Μεταξύ μας… άραγε από πού βγήκε η παροιμιώδης φράση «Τέρμα τα δίφραγκα»;
Λοιπόν, η ιστορία ξεκινά πριν από πολλές δεκαετίες, τότε που στα αστικά λεωφορεία υπήρχαν εισπράκτορες και το εισιτήριο δεν είχε ενιαία τιμή, αλλά καθοριζόταν από την απόσταση. Ναι, όπως το διαβάζετε… από την απόσταση.
Τουτέστιν, ανάλογα με τη διαδρομή, το εισιτήριο μπορούσε να κοστίζει, για παράδειγμα, 1,20 δραχμές, 1,50 δραχμές ή 2 δραχμές, το γνωστό δίφραγκο.
Τώρα θα μου πείτε, και με το δίκιο σας, πού κολλάει η φράση «Τέρμα τα δίφραγκα»;
Κολλάει τη στιγμή που το λεωφορείο πλησίαζε σε στάση όπου έληγε η ισχύς των εισιτηρίων συγκεκριμένης αξίας, οπότε ο εισπράκτορας φώναζε «Τέρμα το μονόδραχμο» ή «Τέρμα τα δίφραγκα». Αυτό, φίλοι μου, σήμαινε ότι όσοι είχαν πληρώσει δίφραγκο έπρεπε είτε να κατέβουν είτε να πληρώσουν συμπληρωματικό εισιτήριο, για να συνεχίσουν τη διαδρομή τους.
Το τραγούδι συνέβαλε στη διάδοση της φράσης.
Υπάρχει, όμως, και μια άλλη εκδοχή, μια πιο παλιά, ιστορική εκδοχή, που συνδέεται με τη Λατινική Νομισματική Ένωση, στην οποία συμμετείχε και η Ελλάδα από το 1865 έως το 1927, κάτι που ίσως δεν γνωρίζατε, κι όμως τότε η ελληνική δραχμή είχε την ίδια αξία και περιεκτικότητα σε ασήμι με το γαλλικό φράγκο.
Έτσι, στο λαϊκό λεξιλόγιο, το «φράγκο» σήμαινε τη δραχμή και το «δίφραγκο» το νόμισμα των δύο δραχμών.
Όταν η ένωση διαλύθηκε και η Ελλάδα βγήκε από αυτό το κοινό νομισματικό σύστημα, η φράση «τέρμα τα φράγκα, τα δίφραγκα» αποτύπωσε, σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, και το τέλος μιας περιόδου οικονομικής σταθερότητας.
Η φράση «Τέρμα τα δίφραγκα» έγινε τόσο δημοφιλής, που γυρίστηκε και ταινία, συγκεκριμένα η ελληνική κωμωδία Τέρμα τα δίφραγκα, με πρωταγωνιστές τον Βασίλης Αυλωνίτης και τον Νίκος Ρίζος, η οποία, φυσικά, βοήθησε ακόμη περισσότερο στην καθιέρωση της έκφρασης.
Μεταξύ μας… είτε ακουγόταν μέσα σε ένα παλιό λεωφορείο είτε γεννήθηκε μέσα από μια ολόκληρη εποχή, η φράση «Τέρμα τα δίφραγκα» κουβαλά κάτι πολύ οικείο, εκείνη τη στιγμή που ξέρεις πως μέχρι εδώ ήταν.
Βάνα Σμπαρούνη-Μεταξύ μας
"Just between us… have you ever wondered where the proverbial Greek phrase 'Terma ta difragka' (The two-drachma coins end here) came from?
Well, the story begins many decades ago, back when city buses had conductors and fares weren't a flat rate, but were determined by distan
ce. Yes, you read that right… by distance.
This meant that depending on the route, a ticket could cost, for example, 1.20 drachmas, 1.50 drachmas, or 2 drachmas—the famous 'difragko' (two-drachma coin).
Now, you might reasonably ask: how does the phrase 'Terma ta difragka' fit into all this?
It comes from the moment the bus would approach a stop where the validity of a specific ticket price ended. At that point, the conductor would shout, 'End of the one-drachma fare!' or 'Terma ta difragka!' (End of the two-drachma fare!). This meant, my friends, that those who had paid two drachmas either had to get off or pay for a supplemental ticket to continue their journey.
