ένας χώρος σκέψης, παρατήρησης και ειλικρινούς κουβέντας.Γράφουμε για όσα μας αγγίζουν, μας προβληματίζουν και μας ενώνουν.Ιστορίες, απόψεις και στιγμές της καθημερινότητας χωρίς φίλτρα.Ένα ψηφιακό μαγκαζίνο — απλό, ανθρώπινο και αληθινό
Το δικό μου Μεταξύ μας...
Μεταξύ μας…
γράφω για όσα δεν φαίνονται,
για όσα αισθάνομαι πριν τα καταλάβω.
Για τις μικρές στιγμές που κρύβουν μεγάλη αλήθεια.
Για τις σιωπές που μιλούν πιο καθαρά από τις λέξεις.
Για την αίσθηση ότι ο κόσμος, όσο χαοτικός κι αν μοιάζει, έχει έναν κρυφό ρυθμό.
Αν κάτι ενώνει αυτές τις σκέψεις, είναι η πίστη πως η ζωή δεν είναι τυχαία —
είναι εμπειρία, αναζήτηση και συναίσθημα μαζί.
Και ίσως αυτό να είναι το δικό μου “μεταξύ μας”…
να μοιράζομαι αυτά που με κάνουν να κοιτάζω λίγο πιο βαθιά, λίγο πιο ήσυχα, λίγο πιο αληθινά.
Από πού με διαβάζεις; 🌍
👋 Γεια σου!
Από ποια χώρα με διαβάζεις; 😊
Θα χαρώ πολύ να το μάθω στα σχόλια!
“...Άρχισα να γράφω τούτο το οδοιπορικό της ζωής μου αδέξια, άκομψα, μήπως και αγαπήσω τον εαυτό μου. Δεν ξέρω, τελικά, αν τον αγάπησα...
Θέλω να πιστεύω πως μετά από τόσα χρόνια γράφω τις αλήθειες μου, ότι ταξινομώ τις σκέψεις μου, πως παραδέχομαι τα λάθη μου. Είμαι σε μια ηλικία που αρχίζω να φοβάμαι. Αναμοχλεύω τα γεγονότα που με σημάδεψαν, τα φέρω στην επιφάνεια και να εξιλεωθώ μετά.
Της ζωής μου η βόλτα είχε πολλές συννεφιές, μπόρες, μονοπάτια που τα διάβηκα με πολλές τραυματικές εμπειρίες και γρατσουνιές. Καθώς περνούν τα χρόνια και βαραίνουν την πλάτη μου όλο και πληθαίνουν οι κριτές της συνείδησής μου που με δικάζουν και με καταδικάζουν. Αναλογίζομαι τα πρωτινά μου λάθη και τα κουβεντιάζω με τον εαυτό μου με λιγότερες δυνατές φωνές. Κοιτάζω τον ήλιο με άλλα μάτια και με θαμπώνουν τα σφάλματά μου, αυτά που ζωγραφίζονται στο δίσκο του πιο ξεκάθαρα, σε μεγεθυντικούς φακούς..
Πόσα θέλω να πω, αχ πόσα...! Να πω όλα αυτά που έχω θαμμένα μέσα μου, αυτά που τα έλεγα στον εαυτό μου, τις ώρες που έμενα μόνη ή στον ύπνο μου στα όνειρά μου τα ξέμπαρκα τα πεθαμένα σε μια αμμουδιά... Να πω όλα αυτά που τα κρατούσα χρόνια τώρα και ξαφνικά σαν ένας χείμαρρος, θέλησαν να ξεχυθούν και να βγουν πάνω στο χαρτί.
Έζησα μια ζωή που το μόνο μου επίτευγμα ήταν οι κακές επιλογές μου. Μια απ' αυτές ήταν και εκείνος...”
Γεννήθηκα στην Πάτρα και η καταγωγή μου είναι απ' το Ευπάλιο της Φωκίδας. Η μεγάλη αγάπη μου για τη μουσική μ' έκανε μια μέρα να διαβώ το κατώφλι του ωδείου και να ξεκινήσω μαθήματα κλασικής κιθάρας καθώς και θεωρία της μουσικής.
Η μουσική ήταν για μένα η πιο σπουδαία δασκάλα που είχα ποτέ στη ζωή μου, η πιο όμορφη συντροφιά και παρηγοριά στους αγώνες της γενιάς μου για δημοκρατία, παιδεία, ελευθερία. Αυτή μου έμαθε ν' αφουγκράζομαι τα ανθρώπινα, να σεργιανάω στις γειτονιές του κόσμου, να γίνομαι ένα με τους λαϊκούς ανθρώπους και να τραγουδάμε μαζί τους πόνους, τις χαρές, τις ελπίδες και τους ανεκπλήρωτους πόθους μας.
Μια μέρα εκεί σε κάποιο σεργιάνι μου σε μια γειτονιά, εντελώς ξαφνικά άρχισα να καταγράφω δειλά πάνω σ' ένα τετράδιο πενταγράμμου τις ιστορίες που άκουγα. Χωρίς να το καταλάβω, η περιπέτεια αυτή η μαγική της συγγραφής για μένα ήδη είχε ξεκινήσει. Έτσι το 2004 με τη φίλη μου τη Γεωργία Σταυριανέα γεννήθηκε το πρώτο βιβλίο με τίτλο «Μην ξεχάσεις το κλειδί πάνω στην πόρτα» απ' τις εκδόσεις Βεργίνα και το 2007, το δεύτερο, πάλι με τη φίλη μου τη Γεωργία Σταυριανέα, με τίτλο «Ο χορός των θεριστών» απ' τις εκδόσεις Υδρόγειος. «Το ξύλινο βήμα της Αυγής» είναι η τρίτη, αυτή τη φορά, προσωπική, συγγραφική μου προσπάθεια.
Επισκεφτείτε τη σελίδα μου στο facebook:Βάνα Σμπαρούνη.