Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2022

Μαίρη Τριβιζά-Εικαστικός- Μια μικρή παρουσίαση του έργου της.



"Οι ζωγραφικοί πίνακες έχουν μια

δική τους ζωή που πηγάζει από την

ψυχή του καλλιτέχνη" Β.Βαν Γκόγκ

Αυτή η κουβέντα του Βάν Γκόγκ ηχεί στ' αυτιά μου κάθε φορά που αντικρίζω ένα ζωγραφικό πίνακα της Μαίρης Τριβιζά.Ίσως γιατί έχει έναν μοναδικό τρόπο να δίνει σε κάθε ζωγραφιά της τη

δική της ανάσα και να γράφει τη δική της ιστορία.Κάθε φορά η Μαίρη Τριβιζά μέσα απ' τις εσωτερικές διαδρομές της,τις αγωνίες και τις παύσεις της,γράφει-ζωγραφίζει και ένα μονόπρακτο...

που αν ενώσεις όλα τα βήματά τους είναι σίγουρο πως θα σε βγάλουν σε όλα εκείνα τα ξέφωτα, τα ξάγναντα που φωνάζουν ΖΩΗ!

Στη Μαίρη τη φίλη απ' τα χρόνια της αθωότητας

Τρυφερά κι αγαπημένα

Βάνα Σμπαρούνη


Continue Reading
Δεν υπάρχουν σχόλια
Share:

Τρίτη 23 Ιουνίου 2020

Ο "Μυστικός Δείπνος" του Λεονάρντο Ντα Βίντσι και τι συμβολίζει

φωτό:https://www.arting.gr/

Ο "Μυστικός Δείπνος" του μεγάλου ζωγράφου Λεονάρντο Ντα Βίντσι άραγε τι συμβολίζει; Ποιο μπορεί να είναι το μυστικό του; Μήπως περιέχει κάποιο αστρολογικό γρίφο ή μήπως αποτελεί ένα μουσικό ύμνο στο θεό;

Λεονάρντο ντα Βίντσι (Leonardo di ser Piero da Vinci), «Ο Μυστικός Δείπνος»

Στην τραπεζαρία του μοναστηριού Σάντα Μαρία Ντέλε Γράτσιε-Παναγία της Χάριτος στο Μιλάνο βρίσκεται και εκτίθεται η σπάνια νωπογραφία του Λεονάρντο Ντα Βίντσι ο «Μυστικός Δείπνος». Πρόκειται για μια τοιχογραφία του 15ου αιώνα που αναπαριστά το Μυστικό Δείπνο του Ιησού με τους μαθητές του, τη στιγμή που τους ανακοινώνει ότι κάποιος από αυτούς θα τον προδώσει. Ο γνωστός και πανίσχυρος παράγοντας της εποχής Δούκας Λουντοβίκο Σφόρτσα παράγγειλε τον πίνακα στον μεγάλο ζωγράφο Λεονάρντο για το συγκεκριμένο κτήριο που επιθυμούσε αρχικά να γίνει μαυσωλείο της οικογενείας του.

Ο τοίχος τον οποίο επέλεξε ο σπουδαίος ζωγράφος για να φτιάξει το αριστούργημά του είναι πάντα υγρός καθώς βρίσκεται πάνω από ένα υπόγειο ρυάκι και ήταν για πολλά χρόνια εκτεθειμένος στον άνεμο και στη βροχή. Το αριστούργημα του Ντα Βίντσι όπως είναι φυσικό έχει υποστεί φθορά, αν και ο καλλιτέχνης αφιέρωσε πολύ χρόνο για τη δημιουργία του φτιάχνοντας δικά του χρώματα και υλικά για να ζωγραφίσει τον τοίχο εφαρμόζοντας την τεχνοτροπία buonfresco  και αυτός είναι ένας από τους λόγους που κάνουν το συγκεκριμένο έργο τόσο ξεχωριστό.

Ο Ντα Βίντσι όταν εργαζόταν είχε συντροφιά διάφορους περαστικούς και άλλους με τους οποίους συζητούσε και ανέλυε το έργο του καθώς δημιουργούσε. Μάλιστα ένας από αυτούς τους τόσο «τυχερούς θεατές» ως αυτόπτης μάρτυρας αναφέρει τα εξής για τον Λεονάρντο:

«Μερικές φορές στεκόταν εκεί από τα χαράματα μέχρι τη δύση του ηλίου,χωρίς να αφήνει καθόλου το πινέλο, ξεχνώντας να φάει και να πιει,ζωγραφίζοντας ακατάπαυστα. ‘Αλλες φορές πάλι είχε δύο, τρεις ή τέσσερις μέρες να αγγίξει το πινέλο και περνούσε πολλές ώρες την ημέρα όρθιος μπροστά στο έργο του, με τα χέρια διπλωμένα,εξετάζοντας και σχολιάζοντας τις φιγούρες. Επίσης τον είδα μεσημεριάτικα να αφήνει την Κόρτε Βέικια, όπου εργαζόταν στο πήλινο άλογό του και σπρωγμένος από ακαταμάχητο οίστρο,να έρχεται κατευθείαν στη Σάντα Μαρία Ντέλε Γκράτσιε,αγνοώντας το λιoπύρι, να ανεβαίνει στη σκαλωσιά, να παίρνει το πινέλο του, να βάζει μια δυο πινελιές και μετά να φεύγει.»

Οι ερμηνείες που έχουν δοθεί από ειδικούς για τον πίνακα του Leonardo da Vinci έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Επιστρέφοντας στην τοιχογραφία, μπορούμε να παρατηρήσουμε με προσοχή την εικόνα που παρουσιάζει τον Ιησού ν’ ανακοινώνει την επικείμενη προδοσία στους μαθητές του τα πρόσωπα και τα σώματα των οποίων έχουν ποικιλία συναισθημάτων, όπως θυμό ,έκπληξη, αιφνιδιασμό και λύπη.

Παρατηρώντας τους 12 Αποστόλους από αριστερά προς τα δεξιά βλέπουμε τον Βαρθολομαίο,τον Ιάκωβο και τον Ανδρέα να  είναι και οι τρεις φανερά έκπληκτοι. Στη συνέχεια ο Ιούδας ο Ισκαριώτης,ο Πέτρος και ο Ιωάννης. Ξεχωρίζει βέβαια ο Ιούδας καθώς είναι φανερά αιφνιδιασμένος από την ξαφνική αποκάλυψη του σχεδίου του και το κεφάλι του βρίσκεται πιο χαμηλά από όλων των άλλων στο τραπέζι και ο αγκώνας του το ακουμπά. Ολοφάνερα η ταραχή του μαρτυρά την ενοχή του.

Σύμφωνα με την Ιταλίδα ερευνήτρια Σαμπρίνα Σφόρτσα Γκαλίτσια το μυστικό του πίνακα περιέχει έναν μαθηματικό αστρολογικό γρίφο, τον οποίο η ίδια κατάφερε να αποκρυπτογραφήσει. Πρόκειται για τη συντέλεια του κόσμου που θα έρθει σύμφωνα με αυτήν την αποκρυπτογράφηση την 1η Νοεμβρίου του 4006 και οχτώ μήνες μετά την αρχή μιας παγκόσμιας πλημμύρας.

‘Ενας άλλος ερευνητής ο Ιταλός μουσικός Τζιοβάνι Μαρία Πάλα θεωρεί ότι ο πίνακας αποτελεί έναν μουσικό ύμνο στο Θεό διάρκειας σαράντα δευτερολέπτων όπου τις νότες αναπαριστούν τα καρβέλια ψωμιού του πίνακα.

Oποιες και να είναι οι ερμηνείες είτε οι θεωρίες για το τι μπορεί να συμβολίζει το έργο του σπουδαίου ζωγράφου το μόνο βέβαιο είναι ότι πρόκειται για ένα αριστούργημα το οποίο έγινε με απόλυτη σοφία και είναι μοναδικό.