However, there is another, older historical version linked to the Latin Monetary Union, which Greece was a member of from 1865 to 1927. You might not have known this, but back then, the Greek drachma had the same value and silver content as the French franc.
Consequently, in popular vocabulary, the word 'frango' (franc) came to mean the drachma, and 'difragko' referred to the two-drachma coin.
When the union dissolved and Greece exited this common monetary system, the phrase 'terma ta frangka, ta difragka' captured—according to this version—the end of a period of economic stability.
The phrase 'Terma ta difragka' became so popular that it even inspired a film—specifically, the Greek comedy Terma ta Difragka, starring Vasilis Avlonitis and Nikos Rizos. This, of course, helped establish the expression even further.
Between us… whether it was first shouted inside an old bus or born out of an entire era, the phrase 'Terma ta difragka' carries something very familiar: that exact moment when you realize, 'this is the end of the line.
Κάθε φράση και μια ιστορία...Ναι, μια ιστορία που την κουβαλάει από παλιά, πολύ παλιά... Αλήθεια έχετε ποτέ αναρωτηθεί ποια είναι η ιστορία της φράσης "Άρτζιμπούρτζι και λουλάς";Μήπως από κάποιο μεσαιωνικό ουσιαστικό; Η φράση "Τα μυαλά σου και μια λίρα και του Μπογιατζή ο κόπανος"μήπως σε κάποιον Αλβανό κύριο φοροεισπράκτορα Κιουλάκ Βογιατζή; Και η φράση "Τα ίδια Παντελή μου, τα ίδια Παντελάκη μου" σε ποιον οφείλεται; Σίγουρα σε κάποιον κύριο, αλλά σε ποιόν; Τι ρόλο έπαιξαν οι γερολεβέντες παλιοί πολεμιστές επί εποχής Όθωνα ώστε να βγει η φράση "Σιγά τον πολυέλαιο" Αρτζιμπούρτζι
και λουλάς
Προέρχεται
από το μεσαιωνικό ουσιαστικό αρτσιβούριον,
κι αυτό από το αρμενικό arats-havoth = μηνυτής,
αγελιαφόρος. Αναφέρεται στην πρώτη
εβδομάδα του Τριωδίου, στη διάρκεια της
οποίας οι Αρμένιοι ακολουθούν αυστηρότατη
νηστεία Οι Βυζαντινοί αντιμετώπιζαν
με εχθρότητα αυτή τη συνήθεια, μάλιστα
η μονή Μάμαντος επέμενε στην κατανάλωση
αυγών και τυριού κατά τη διάρκεια αυτής
της εβδομάδας, για να διαχωριστεί από
την αίρεση των Αρτζιβουρίων. Η λέξη
κατέληξε να γίνει συνώνυμη με την αταξία
και την πλήρη ακαταστασία, γιατί οι
Βυζαντινοί προσπαθώντας να ερμηνεύσουν
την καθιέρωση αυτής της νηστείας, το
έκαναν με πολλούς και συχνά παράλογους
τρόπους με αποτέλεσμα να επικρατήσει
σύγχυση. Αργότερα στο αρτζιμπούρτζι
προστέθηκε η λέξη λουλάς για να ενταθεί
εκφραστικά η σύγχυση.