πηγή:https://www.alltimeclassic.net/






Ο Μυστικός Δείπνος (ιταλ. Il Cenacolo ή L'Ultima Cena) είναι τοιχογραφία του 15ου αιώνα, δημιουργημένη από τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Βρίσκεται στο Μιλάνο της Ιταλίας, στην τραπεζαρία του μοναστηριού Σάντα Μαρία ντέλλε Γκράτσιε (Santa Maria delle Grazie - Παναγία της Χάριτος), αν και η δημιουργία του έγινε ως παραγγελία από τον δούκα Λουδοβίκο Σφόρτσα, που επιθυμούσε αρχικά το κτήριο να αποτελέσει το μαυσωλείο της οικογένειάς του. Αποτελεί, το μεγαλύτερο έργο του Λεονάρντο και τη μοναδική νωπογραφία του που μας έχει σωθεί.[1] Ένα από τα σημαντικότερα και πολυτιμότερα έργα στην ιστορία της τέχνης και ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα και αναπαραχθέντα έργα ζωγραφικής.

Συνθήκες κατασκευής

Ο Λεονάρντο εργαζόταν παρουσία θεατών με τους οποίους συζητούσε καθώς ζωγράφιζε. Ένας αυτόπτης μάρτυρας αναφέρει πως Μερικές φορές στεκόταν εκεί από τα χαράματα μέχρι τη δύση του ηλίου,χωρίς να αφήνει καθόλου το πινέλο, ξεχνώντας να φάει και να πιει,ζωγραφίζοντας ακατάπαυστα. Αλλες φορές πάλι είχε δύο, τρεις ή τέσσερις μέρες να αγγίξει το πινέλο, αν και περνούσε πολλές ώρες την ημέρα όρθιος μπροστά στο έργο του, με τα χέρια διπλωμένα,εξετάζοντας και σχολιάζοντας τις φιγούρες. Επίσης τον είδα μεσημεριάτικα να αφήνει την Κόρτε Βέκια, όπου εργαζόταν στο πήλινο άλογό του,και,σπρωγμένος από ακαταμάχητο οίστρο,να έρχεται κατευθείαν στη Σάντα Μαρία ντέλε Γκράτσιε,αγνοώντας το λιοπύρι, να ανεβαίνει στη σκαλωσιά, να παίρνει το πίνελλο του, να βάζει μια δυο πινελιές και μετά να φεύγει[Οι αργοί ρυθμοί δημιουργίας του έργου, που εξόργισαν τον ηγούμενο της μονής, οφείλονταν είτε στην μεθοδικότητα του καλλιτέχνη, είτε στις παράλληλη ενασχόλησή του με άλλες παραγγελίες, είτε στην επιθυμία του να χρησιμοποιήσει ως μοντέλα για την απεικόνιση των μαθητών του πρόσωπα πραγματικά και γι' αυτό αξιοποιούσε αρκετό χρόνο στους δρόμους του Μιλάνου για να βρει εκείνους, με τα πιο κατάλληλα χαρακτηριστικά. Το έργο ολοκληρώθηκε σε σημαντικό ποσοστό λόγω της πίεσης που άσκησε ο Λουντονίκο Σφόρτσα.

Αιτίες φθοράς

Ο ντα Βίντσι ακολουθεί την τεχνοτροπία του buonfresco, της πολύ γρήγορης κάλυψης των τοίχων πριν ξεραθεί ο σοβάς. Όμως επειδή αφιέρωσε πιο πολύ χρόνο σε αυτό το έργο επειδή ήθελε να φτιάξει δικά του χρώματα και υλικά για να ζωγραφίσει στον τοίχο, άρχισε η νωπογραφία να φθείρεται.[5]Επίσης ο τοίχος πάνω στον οποίο είχε ζωγραφισθεί ο Μυστικός Δείπνος ήταν εκτεθειμένος στη βροχή και τον άνεμο, ενώ ένα υπόγειο ρυάκι τον έκανε να είναι πάντα υγρός. Το 1620, επίσης, τα κατοχικά ισπανικά στρατεύματα προκάλεσαν φθορές στον τοίχο, ενώ διακόσια χρόνια μετά τα στρατεύματα του Ναπολέοντα έδεναν τα άλογά τους εκεί.



Πηγή:https://el.wikipedia.org/



Continue Reading
Δεν υπάρχουν σχόλια
Share:

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2020

Όταν ανακαλύπτεται ο Ελ Γκρέκο


Ήταν αρχές  Γενάρη του 1902....
Η νέα χρονιά ξεκινάει για τη φιλότεχνη κοινή γνώμη της Ισπανίας με μια εντυπωσιακή έκθεση στο Πράδο της Μαδρίτης. Ο νέος διευθυντής, Χοσέ Βινιέγκρα, παρουσιάζει τα έργα του Έλληνα ζωγράφου Ελ Γκρέκο ("Ο Έλληνας"), κατά κόσμο Δομήνικου Θεοτοκόπουλου (1541-1614), που γεννήθηκε στην Κρήτη.

Για τους περισσότερους επισκέπτες του Πράδο η παραπάνω έκθεση σημαίνει την πρώτη συνάντηση με τα έργα του δασκάλου, ο οποίος τύγχανε μεγάλης εκτίμησης από τους σύγχρονούς του, αλλά, στη συνέχεια, επισκιάστηκε η καλλιτεχνική του δημιουργία. Το 1881, μάλιστα, ο τότε διευθυντής του Πράδο, Φρεντερίκο ντε Μαντράτσο, παραπονούνταν ότι δεν του επέτρεπαν ν' απομακρύνει από τους χώρους του μουσείου τις "παράλογες καρικατούρες" του δασκάλου.

Η ζωγραφική του Ελ Γκρέκο προβλημάτισε τον καλλιτεχνικό κόσμο. Στην τεχνοτροπία του συγκεράζονται τα στοιχεία της βυζαντινής τεχνικής, όπως, π.χ. η τάση για το επίπεδο, με εκείνα της ιταλικής, και κυρίως της βενετσιάνικης, από την οποία ο δημιουργός αφομοίωσε τα φωτεινά χρώματα και τα εμπλούτισε με σκοτεινούς χρωματισμούς. Η ισπανική επιρροή εκδηλώνεται στο μυστικιστικό και ταυτόχρονα ρεαλιστικό χαρακτήρα των μορφών του. Παρ' όλες τις επιρροές, όμως, το έργο του Ελ Γκρέκο διατήρησε τον αυτοδύναμο χαρακτήρα του, ο οποίος καθιστά προβληματική, ως σήμερα, την τεχνοϊστορική ταξινόμηση του δασκάλου. Σαφές είναι, ότι ο Ελ Γκρέκο κατέλιπε πίνακες πλήρους θρησκευτικής εκστατικότητας. Επίσης χαρακτηριστικό της τεχνικής των πορτρέτων του είναι η εξαϋλωση των μορφών. Στα γνωστότερα έργα του ανήκουν οι πίνακες: "Λαοκόων", "Άποψη του Τολέδου" και "Ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής".