Οι
Βυζαντινοί ήταν άφταστοι στο να
εφευρίσκουν πρωτότυπες τιμωρίες. Όταν
έπιαναν κάποιον να κρυφακούει, του
έριχναν ζεματιστό λάδι στ’ αφτιά και
τον κούφαιναν. Για τους «ωτακουστές»
-όπως τους έλεγαν τότε αυτούς- ο
αυτοκράτορας lουλιανός αισθανόταν
φοβερή απέχθεια. Μπορούσε να συγχωρέσει
έναν προδότη, αλλά έναν «ωτακουστή»
ποτέ. Ο ίδιος έγραψε έναν ειδικό νόμο
γι’ αυτούς, ζητώντας να τιμωρούνται με
μαρτυρικό θάνατο. Μα όταν τον έστειλε
στη Σύγκλητο, για να τον εγκρίνει, εκείνη
τον απέρριψε, γιατί θεώρησε ότι το
αμάρτημα του «ωτακουστή» δεν ήταν και
τόσο μεγάλο. Είπαν δηλαδή -οι Συγκλητικοί-
ότι η περιέργεια είναι φυσική στον
άνθρωπο και ότι αυτός που κρυφακούει,
είναι, απλώς, περίεργος. Μπορεί να κάνει
την κακή αυτή πράξη, αλλά χωρίς να το
θέλει. Έτσι βρήκαν την ευκαιρία να
καταργήσουν και το καυτό λάδι και ζήτησαν
να τους επιβάλλεται μικρότερη ποινή. Ο
lουλιανός θύμωσε, μα δέχτηκε να αλλάξουν
το σύστημα της τιμωρίας με κάτι άλλο
που, ενώ στην αρχή φάνηκε αστείο, όταν
μπήκε σε εφαρμογή, αποδείχθηκε πως ήταν
αφάνταστα τρομερό. Έβαζαν δηλαδή στ’
αφτιά του ωτακουστή… ψύλλους!
Τα ενοχλητικά ζωύφια, έμπαιναν βαθιά
στο λαβύρινθο του αφτιού κι άρχιζαν να
χοροπηδούν, προσπαθώντας να βρουν την
έξοδο. Φυσικά, ο δυστυχισμένος που
δοκίμαζε αυτή την τιμωρία, έφτανε πολλές
φορές να τρελαθεί. Από τότε, ωστόσο,
έμεινε η φράση «του μπήκαν ψύλλοι στ’
αφτιά», που σήμερα έφτασε
να σημαίνει, ότι μου μπαίνουν υποψίες
στο μυαλό για κάτι.
Βγήκε
ασπροπρόσωπος
Ένας
Οθωμανός στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας,
ήθελε να πάει στη Μέκκα, για να
προσκυνήσει. Βρήκε, λοιπόν έναν συγχωριανό
του Οθωμανό και του άφησε τα πενήντα
του πρόβατα να τα προσέχει μέχρις ότου
γυρίσει.
Την
άλλη μέρα, όταν είχε κιόλας αναχωρήσει
ο φίλος του για το μεγάλο ταξίδι της
Μέκκας βρήκε την ευκαιρία και πούλησε
τα πρόβατα, που του είχε αφήσει να τα
φυλάει. Όταν με τον καιρό επέστρεψε
ο γείτονάς του από τη Μέκκα, πήρε μια
«τσανάκα» γιαούρτι και το πήγε στο
φίλο του, για να τον καλωσορίσει και να
του πει πως αυτό το γιαούρτι είναι, ότι
έμεινε από τα πενήντα του πρόβατα. Τούτο
δε έγινε, όπως του είπε, γιατί έμαθε από
άλλους συνταξιδιώτες του ότι είχε
αρρωστήσει από πανώλη και αφού έδωσε
τα μισά πρόβατα στους φτωχούς παρακάλεσε
τον Αλλάχ να τον κάνει καλά. Τα δε άλλα
μισά τα έδωσε προ ημερών στους φτωχούς,
γιατί έμαθε ότι ο Αλλάχ τον έκανε καλά
και γυρίζει πίσω στην πατρίδα.Αλλά,
όταν τον άκουσε να του λέει τα ψέματα
αυτά, τόσο αγανάκτησε, που πήρε την
«τσανάκα» με το γιαούρτι και του την
πέταξε στα μούτρα, λέγοντάς του να
ξεκουμπιστεί από το σπίτι του. Αυτός
τότε, έφυγε απαθέστατα. Όταν
κάποιος άλλος συγχωριανός του τον ρώτησε
που τον είδε βγαίνοντας από το σπίτι,
γιατί είναι έτσι άσπρο το πρόσωπό του
απάντησε: «Α, φίλε μου, όποιος δίνει
καλό λογαριασμό, βγαίνει ασπροπρόσωπος». Αυτή
είναι μια από τις επικρατέστερες εκδοχές,
απ’ την οποία έμεινε ηφράση «βγήκε
ασπροπρόσωπος», που την λέμε σήμερα,
όταν κάποιος βγαίνει αλώβητος από μια
δοκιμασία, μια δύσκολη περιπέτεια, ένα
μπλέξιμο. Λέμε επίσης και «τον έβγαλε
ασπροπρόσωπο», εννοώντας πως κάποιος
δικαιώνει κάποιον άλλον που πίστεψε σ’
αυτόν.