Από το χρονικό του 20ού αιώνα





Continue Reading
Δεν υπάρχουν σχόλια
Share:

Σάββατο 25 Ιουλίου 2015

Τάσσος, ένας διακεκριμένος Έλληνας χαράκτης




 «Στα έργα μου υπάρχει η ανθρώπινη οδύνη, αλλά και η αποφασιστικότητα... Οι άνθρωποι που κινούνται στα έργα μου σηκώνουν το βάρος της σκλαβιάς και της τυραννίας. Αλλά είναι τόσο αλύγιστοι εκφραστικά, που δεν μπορούν παρά να μένουν όρθιοι ως το τέλος. Όρθιοι ακόμα κι όταν πέφτουν. Αυτό είναι το βαθύτερο μήνυμά μου»



Ο Τάσσος (πραγματικό όνομα Αναστάσιος Αλεβίζος: Λευκοχώρα Μεσσηνίας, 1914 – Αθήνα, 13 Οκτωβρίου 1985) ήταν διακεκριμένος έλληνας χαράκτης.
Μικρός παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής κοντά στον Γιώργο Κωτσάκη. Το 1930, σε ηλικία δεκαέξι ετών, έγινε δεκτός στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Εκεί παρακολούθησε μαθήματα γλυπτικής και ζωγραφικής στα εργαστήρια του Θ. Θωμόπουλου, του Ουμβ. Αργυρού και του Κ. Παρθένη.
Από το 1933 και μέχρι την αποφοίτησή του από την Σχολή το 1939, παρακολούθησε μαθήματα χαρακτικής στο εργαστήριο του Γ. Κεφαλληνού. Πιθανολογείται ότι καθοριστικό ρόλο στην αφοσίωσή του στην χαρακτική έπαιξε και η γνωριμία του με τον Δ. Γαλάνη, τον άλλο μεγάλο έλληνα χαράκτη της εποχής του Μεσοπολέμου, μέσω του οποίου γνώρισε και την γαλλική χαρακτική. Λέγεται επίσης ότι πραγματοποίησε σπουδές στο Παρίσι, την Ρώμη και την Φλωρεντία. Πάντως, το ταλέντο του στην χαρακτική αναγνωρίστηκε πολύ γρήγορα· στην Πανελλήνια Έκθεση του 1938 έλαβε το Βραβείο Χαρακτικής και δύο χρόνια αργότερα (1940) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Χαρακτικής.



Από το 1930 είχε ενταχθεί στο ΚΚΕ, αρχικά στην νεολαία του κόμματος (ΟΚΝΕ) και αργότερα ως πλήρες μέλος. Με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου το 1940, ο Τάσσος και πολλοί άλλοι μαθητές του Γ. Κεφαλληνού φιλοτέχνησαν προπαγανδιστικές αφίσες για την εμψύχωση του ελληνικού λαού. Στα χρόνια της Κατοχής, εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ και στο ΕΑΜ Καλλιτεχνών, για να συνεχίσει την (παράνομη πλέον) δημιουργία προπαγανδιστικού υλικού κατά των κατακτητών.
Μετά την απελευθέρωση, ο Τάσσος άρχισε να ασχολείται και με άλλα θέματα πέρα από τα επικά του πολέμου, όπως γυμνά, νεκρές φύσεις και πορτρέτα, ενώ ταυτοχρόνως άρχισε να χρησιμοποιεί και χρώμα στις ξυλογραφίες του.



Ο Τάσσος είχε επίσης μια ιδιαίτερη αγάπη για το βιβλίο και τις γραφικές τέχνες. Ήδη από το 1939, με την αποφοίτησή του, έφτιαχνε εξώφυλλα και κοσμήματα για το λογοτεχνικό περιοδικό Νέα Εστία. Αμέσως μετά την απελευθέρωση, ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση στον εκδοτικό οίκο «Τα Νέα Βιβλία» που ίδρυσε το Κομμουνιστικό Κόμμα το 1945 και που έκλεισε το 1948. Το 1948 άρχισε να συνεργάζεται με τον Οργανισμό Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων (ΟΕΣΒ, μετέπειτα Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων ή ΟΕΔΒ). Καρπός της συνεργασίας του με τον ΟΕΣΒ/ΟΕΔΒ, υπήρξε η εικονογράφηση πολλών βιβλίων για το Δημοτικό και το Γυμνάσιο, με πρώτο το Αναγνωστικόν Έκτης Δημοτικού που κυκλοφόρησε το 1949.





Το 1948 έγινε καλλιτεχνικός σύμβουλος του λιθογραφείου «Ασπιώτη–Έλκα», και από το 1954 έως το 1967 φιλοτέχνησε γραμματόσημα για λογαριασμό των Ελληνικών Ταχυδρομείων, αρχικά με την τεχνική της έγχρωμης ξυλογραφίας και κατόπιν με τη μέθοδο offset. Επίσης, από το 1962 έως τον θάνατό του, σχεδίαζε και τα γραμματόσημα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το 1959 ανέλαβε την διεύθυνση του Τμήματος Γραφικών Τεχνών στο Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο, όπου δίδαξε μέχρι το 1967.

Ήταν από τα ιδρυτικά μέλη της καλλιτεχνικής ομάδας «Στάθμη», η οποία τον τίμησε με αναδρομική έκθεση των έργων του στα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια. Την ίδια εποχή παρουσίασε έργα του στην Μπιενάλε της Βενετίας (1952) και του Λουγκάνο (1953).
Κατά την δεκαετία του 1960 η θεματογραφία του άρχισε να επικεντρώνεται στην απόδοση της ανθρώπινης μορφής. Εγκατέλειψε σταδιακά το χρώμα, χάραζε όλο και μεγαλύτερες πλάκες ξύλου και άρχισε να δημιουργεί θεματικές ενότητες σε τρίπτυχα ή τετράπτυχα. Ταυτοχρόνως ασχολήθηκε με την αγιογραφία, ενώ συνέχισε να φιλοτεχνεί βιβλία.




Κατά την περίοδο της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών, έζησε αυτοεξόριστος εκτός Ελλάδας και φιλοτέχνησε έργα κοινωνικής διαμαρτυρίας καταγράφοντας γεγονότα που τον συγκλόνισαν. Μετά την κατάρρευση της Χούντας, εξέθεσε έργα του στην Εθνική Πινακοθήκη (1975) και λίγο καιρό αργότερα έγινε μέλος του διοικητικού συμβουλίου του ίδιου ιδρύματος. Το 1977, ήταν από τα ιδρυτικά μέλη της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης.


Συνέχισε να εργάζεται σκληρά μέχρι τις τελευταίες ημέρες της ζωής του. Πέθανε το Οκτώβριο του 1985 αφήνοντας ημιτελή μία σειρά οκτώ συνθέσεων στο Δημαρχείο του Βόλου. Το 1987, η Εθνική Πινακοθήκη τον τίμησε με μία δεύτερη μεγάλη αναδρομική έκθεση έργων του.
Έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, δημιουργήθηκε η Εταιρεία Εικαστικών Τεχνών «Α. Τάσσος», με σκοπό την διάδοση του έργου του και την υποστήριξη της ελληνικής χαρακτικής. Από το 1991 και κάθε τρία χρόνια, η Εταιρεία αυτή πραγματοποιεί συλλογικές εκθέσεις νέων ελλήνων χαρακτών σε διαφορετικές πόλλεις της Ελλάδας.








Η Εταιρεία επίσης διατηρεί ανοιχτό ως μουσείο το σπίτι όπου έζησε και δημιούργησε ο Τάσσος και η σύζυγός του, η ζωγράφος και χαράκτρια Λουκία Μαγγιώρου (γεν. 1914), επί της Αρδηττού 34, στην συνοικία Μετς της Αθήνας.
Τα έργα του χαρακτηρίζονται από την τεχνική αρτιότητά τους και την συγκινησιακή — τρυφερή αλλά και δωρική — απόδοση της μορφής των απλών ανθρώπων του μόχθου και του πόνου. Ωστόσο ένα σύγχρονο μάτι δεν μπορεί να μην διακρίνει μέσα στις ξυλογραφίες του Τάσσου και την επική μεγαλοπρέπεια της στρατευμένης τέχνης. Άλλωστε, ο ίδιος ο χαράκτης «παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του στρατευμένος στην υπόθεση της πάλης για μια νέα κοινωνία, δίκαιη, δημοκρατική και σοσιαλιστική» (Η. Μόρτογλου, Ριζοσπάστης, 23 Οκτωβρίου 1995).
 




Βιογραφία από την ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ




 

Continue Reading
Δεν υπάρχουν σχόλια
Share:

Τρίτη 17 Μαρτίου 2015

Ελένη Μπούκουρα-Αλταμούρα,η πρώτη Ελληνίδα ζωγράφος

Η Ελένη Μπούκουρα-Αλταμούρα (Σπέτσες, 1821 – Σπέτσες, 19 Μαρτίου 1900) ήταν Ελληνίδα ζωγράφος του 19ου αιώνα, της οποίας η τραγική ζωή έγινε το θέμα ενός μυθιστορήματος, του «Ελένη ή ο Κανένας» της Ρέας Γαλανάκη, και ενός θεατρικού έργου.
Η Μπούκουρα-Αλταμούρα ήταν κόρη του καπετάν Γιάννη Μπούκουρα ή Μπούκουρη, του μετέπειτα πρώτου θεατρώνη της Αθήνας. Παιδί ακόμα, έκλεβε αποκέρια και ζωγράφιζε φίλες της που της πόζαραν στην αυλή του παρθεναγωγείου. Ο πατέρας της, αναγνωρίζοντας το ταλέντο της, προσέλαβε δάσκαλο στο σπίτι τον καθηγητή του Σχολείου των Τεχνών, Ραφαέλο Τσέκκολι. Με συστατική επιστολή του, η Ελένη έφυγε στην Ιταλία το 1848 για σπουδές.
Στην Ιταλία, παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής στην Νεάπολη, στην Ρώμη και ίσως στην Φλωρεντία, μεταμφιεσμένη σε άντρα. Ερωτεύθηκε τον ιταλό ζωγράφο και γαριβαλδινό επαναστάτη Φραντσέσκο Σαβέριο Αλταμούρα (Franceso Saverio Altamura) και απέκτησε μαζί του τρία εξώγαμα παιδιά: τον Ιωάννη, την Σοφία και τον Αλέξανδρο. Προκειμένου να νομιμοποιήσει την σχέση της με τον Αλταμούρα, ασπάστηκε τον καθολικισμό και τον παντρεύτηκε. Όμως, το 1857 ο σύζυγός της την εγκατέλειψε και έφυγε με την ερωμένη του, την αγγλίδα φίλη της ζωγράφο Τζέιν Μπένμαν Χέυ (Jaine Benhman Hay), παίρνοντας μαζί του τον μικρότερο γιο τους, τον Αλέξανδρο.
Η Μπούκουρα-Αλταμούρα επέστρεψε κατόπιν στην Ελλάδα με τον Ιωάννη και την Σοφία, και άρχισε να παραδίδει μαθήματα ζωγραφικής σε κοπέλες της Αθήνας. Όμως, το 1872 αρρώστησε από φυματίωση η κόρη της και αναγκάστηκε να πάει στο σπίτι του αδελφού της στις Σπέτσες προκειμένου να αλλάξει αέρα το άρρωστο παιδί της. Τελικά, η Σοφία πέθανε στα τέλη του 1872 σε ηλικία μόνον 18 ετών. Μετά τον θάνατο της κόρης της, η Μπούκουρα-Αλταμούρα επέστρεψε στην Αθήνα.
Το 1876 ο γιος της και ανερχόμενος ζωγράφος Ιωάννης Αλταμούρας ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Κοπεγχάγη και επέστρεψε στην Αθήνα γεμίζοντας με χαρά την χαροκαμένη μητέρα. Όμως η χαρά της διήρκεσε πολύ λίγο· ο Ιωάννης προσβλήθηκε και αυτός από φυματίωση και πέθανε τον Μάιο του 1878. Η απώλεια των δύο νέων προκάλεσε νευρικό κλονισμό στην μητέρα τους και την οδήγησε στην τρέλα. Σε ηλικία 60 ετών περίπου, η Μπούκουρα-Αλταμούρα επέστρεψε στις Σπέτσες, όπου έκαψε όλα — ή σχεδόν όλα — τα ζωγραφικά της έργα. Πέθανε σχεδόν άγνωστη στις Σπέτσες το 1900. Kηδεύτηκε στο κοιμητήριο της Aγίας Άννας στις Σπέτσες. Aργότερα, τα οστά της, όπως και εκείνα της Σοφίας και του Ιωάννη, μεταφέρθηκαν από τους απογόνους της στο A΄ Nεκροταφείο Aθηνών σε κοινό τάφο της οικογενείας Mπούκουρα-Aλταμούρα.
Βιογραφία από την ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ




 

Continue Reading
Δεν υπάρχουν σχόλια
Share:

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

Νικόλαος Γύζης, ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ζωγράφους

Νικόλαος Γύζης, ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ζωγράφους που τα έργα του  ξεχειλίζουν από ανθρωπιά, ζωή και ομορφιά....


Ο Νικόλαος Γύζης (Σκλαβοχώρι,στην Τήνο την 1 Μαρτίου 1842 – Μόναχο, 22 Δεκεμβρίου 1900 ή 4 Ιανουαρίου 1901 με το νέο ημερολόγιο) ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς Έλληνες ζωγράφους του 19ου αιώνα της λεγόμενης «Σχολής του Μονάχου». Διακρίθηκε σε όλα τα χρόνια των σπουδών του και πήρε τα πρώτα βραβεία στην ξυλογραφία, τη ζωγραφική και τη χαλκογραφία.
Βιογραφικά στοιχεία

Ο Νικόλαος Γύζης ήταν ένα από τα έξι παιδιά του ξυλουργού Ονούφριου Γύζη και της Μαργαρίτας Γύζη, το γένος Ψάλτη, που ζούσαν στο Σκλαβοχώρι της Τήνου. Το 1850, η οικογένειά του μετοίκησε στην Αθήνα και ο μικρός Νικόλαος άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα στην Σχολείο των Τεχνών (μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών), αρχικά ως ακροατής και, από το 1854 έως το 1864, ως κανονικός σπουδαστής.
Με το τέλος των σπουδών του, γνωρίστηκε με τον πλούσιο φιλότεχνο Νικόλαο Νάζο, με την μεσολάβηση του οποίου έλαβε υποτροφία από το Ευαγές Ίδρυμα του Ναού της Ευαγγελιστρίας της Τήνου, προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του στην Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου.
Τον Ιούνιο του 1865, ο Γύζης έφθασε στο Μόναχο, όπου συνάντησε τον συνάδελφο και φίλο του Νικηφόρο Λύτρα. Ο τελευταίος τον βοήθησε στο να εγκλιματιστεί γρήγορα στο γερμανικό περιβάλλον. Πρώτοι του δάσκαλοί του στο Μόναχο ήταν ο Χέρμαν Άνσυτς (Hermann Anschütz) και ο Αλεξάντερ Βάγκνερ (Alexander Wagner). Τον Ιούνιο του 1868 έγινε δεκτός στο εργαστήριο του Καρλ φον Πιλότυ (Karl von Piloty).
 
Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Μόναχο το 1871 και τον Απρίλιο του 1872 επέστρεψε στην Αθήνα, για να μετατρέψει το πατρικό του σπίτι επί της οδού Θεμιστοκλέους σε ατελιέ. Μαζί με τον Νικηφόρο Λύτρα, ταξίδεψε το 1873 στην Μικρά Ασία.
Απογοητευμένος από τις συνθήκες της Ελλάδας, τον Μάιο του 1874 εγκατέλειψε την Αθήνα και επέστρεψε στο Μόναχο, όπου έμελλε να ζήσει για το υπόλοιπο της ζωής του. Το 1876, ταξίδεψε παρέα με τον Νικηφόρο Λύτρα στο Παρίσι. Έναν χρόνο αργότερα νυμφεύθηκε την Άρτεμη Νάζου, με την οποία απέκτησε τέσσερις κόρες, την Πηνελόπη (γεν. 1878, πέθανε μόλις δώδεκα ημερών), την Μαργαρίτα-Πηνελόπη (γεν. 1879), την Μαργαρίτα (γεν. 1881) και την Ιφιγένεια (γεν. 1890), και έναν γιο, τον Ονούφριο-Τηλέμαχο (γεν. 1884).
Το 1880, ανακηρύχθηκε σε επίτιμο μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου και το 1888 εκλέχθηκε τακτικός καθηγητής στο ίδιο ίδρυμα. Το 1881, πέθανε η μητέρα του και έναν χρόνο μετά πέθανε και ο πατέρας του. Το 1895, επισκέφθηκε για τελευταία φορά την Ελλάδα, την οποία ποτέ δεν ξέχασε και πάντα νοσταλγούσε. Προσβεβλημένος από λευχαιμία, πέθανε στο Μόναχο στις αρχές του 1901. Λέγεται ότι τα τελευταία του λόγια ήταν: «Λοιπόν ας ελπίζωμεν και ας ζητούμεν να είμεθα εύθυμοι!». Η σορός του ενταφιάστηκε στο Βόρειο Νεκροταφείο του Μονάχου.