Τα
μυαλά σου και μια λίρα και του Μπογιατζή
ο κόπανος
Την
εποχή της Τουρκοκρατίας υπήρχε στην
Αθήνα ένας Αλβανός φοροεισπράκτορας,
που γύριζε στα διάφορα σπίτια των
Χριστιανών και μάζευε τον καθιερωμένο
κεφαλικό φόρο. Ονομαζόταν Κιουλάκ
Βογιατζή. Ήταν δύο μέτρα περίπου ψηλός
και το άγριο πρόσωπο του ήταν κατάμαυρο
και βλογιοκομμένο. Οι Έλληνες, μόνο
που τον έβλεπαν, τους κοβόταν η ανάσα. Ο
λόρδος Βύρωνας που τον γνώρισε από
κοντά, γράφει ότι έμοιαζε σαν δαίμονας, που
ξεπήδησε από την κόλαση κι ότι τα παιδιά
πάθαιναν ίλιγγο τρόμου, όταν τον αντίκριζαν,
ξαφνικά μπροστά τους. Ο
Κιουλάκ Βογιατζή κρατούσε πάντοτε στα
χέρια του ένα κοντόχοντρο κόπανο και
με αυτόν απειλούσε τους χριστιανούς.
Έλεγε, δηλαδή ότι θα τους σπάσει το κεφάλι,
αν δεν του έδιναν μια χρυσή λίρα ή δύο
φλουριά, όπως απαιτούσε ο κεφαλικός
φόρος κάθε έξι μήνες. Ο
Αλβανός, όμως αυτός ήταν τόσο κουτός,
ώστε δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τα διάφορα
νομίσματα της εποχής εκείνης. Έτσι,
πολλοί Έλληνες που δεν είχαν να πληρώσουν,
του έδιναν μερικές μπρούτζινες δεκάρες,
που τις γυάλιζαν προηγούμενα, για να
φαίνονται χρυσές και τον ξαπόστελναν.
Από τότε, λοιπόν, έμεινε η φράση «Τα
μυαλά σου και μια λίρα και του μπογιατζή
ο κόπανος», που τη λέμε συνήθως για
τους ελαφρόμυαλους. Μπογιατζής δεν ήταν
άλλος από τον Κιουλάκ Βογιατζή με τον
κόπανό του.
Πλήρωσε
τα μαλιά της κεφαλής του
Οι
φόροι πριν από τον 19ο αιώνα ήταν τόσοι
πολλοί στην Ελλάδα, ώστε, όσοι δεν
είχαν να πληρώσουν, έβγαιναν στο βουνό.
Ανάμεσα σ’ αυτούς τους φόρους, υπήρξε
και ένας τον οποίον πλήρωνα όσοι είχαν
μακρυά…μαλλιά! Για
τη φοβερή αυτή φορολογία, ο ιστορικός
Χριστόφορος Άγγελος, γράφει τα εξής
χαρακτηριστικά: «Οι
επιβληθέντες φόροι ήσαν αναρίθμητοι,
αλλά και άνισοι. Έκτος της δεκάτης, του
εγγείου και της διακατοχής των
ιδιοκτησιών, εκάστη οικογένεια κατέβαλε
χωριστά φόρον καπνού εστίας), δασμόν
γάμου, δούλου και δούλης, καταλυμάτων,
επαρχιακών εξόδων, καφτανίων, καρφοπετάλλων
καί άλλων εκτάκτων. Ενώ δε ούτω βαρείς
καθ’ εαυτούς ήσαν οι επιβληθέντες
φόροι, έτι βαρύτερους καί αφόρητους
καθίστα ο τρόπος της εισπράξεως και
η δυναστεία των αποστελλομένων προς
τούτο υπαλλήλων ή εκμισθωτών. Φόρος
ωσαύτως ετίθετο επί των ραγιάδων
(ραγιάς=υπόδουλος εκ της τουρκικής
λέξεως “raya”) εκείνων οίτινες έτρεφον
μακράν κόμην». Από
τον τελευταίο αυτόν φόρο, έμεινε
παροιμιώδης η φράση «Πλήρωσε τα μαλλιά
της κεφαλής του», την οποία λέμε σήμερα
για κάτι που πληρώνουμε πολύ ακριβά.