Το έργο του
Ο Νικόλαος Γύζης αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ακαδημαϊκού ρεαλισμού του ύστερου 19ου αιώνα, του συντηρητικού εικαστικού κινήματος που είναι γνωστό ως «Σχολή του Μονάχου», τόσο σε ελληνικό όσο και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Συμμετείχε και βραβεύτηκε σε πάρα πολλές ελληνικές και ευρωπαϊκές εκθέσεις, από το 1870 έως το 1900. Μάλιστα, μετά τον θάνατό του το 1901, τιμήθηκε με έκθεση έργων του στην 8η Διεθνή Καλλιτεχνική Έκθεση του Γκλασπαλάστ (Glaspalast).
Σπουδαστής στην Ακαδημία του Μονάχου, ενστερνίστηκε όλες τις αρχές των Γερμανών δασκάλων του, φτιάχνοντας έργα σπάνιας επιδεξιότητας μέσα στα όρια του ιστορικού ρεαλισμού και της ηθογραφίας. Με τα έργα του, ειδικά αυτά της νεότητάς του, έλαβε τον χαρακτηρισμό «γερμανικότερος των Γερμανών» και επαινέθηκε με το παραπάνω από τους τεχνοκριτικούς και τον Τύπο της εποχής.
Δύο από τα μεγάλα «γερμανικά» του έργα, οι Ελεύθερες τέχνες και τα πνεύματα της καλλιτεχνικής βιοτεχνίας, που κοσμούσαν την οροφή Μουσείου Διακοσμητικών Τεχνών του Καϊζερσλάουτερν (1878–1880), και Ο θρίαμβος της Βαυαρίας, που κοσμούσε την αίθουσα συνεδριάσεων του Μουσείου Διακοσμητικών Τεχνών της Νυρεμβέργης (1895–1899) — καταστράφηκαν κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Μερικά από τα έργα του, όπως Τα αρραβωνιάσματα (1875]) και Το κρυφό σχολειό (1885, συλλογή Εμφιετζόγλου), βασίζονται σε προφορικούς θρύλους της εποχής της Τουρκοκρατίας, των οποίων η αντιστοιχία στην ιστορική πραγματικότητα αμφισβητείται σήμερα, χωρίς βέβαια αυτό να μειώνει την καλλιτεχνική αξία των παραπάνω έργων.
Νικόλαος Γύζης, Ιστορία (1892). Λάδι σε καμβά, 89 εκ. διάμετρος. Ιδιωτική συλλογή.

Άτομο βαθιά θρησκευόμενο, στράφηκε αργότερα προς τις αλληγορικές και τις μεταφυσικές παραστάσεις. Τα λεγόμενα «θρησκευτικά» του έργα, με πλέον χαρακτηριστικό τον πίνακα Ιδού ο Νυμφίος έρχεται (1895–1900, Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας - Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου), αντιπροσωπεύουν τα οράματα του ώριμου πλέον καλλιτέχνη και δηλώνουν απερίφραστα τις υπαρξιακές του αγωνίες. Κυρίαρχο θέμα των ώριμων έργων του ήταν ο αγώνα του εναντίον του Κακού και η τελική νίκη του Καλού. Η σημαντικότερη μορφή σ' αυτά τα έργα του είναι η γυναίκα, που άλλοτε εμφανίζεται ως Τέχνη, άλλοτε ως Μουσική, άλλοτε ως Άνοιξη, άλλοτε ως Δόξα, κ.λπ.
Νεότεροι μελετητές του έργου του διακρίνουν ότι στα λιγότερο γνωστά ύστερα έργα του, και κυρίως στα σχέδιά του με κάρβουνο και κιμωλία, ο Γύζης δίνει μια εξπρεσιονιστική τάση απελευθέρωσης από τον ακαδημαϊκό ρεαλισμό.
Ο Γύζης φιλοτέχνησε επίσης αφίσες και εικονογράφησε βιβλία.

Οι επιστολές του
Η ζωή και το έργο του Νικολάου Γύζη φωτίζεται επίσης από τις επιστολές που έγραφε από το 1869 και μέχρι το τέλος της ζωής του (Επιστολαί Νικολάου Γύζη, Εκδόσεις «Εκλογής», Αθήναι 1953).[9] Ορίστε μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
«Σας βεβαιώ, Κύριε Νάζε, ότι δεν είμαι διόλου σπάταλος. Ζω με την μεγαλυτέραν οικονομίαν, αλλά τα έξοδα της τέχνης μου, και προ πάντων τα μοδέλα, κοστίζουν φρικτά και άνευ αυτών δεν ημπορώ να κάμω βήμα. Εις την αρχήν ήμουν εις μικροτέρας σχολάς, όπου τα μοδέλα επληρώνοντο από την Ακαδημίαν, αλλ' αφ' ότου εμβήκα εις την σχολή των συνθέσεων, τα πληρώνω ο ίδιος και διά τούτο έπεσα έξω. [...] Έγραψα και θα γράψω πάλιν προς την επιτροπήν της Ευαγγελιστρίας διά τους μισθούς μου...» -- Επιστολή προς τον Νικόλαο Νάζο, 3 Ιουνίου 1873
«Πόσον πτωχός είναι ο ζωγράφος απέναντι του ποιητού! Αν ξαναγεννηθώ θα γίνω ποιητής και μουσικός.» -- Επιστολή προς τον Νικόλαο Νάζο, 7 Απριλίου 1875
«Αν ήτο δυνατόν να ημπορούσα να ηρχόμουν εις την Ελλάδα, ίσως κατά πρώτον εις την Κεφαλληνίαν και κατόπιν εις την Τήνον, εις τα γλυκά αυτά μέρη.» -- Επιστολή προς τον αδελφό της γυναίκας του, 22 Οκτωβρίου 1900.



Αρχείο:Gizis kryfo skoleio.jpg

 Το κρυφό σχολειό (1885-1886)

Αποτέλεσμα εικόνας για νικόλαος γύζης έργα

Τα αρραβωνιάσματα

Το τάμα (1874)
Εθνική Πινακοθήκη


Ανατολίτης με την πίπα

Καπουτσίνος Μοναχός


Ιστορία (1892)


Ηλικιωμένος με κόκκινο φέσι


Ο Έρως και ο Ζωγράφος

Η αποστήθιση 1883

Πολεμιστής της Ανατολής 1842

Ο κουρέας (1880)
Μετά την πτώση των Ψαρών
Εθνική Πινακοθήκη


Η Ψυχή του Καλλιτέχνη


Αρχείο:Gyzis Nikolaos The Step Mother.jpg

Η ψυχομάνα

Αρχείο:Gyzis Nikolas Old man's head.jpg

Κεφαλή γέρου


 Αρχείο:Gysis Nikolaos Old man sleeping.jpg
 Γέρος που κοιμάται



Αρχείο:Gysis Nikolaos Boy with cherries.jpg

Αγόρι με κεράσια

Αρχείο:Gysis Nikolaos Pastryman.jpg

Ζαχαροπλάστης

Αρχείο:Gysis 001.jpg

Ιδού ο Νυμφίος

Αρχείο:Gysis Nikolaos Koukou.jpg

Κου-Κου

Αρχείο:Greek painters-Gyzis2.jpg

Τα ορφανά

Αρχείο:Nikolas Gysis The Spider.jpg

Αράχνη
Ρεκλάμα για εταιρεία καπνού

Πηγή: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ
 
 

 

Continue Reading
Δεν υπάρχουν σχόλια
Share:

Σάββατο 16 Αυγούστου 2014

Η Γκουέρνικα και η ιστορία της...