Σιγά
τον πολυέλαιο!
Βρισκόμαστε
στα χρόνια του Όθωνα. Ο Βαυαρός βασιλιάς,
που ντυνόταν με φουστανέλες και φέσι
και στις πιο επίσημες εμφανίσεις του,
μαζί με τη βασίλισσα Αμαλία οργάνωναν
συχνά γιορτές στ’ Ανάκτορα. Η πιο
διαλεχτή κοινωνία εκείνον τον καιρό
ήταν, βέβαια, οι επιζώντες και οι απόγονοι
των αγωνιστών του ‘21, μαζί με τους
ξένους αυλικούς, που ήρθαν στην Ελλάδα,
συνοδεύοντας τον Όθωνα. Το ότι στους
απλούς αυτούς ανθρώπους ήταν άγνωστη
η δυτική εθιμοτυπία, εκτός ελαχίστων
εξαιρέσεων, δε μείωνε καθόλου τη
μεγαλοπρέπεια και την ομορφιά
των συγκεντρώσεων ούτε την οικειότητα
με τους ξένους αξιωματικούς, που ήταν
πάντα θαυμαστές κάθε ελληνικής
εκδήλωσης. Το κέφι, λοιπόν, έφθανε πολύ
γρήγορα στο κατακόρυφο με τους
ελληνικούς χορούς, που με ζήλο προσπαθούσαν να μάθουν και οι ξένοι. Κι
εδώ ακριβώς είναι το σημείο που μας
ενδιαφέρει. Οι γερολεβέντες παλιοί
πολεμιστές, στον ενθουσιασμό τους,
τραβούσαν κι άδειαζαν προς το ταβάνι
τα κουμπούρια τους. Κι ακόμα σε καμιά
«γυροβολιά», όταν το απαιτούσε η φιγούρα
του χορού, έβγαζαν και το τσαρούχι,
εκσφενδονίζοντάς το προς τα πάνω. Αλλά
τις αίθουσες των Ανακτόρων τις φώτιζαν
κρυστάλλινοι πολυέλαιοι και κηροστάτες.
Στο κρίσιμο, λοιπόν, αυτό σημείο, ακουγόταν ψιθυριστά και με τη συνοδεία ενός
ευγενικού χαμόγελου, φιλική «παραίνεση»
κάποιου γνωστού των Ανακτόρων προς
τον ενθουσιώδη χορευτή: «Σιγά τον
πολυέλαιον!».
Τα
ίδια Παντελάκη μου τα ίδια Παντελή μου
Η
παροιμιώδης αυτή έκφραση, οφείλεται σε
έναν Κρητικό, που ονομάζονταν Παντελής
Αστραπογιαννάκης. Όταν
οι Ενετοί κυρίευσαν τη Μεγαλόνησο, αυτός
πήρε τα βουνά μαζί με μερικούς τολμηρούς
συμπατριώτες του. Από εκεί κατέβαιναν
τις νύχτες και χτυπούσαν τους
κατακτητές μέσα στα κάστρα τους. Για
να δίνει, ωστόσο, κουράγιο στους νησιώτες,
τους υποσχόταν ότι θα ελευθέρωναν
γρήγορα την Κρήτη. Με
το σήμερα, όμως, και με το αύριο, ο καιρός
περνούσε και η κατάσταση του νησιού
αντί να καλυτερεύει, χειροτέρευε. Οι
Κρητικοί άρχισαν ν’ απελπίζονται. Μα
ο Αστραπογιαννάκης δεν έχανε το
θάρρος του, εξακολουθούσε να τους
δίνει ελπίδες για σύντομη απελευθέρωση.