Η Γκερνίκα (Guernica στα ισπανικά ή Γκουέρνικα, με λατινική απόδοση στα ελληνικά), είναι το διασημότερο ίσως έργο του Πάμπλο Πικάσο.


Περιγραφή

Αυτός ο τεράστιος καμβάς (3,54x7,82μ.)περιγράφει την απανθρωπιά, τη βιαιότητα και την απόγνωση του πολέμου. Ήταν παραγγελία της δημοκρατικής κυβέρνησης της Ισπανίας για τη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού το 1937. Ο Πικάσο εμπνεύστηκε το έργο όταν, στις 26 Απριλίου της ίδιας χρονιάς, στα πλαίσια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, Γερμανοί πιλότοι της αεροπορίας των εθνικιστών βομβάρδισαν την κωμόπολη Γκερνίκα της Χώρας των Βάσκων. Στο βομβαρδισμό εκείνο σκοτώθηκαν 1.650 άνθρωποι και ισοπεδώθηκε το 70% της πόλης με 32 τόνους εκρηκτικά.

Συνθήκες έμπνευσης

Ο Πικάσσο πληροφορήθηκε τα γεγονότα από την εφημερίδα Le Soir, μόνο την 1η Μαΐου και το ολοκληρώνει στις 3 Ιουνίου του 1937.
Ο Πικάσο απέφυγε να ζωγραφίσει αεροπλάνα, βόμβες ή ερείπια. Οι δύο κυρίαρχες μορφές του έργου είναι ένας ταύρος και ένα πληγωμένο άλογο με διαμελισμένα κορμιά και τέσσερις γυναίκες που ουρλιάζουν κρατώντας νεκρά μωρά. Αρχικά ο Πικάσο πειραματίστηκε με χρώμα, αλλά τελικά κατέληξε στο άσπρο-μαύρο και αποχρώσεις του γκρι, καθώς θεώρησε ότι έτσι δίνει μεγαλύτερη ένταση στο θέμα. Πολλές φορές μετακίνησε φιγούρες και μορφές πριν καταλήξει στην οριστική τους θέση. «Η αφαίρεση του χρώματος και του αναγλύφου αποτελεί διακοπή της σχέσης του ανθρώπου με τον κόσμο: όταν διακόπτεται,δεν υπάρχει πια η φύση ή η ζωή».
Η διαδικασία της ζωγραφικής του πίνακα αποτυπώθηκε σε μια σειρά φωτογραφιών από τη διασημότερη ερωμένη του Πικάσο, την Dora Maar, μια διακεκριμένη καλλιτέχνιδα. Συνολικά σαράντα πέντε σχέδια μας έχουν σωθεί τα οποία προετοιμάζουν την τελική Γκερνίκα[5]. Όταν πρωτοεμφανίστηκε ο πίνακας, οι αντιδράσεις ήταν μάλλον αρνητικές. Ο βάσκος τοιχογράφος Χοσέ Μαρία Ουτσενάι δήλωσε: «Για έργο τέχνης είναι ένα από τα φτωχότερα της παγκόσμιας παραγωγής. Πρόκειται για πορνογραφία 7x3». Γερμανικό έντυπο έγραψε ότι πρόκειται για «σύμφυρμα από ανθρώπινα μέλη που θα μπορούσε να είχε ζωγραφήσει τετράχρονος». Σταδιακά το γενικό αίσθημα άρχισε να μεταστρέφεται και το έργο περιόδευε για να ενισχύσει τον αγώνα των Δημοκρατικών. Η περιοδεία σταμάτησε όταν ο Φράνκο κατέλαβε την εξουσία το 1939 και, με το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, το έργο φυγαδεύτηκε στις ΗΠΑ, για να αποφευχθεί η καταστροφή του.
Η Γκερνίκα έμεινε στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης για πολλά χρόνια και ο Πικάσο είχε δηλώσει πως δε θα επέστρεφε στην Ισπανία προτού αποκατασταθεί πλήρως η δημοκρατία. Το 1974 υπήρξε συμβάν βανδαλισμού του έργου με κόκκινη μπογιά, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη σφαγή του Μάι Λάι στο Βιετνάμ. Το 1981 η Γκερνίκα επιστράφηκε στην Ισπανία και εκτέθηκε αρχικά στο Casón del Buen Retiro και κατόπιν στο Μουσείο ντελ Πράδο, προστατευμένη με αλεξίσφαιρο τζάμι και οπλισμένους φρουρούς, για το φόβο νέου βανδαλισμού. Το 1992 ο πίνακας μεταφέρθηκε στη σημερινή του θέση στο Εθνικό Μουσείο Τέχνης Βασίλισσα Σοφία στη Μαδρίτη, του οποίου έγινε το διασημότερο και σπουδαιότερο έκθεμα.
Τα τελευταία χρόνια ακούγεται συχνά η πρόταση να μεταφερθεί στο Μουσείο Γκούγκενχαϊμ στο Μπιλμπάο, το οποίο βρίσκεται λίγα μόλις χιλιόμετρα από την κωμόπολη Γκερνίκα, πράγμα με το οποίο δε συμφωνεί ούτε η ισπανική κυβέρνηση, ούτε η διοίκηση του Μουσείου Τέχνης Βασίλισσα Σοφία.

Ιστορικό επεισόδιο

Λέγεται πως όταν οι Γερμανοί εισήλθαν στο Παρίσι κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην προσπάθειά τους να βρουν καλλιτεχνικούς θησαυρούς και να τους κατασχέσουν, ένας Γερμανός Αξιωματικός έδειξε σε φωτογραφία τον πίνακα «Γκερνίκα» στον ίδιο τον Πικάσο που είχε προσαχθεί ρωτώντας τον: -Αυτόν τον πίνακα εσείς τον κάνατε; Κι εκείνος απήντησε με θάρρος: Όχι, Εσείς!
Πηγή:Βικιπαίδεια
Μια μαρτυρία από  την φρίκη της Guernica
Ήταν Απρίλιος του 1937 όταν τα γερμανικά βομβαρδιστικά εμφανίστηκαν στον Ισπανικό ουρανό, πάνω από την Γκουέρνικα. Μέσα σε λίγη ώρα πάνω από 1.500 άνθρωποι σκοτώθηκαν, η πόλη ισοπεδώθηκε και  ταυτόχρονα μετατράπηκε σε ένα σύμβολο της θηριωδίας του πολέμου.
 Η επίθεση πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του Ισπανικού εμφυλίου, μεταξύ των δυνάμεων του δικτάτορα Φράνκο και των δημοκρατικών δυνάμεων. Ο ισπανικός βορράς των Βάσκων αποτελούσε πεδίο σθεναρής αντίστασης ενάντια στις φασιστικές δυνάμεις και η κατάληψη της πόλης Μπιλμπάο είχε χαρακτηριστεί στρατηγικής σημασίας.

Στα σχέδια του Φράνκο βρισκόταν και η μικρή κωμόπολη, με μόλις 5.000 κατοίκους, Γκουέρνικα. Οι δικτατορικές εθνικιστικές δυνάμεις υποστηρίζονταν και από τη ναζιστική Γερμανία του Χίτλερ κυρίως μέσω τη Luftwaffe.

Για την Luftwaffe η επίθεση στη Γκουέρνικα αποτελούσε και μία ευκαιρία για τελειοποίηση των αεροπορικών επιθέσεων, λίγο πριν την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο επικεφαλής των γερμανικών δυνάμεων Hermann Goering κατά τη διάρκεια της δίκης του μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ανέφερε: «Ο ισπανικός εμφύλιος μας έδωσε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε νέες τακτικές για τις αεροπορικές επιθέσεις μας, αλλά και να αποκτήσουμε τις απαραίτητες εμπειρίες».

Η επίθεση στην Γκουέρνικα ήταν μία δοκιμή για τις ναζιστικές δυνάμεις και ονομάστηκε «Επιχείρηση Έκπληξη». Ο βομβαρδισμός πραγματοποιήθηκε στις 26 Απριλίου, 1937, από τις 16:30 έως τις 19:00 και στην επιχείρηση συμμετείχαν 20 γερμανικά μαχητικά και 3 ιταλικά.

Ένας από τους πρώτους ανταποκριτές του εμφυλίου πολέμου που φτάνει στην κατεστραμμένη πόλη μετά τον βομβαρδισμό ήταν ο Noel Monk, της London Daily Express:

«Ήμασταν περίπου δεκαοκτώ μίλια ανατολικά της Γκουέρνικα όταν ο Άντον σταμάτησε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου και άρχισε να φωνάζει. Έδειξε μπροστά και η ανάσα μου κόπηκε αντικρίζοντας την εικόνα. Πάνω από την κορυφή των λόφων εμφανίστηκε ένα σμήνος αεροπλάνων. Περίπου δώδεκα βομβαρδιστικά πετούσαν ψηλά στον ουρανό και χαμηλότερα συνοδευόντουσαν από έξι μαχητικά Heinkel 52. Τα βομβαρδιστικά πετούσαν προς την Γκουέρνικα, ενώ τα μαχητικά πέταξαν χαμηλά πάνω από το αυτοκίνητό μας.

Ο Άντον και εγώ πηδήξαμε σε μία τρύπα, που είχε δημιουργηθεί από βομβαρδισμό, η οποία ήταν γεμάτη με νερό και λάσπη. Κοιτάξαμε βιαστικά τα μαχητικά και μετά κατεβάσαμε τα κεφάλια μας. Δεν σηκώσαμε το βλέμμα μας μέχρι να φύγουν τα Heinkel. Μας φάνηκαν ώρες, αλλά ήταν μόλις 20 λεπτά. Τα μαχητικά πυροβολούσαν στο δρόμο όσο πετούσαν από πάνω μας. Άρχισα να τρέμω από τον φόβο μου.

Όταν τα Heinkel αποχώρησαν μαζί με τον Άντον τρέξαμε στο αυτοκίνητό. Σε μικρή απόσταση ένα στρατιωτικό όχημα είχε τυλιχτεί στις φλόγες. Το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να μεταφέρουμε τους δύο νεκρούς στην άκρη του δρόμου. Έτρεμα ολόκληρος ήταν η πρώτη φορά που είχα φοβηθεί τόσο. Ο ουρανός είχε γίνει κόκκινος από τις φωτιές στην Γκουέρνικα»

Ο Noel Monk και ο συνάδελφός του πλησίασαν με το αυτοκίνητό τους στην Γκουέρνικα σε τέτοιο σημείο, όπου άκουγαν τους ήχους από τον βομβαρδισμό. Συνέχισαν την πορεία τους για την Μπιλμπάο, όπου ο Monk ολοκλήρωσε το κείμενό του για την εφημερίδα και γευμάτισε.

Η μαρτυρία του συνεχίζεται από το σημείο που το γεύμα τους διακόπτεται από την είδηση για τον βομβαρδισμό της Γκουέρνικα.

«Ένα υπάλληλος της κυβέρνησης με δάκρυα στα μάτια μπήκε μέσα στην τραπεζαρία και φώναξε: Η Γκουέρνικα καταστράφηκε. Οι Γερμανοί βομβάρδιζαν και βομβάρδιζαν και βομβάρδιζαν.

Η ώρα ήταν περίπου 21.30 και ο στρατηγός Roberts χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι, 'καταραμένα γουρούνια'. Πέντε λεπτά αργότερα κατευθυνόμασταν προς την Γκουέρνικα. Ήμασταν περίπου σε απόσταση δέκα μιλίων από την κωμόπολη όταν είδα τον κόκκινο ουρανό από τις φλόγες. Πλησιάζοντας στην Γκουέρνικα έβλεπα παιδιά, γυναίκες και άνδρες στην άκρη του δρόμου να κάθονται σαστισμένοι. Εκεί ήταν και ένας ιερέας. Σταμάτησα το αυτοκίνητο και πήγα προς το μέρος του.

Τι συνέβη; τον ρώτησα Το πρόσωπο του ήταν μαυρισμένο, τα ρούχα του σκισμένα και δεν μπορούσε να μιλήσει, απλά μου έδειχνε τις φωτιές, περίπου 4 μίλια μακριά. Μετά ψιθύρισε: ‘Aviones. . . bombas. . . mucho, mucho’.

Ήμουν ο πρώτος ανταποκριτής που έφτασε στην Γκουέρνικα και βοήθησα ορισμένους στρατιώτες να μαζέψουν απανθρακωμένα πτώματα. Μερικοί στρατιώτες έκλαιγαν με λυγμούς σαν μικρά παιδιά. Υπήρχαν παντού φωτιές και καπνοί και η μυρωδιά από την καμένη σάρκα ήταν ανυπόφορη. Σπίτια κατέρρεαν.

Στην κεντρική πλατεία, που περιβαλλόταν από ένα τοίχο φωτιάς, βρισκόντουσαν περίπου 100 άνθρωποι. Ένας θρήνος είχε απλωθεί σε όλη την περιοχή. Ένας άνδρας που μιλούσε αγγλικά μου είπε: ‘Στις τέσσερις, πριν ακόμα κλείσει η αγορά, ήρθαν πολλά αεροπλάνα. Πέταξαν βόμβες. Κάποια πετούσαν χαμηλά και πυροβολούσαν στο δρόμο. Ο πατέρας Aroriategui προσευχόταν μαζί με άλλους ανθρώπους στην πλατεία ενώ οι βόμβες έπεφταν’.

Τα μόνα που δεν είχαν καταρρεύσει ήταν η εκκλησία, ένα ιερό δένδρο, σύμβολο των Βάσκων, και ένα μικρό εργοστάσιο πυρομαχικών λίγο έξω από την πόλη. Στην πόλη δεν υπήρχαν αντιαεροπορικά. Ήταν μία επιδρομή φωτιάς.
Ένα θέαμα που με έχει στοιχειώσει ήταν τα απανθρακωμένα πτώματα πολλών γυναικών και παιδιών που τα είχαν μαζέψει στην αποθήκη ενός σπιτιού».
Πηγή:tvxs
 

Continue Reading
Δεν υπάρχουν σχόλια
Share:

Κυριακή 10 Αυγούστου 2014

Γυναίκες ζωγράφοι της ιταλικής αναγέννησης

Στην Αναγέννηση υπήρχαν περισσότερες γυναίκες ζωγράφοι απ’ όσο  συνήθως θεωρούμε σήμερα. Οι ιστορίες αυτών των καλλιτεχνιδών αρχίζουν σταδιακά να αποκαλύπτονται και τα έργα τους να γίνονται ευρύτερα γνωστά.

Κατά την ιταλική Αναγέννηση, οι καλές τέχνες ήταν μία κοινωνική αναγκαιότητα, εν μέρει επειδή το μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού ήταν αναλφάβητο και έτσι η πνευματική του καθοδήγηση στηρίχθηκε σε οπτικά ερεθίσματα.