Οι συμπατριώτες του, όμως, δεν τα
πίστευαν πια. Όταν, λοιπόν, το ασύγκριτο
εκείνο παλικάρι πήγαινε να τους
μιλήσει, όλοι μαζί του έλεγαν: «Ξέρουμε
τι θα πεις. Τα ίδια Παντελάκη μου, τα
ίδια Παντελή μoυ!». Έτσι
προέκυψε και η αντίστοιχη παροιμιώδης
φράση, η οποία υποδηλώνει μια κατάσταση,
συνήθως ανεπιθύμητη, η οποία παραμένει
αμετάβλητη.
τα ίδια Παντελάκη μου....
Κάποιος
φούρνος θα γκρέμισε
Είναι
γνωστό και το ανέκδοτο του Κολοκοτρώνη
με τον Άγγλο φιλέλληνα Κνόου. Ο
τελευταίος, που μιλούσε αρκετά καλά τη
γλώσσα μας και θαύμαζε το Γέρο για την
τόλμη και την εξυπνάδα του, τον ρώτησε
κάποτε, αν το χωριό που γεννήθηκε ήταν
μεγάλο.
– Όχι
και τόσο, αποκρίθηκε ο Κολοκοτρώνης.
Δεν πιστεύω να έχει παραπάνω από
εκατό φούρνους…
Ο
Άγγλος, που δεν ήξερε ότι με το «φούρνος»
εννοούσε «σπίτι», τον κοίταξε ξαφνιασμένος.
– Και
δεν είσαι ευχαριστημένος, στρατηγέ; τον
ρώτησε. Εμένα το δικό μου χωριό δεν
έχει περισσότερους από δυο φούρνους!
– Βρε
τον κακομοίρη! είπε τότε ο Κολοκοτρώνης.
Και πώς ζεις σε τέτοια μοναξιά; Όταν
λοιπόν στα χωριά αυτά πέθαινε κανένας
νοικοκύρης, οι φίλοι του έλεγαν: «Ο φούρνος
του μπάρμπα Νότη γκρέμισε», εννοώντας
ότι με το θάνατο το αρχηγού της οικογένειας,
το σπίτι του γκρέμιζε, χανόταν.Από
τη μεταφορική λοιπόν αυτή φράση, βγήκε
η έκφραση «Κάποιος φούρνος γκρέμισε»,
ή «Κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε» που
τη λέμε σήμερα, άγνωστο γιατί, όταν
μας επισκέπτεται κάποιος, που έχουμε
να δούμε πολύ καιρό.
Γιάννης
κερνάει, Γιάννης πίνει
Ο
Θυμιούλας έτρωγε στην καθισιά του
ολόκληρο αρνί, αλλά και πάλι σηκωνόταν
πεινασμένος. Έπινε όμως και πολύ. Παρόλα
αυτά ήταν εξαιρετικά ευκίνητος, δε
λογάριαζε τον κίνδυνο κι όταν έβγαινε
στο πεδίο της μάχης, ο εχθρός μόνο που
τον έβλεπε, τρόμαζε στη θέα του. Πολλοί
καπεταναίοι, μάλιστα, όταν ήθελαν να
κάνουν καμιά τολμηρή επιχείρηση, ζητούσαν
από τον Κολοκοτρώνη να τους τον…δανείσει! Κάποτε
ωστόσο, ο Θυμιούλας, μαζί με άλλους πέντε
συντρόφους του,πολιορκήθηκαν στη
σπηλιά ενός βουνού. Και η πολιορκία
κράτησε κάπου τρεις μέρες. Στο διάστημα
αυτό, είχαν τελειώσει τα λιγοστά τρόφιμα
που είχαν μαζί τους οι αρματολοί και
ο Θυμιούλας άρχισε να υποφέρει αφάνταστα.