 Η πνευματικότητα έπαιζε σημαντικότατο ρόλο στην αναγεννησιακή κοινωνία ενδεχομένως εξαιτίας της πανταχού παρούσας απειλής του θανάτου, είτε από ασθένειες είτε λόγω πολιτικών ασταθειών. Δεν μπορούσε κανείς να προβλέψει πότε θα ξεσπάσει ένας πόλεμος ή πότε θα εξαφανιστεί ο μισός πληθυσμός από την Πανούκλα.Για τις γυναίκες ο κίνδυνος θανάτου ήταν ακόμη μεγαλύτερος. Καθώς θεωρούνταν ότι ήταν γεννημένες για να παντρευτούν, οι γάμοι τους χρησιμοποιούνταν για να ενισχυθούν οι δεσμοί ανάμεσα σε οικογένειες. Με το που παντρευόταν μία γυναίκα, αναμενόταν να φέρει στον κόσμο όσο περισσότερα παιδιά μπορούσε. Δυστυχώς, μη έχοντας ακόμη εφευρεθεί η σύγχρονη ιατρική, οι επιπλοκές στη γέννα οδηγούσαν πολύ συχνά σε πρόωρο θάνατο των γυναικών.
Λαμβάνοντας υπόψη τους κοινωνικούς και πολιτισμικούς περιορισμούς της εποχής, προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι στην Αναγέννηση ορισμένες γυναίκες είχαν τη δυνατότητα να ασχοληθούν με ο,τιδήποτε άλλο από το να είναι μητέρες και σύζυγοι. Το κοινωνικό συμβόλαιο της περιόδου δεν επέτρεπε στις γυναίκες να έχουν οποιαδήποτε άλλη απασχόληση έξω από το σπίτι τους, εκτός και αν επρόκειτο για μοναστήρι. Τα μοναστήρια ήταν συχνά η εναλλακτική λύση στο γάμο. Εκεί οι γυναίκες είχαν τη δυνατότητα να μάθουν να διαβάζουν και να ζωγραφίζουν και γενικότερα να συμμετάσχουν σε δραστηριότητες στις οποίες δεν θα είχαν καμία πρόσβαση σε αντίθετη περίπτωση.
Μία από τις πρώτες γυναίκες καλλιτέχνιδες της Αναγέννησης που «μπήκαν» στην ιστορία ήταν μία μοναχή, γνωστή ως Αγία Αικατερίνη της Μπολόνιας. Μετά τον θάνατό της, το σώμα της εξετάφη και το σκήνωμά της διατηρείται μέχρι σήμερα σε ένα παρεκκλήσι στη Μπολόνια, όπου η Αγία  βρίσκεται καθισμένη περιτριγυρισμένη από τις δημιουργίες της.

Plautilla Nelli, Madonna con bambino e quattro angeli.
Μία ακόμη μοναστική ζωγράφος της Αναγέννησης, η οποία ανακτά σταδιακά την αναγνωσιμότητα, είναι η Plautilla Nelli (1523-1588). Ο ζωγράφος και ιστορικός Giorgio Vasari (1511-1574) έγραψε εκτενώς για τους αναγεννησιακούς καλλιτέχνες, όμως αναφέρθηκε μόλις σε τέσσερις γυναίκες, η Nelli ήταν μία από αυτές. Εκπαιδεύτηκε σύμφωνα με το ύφος του Fra Bartolomeo (1472-1517), με τα έργα του οποίου ήρθε σε επαφή μέσω του μαθητή του, Fra Paolino. Το έργο της  «Θρήνος» το εμπνεύστηκε από παρόμοιες συνθέσεις του Fra Bartolomeo.
Οι μοναχές που έμαθαν να ζωγραφίζουν στην Αναγέννηση είχε τυπικά ανορθόδοξη εκπαίδευση και το μοναδικό στυλ τους συχνά είχε ως αποτέλεσμα να θεωρείται το έργο τους «λαϊκό», απλοϊκό, ή περιθωριακό καλλιτεχνικά. Ένα τέτοιο παράδειγμα μπορεί κανείς να δει στο μοναστήρι της Santa Anna Novella στη Φλωρεντία, στο οποίο στεγάζεται το μεγάλο έργο της Nelli με θέμα τον Μυστικό Δείπνο. Παραδοσιακά, ένα τέτοιο έργο προοριζόταν για τον χώρο της τραπεζαρίας του μοναστηρίου (έτσι έγινε για παράδειγμα και με τον διάσημο «Μυστικό Δείπνο» του Λεονάρντο ντα Βίντσι). Παρά τις τεχνικές της ικανότητες, τα θηλυπρεπή φυσικά χαρακτηριστικά των αποστόλων αποκαλύπτουν την έλλειψη εξοικείωσης της μοναχής ζωγράφου με το ανδρικό σώμα. Πράγματι, μόνο από τον 19ο αιώνα κι έπειτα επιτράπηκε σε γυναίκες ζωγράφους να μελετήσουν σχέδια από ζωντανά θέματα.
Εκτός από το να μπουν σε κάποιο μοναστήρι, οι γυναίκες μπορούσαν επίσης να διδαχθούν την τέχνη της ζωγραφικής από τους πατεράδες τους. Άνδρες καλλιτέχνες συχνά δίδασκαν τις κόρες τους οι οποίες δούλευαν στα εργαστήρια τους. Αρκετές αξιόλογες γυναίκες ζωγράφοι ξεκίνησαν έτσι την καριέρα τους, όπως η Lavinia Fontana, η Barbara Longhi, η Marietta Robusti (κόρη του Τιντορέττο) και η Fede Galizia.

Fede Galizia, Judith mit dem Haupt des Holofernes, 1596.
Από τις πιο εξαιρετικές ζωγράφους της εποχής ήταν η Sofonisba Anguissola (1532-1625). Σε αντίθεση με πολλές άλλες, η Anguissola δεν ήταν μοναχή ούτε κόρη ζωγράφου. Μάλιστα, ο πατέρας της την ενθάρρυνε, όπως και τα υπόλοιπα παιδιά του, να αναπτύξουν τα ταλέντα τους στις τέχνες (πολλές από τις αδελφές της έγιναν επίσης ζωγράφοι).

Sofonisba Anguissola, «Η Lucia, η Minerva και η Europa Anguissola ενώ παίζουν σκάκι», 1555.
Η Anguissola πειραματίστηκε με νέους τρόπους και νέες μεθόδους προσωπογραφίας, στις οποίες τα αντικείμενα  ή πρόσωπα τοποθετούνταν με ασύμβατο τρόπο ή κάνοντας κάποια δραστηριότητα. Το διάσημο έργο της τέτοιου τύπου είναι οι προσωπογραφίες των αδελφών της, με τίτλο «Η Lucia, η Minerva και η Europa Anguissola ενώ παίζουν σκάκι», το οποίο φιλοξενείται στο Εθνικό Μουσία στο Poznam της Πολωνίας.

Sofonisba Anguissola, Self Portrait.
Το ταλέντο της αναγνωρίστηκε από πολλές γνωστές προσωπικότητες της εποχή της, συμπεριλαμβανομένου του Μιχαήλ Αγγέλου και του Τζόρτζιο Βαζάρι, οι οποίοι τις έπλεξαν τον εγκώμιο. Έγινε η ζωγράφος της αυλής της βασίλισσας της Ισπανίας, την οποία επιπλέον δίδαξε ζωγραφική. Αντίθετα με τις σύγχρονές της γυναίκες, στην Anguissola δόθηκε η ευκαιρία να έχει μία καριέρα ενώ δεν παντρεύτηκε έως περίπου τα 40 της χρόνια.
Τα τελευταία χρόνια , σημαντικοί οικονομικοί πόροι έχουν δοθεί στην έρευνα σχετικά με το έργο και τη ζωή αυτών των ταλαντούχων γυναικών, ώστε να μπορέσουν να ακουστούν οι ιστορίες τους. Τα έργα γυναικών αναγεννησιακών ζωγράφων ανακαλύπτονται σε μουσειακά αρχεία, σε δημοπρασίες καθώς και σε εργαστήρια συντήρησης έργων τέχνης.
 Πηγή: Artnet.com, tvxs

Continue Reading
Δεν υπάρχουν σχόλια
Share:

Breaking News

Send Quick Message

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Recent

Random