Στο τέλος, βλέποντας ότι θα πέθαινε
από την πείνα, αποφάσισε να κάνει μια
ηρωική εξόρμηση, που ισοδυναμούσε με
αυτοκτονία. Άρπαξε το χαντζάρι του,
βγήκε από τη σπηλιά και με απίστευτη
ταχύτητα, άρχισε να τρέχει ανάμεσα στους
πολιορκητές, χτυπώντας δεξιά και
αριστερά. Ο εχθρός σάστισε, προκλήθηκε
πανικός και τελικά τρόμαξε και το
‘βαλε στα πόδια. Έτσι, γλίτωσαν όλοι
τους.Ο Θυμιούλας κατέβηκε τότε σ’
ένα ελληνικό χωριό, έσφαξε τρία αρνιά
και τα σούβλισε. Ύστερα παράγγειλε
και του έφεραν ένα «εικοσάρικο» βαρελάκι
κρασί κι έπεσε με τα μούτρα στο φαγοπότι.
Φυσικά, όποιος χριστιανός περνούσε από
κει, τον φώναζε, για να τον κεράσει.
Πάνω στην ώρα, έφτασε και ο
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ρώτησε να
μάθει, τι συμβαίνει."Γιάννης
κερνά και Γιάννης πίνει!" απάντησε ο
προεστός του χωριού. Όπως λένε,αυτή
η φράση, αν και παλιότερη, έμεινε από
αυτό το περιστατικό. Παραπλήσιανείναι
και η αρχαιότερη έκφραση: «Αυτός αυτόν
αυλεί».
Το 80% των παροιμιών μας θα τολμούσαμε να πούμε ότι προέρχεται από τον
αρχαιοελληνικό κόσμο, όπως υποστηρίζει με έμφαση η φιλόλογος και
συγγραφέας Άννα Τζιροπούλου Ευσταθίου.
Όπως λέει ο Πλούταρχος, τον 1ο αιώνα μ.Χ., σχολιάζοντας τον λόγο του
Αρχία «ες αύριον τα σπουδαία»: «ο μεν ουν λόγος, ως παροιμία, μέχρι νυν
διασώζεται παρά τοις Έλλησι…». Από τότε έχουν περάσει 2.000 χρόνια και ο
λόγος είναι ζωντανός.
Απτά παραδείγματα διά του λόγου το αληθές:
Ο Ιωάννης Στοβαίος (5ος αιώνας μ.Χ.) δεν απέχει καθόλου από το ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη: «μία χελιδών έαρ ου ποιεί».
Ο Ησίοδος (700-800 π.Χ.) σε μεγάλο βάθος χρόνου υποστηρίζει :
«γείτονες άζωστοι έκιον» δηλαδή «άζωστος τρέχει ο γείτονας και ο
συγγενής ζωσμένος», όταν χρειαστεί να ζητήσουμε βοήθεια.
Επίσης από τον Ησίοδο προέρχεται το «ει κακά τις σπείραι• κακά κέρδεα αμήσειεν» (ό,τι σπείρεις θα θερίσεις).
Ο Πίνδαρος: «κρέσσων οικτιρμού φθόνος» (κάλλιο να σε ζηλεύουνε παρά να σε λυπούνται).
Ιδιαιτέρως τα λόγια του Ομήρου, του μεγάλου αυτού ποιητή, είναι πολύ συχνά κοντά στα δικά μας:
«ουκ αν… ανά στόμ’ έχων» (μην πιάνης στο στόμα σου),
«μη μοι σύγχει» (μη με συγχύζεις),
«λύεται γούνατα» (λύονται τα γόνατα),
«τον δε λίπε ψυχή» (λιποψύχησε),
«τότε μοι χάνοι ευρεία χθων» (ν’ ανοίξει η γη να με καταπιεί).
Ακόμη: Διογένης: «αποσκότισόν με» (μη με σκοτίζεις) Πλάτων: (Συμπόσιο) «τέμνοντες ώσπερ … ταις θριξίν» (στην τρίχα) Μένανδρος: «κακόν μεν αλλ’ αναγκαίον κακόν» (αναγκαίον κακόν) Ευριπίδης: (Μήδεια) «άνω ποταμών ιερών χωριούσι πηγαί» (άνω ποταμών) Σοφοκλής, (Φιλοκτήτης) «έσχατ’ εσχάτων» (έσχατος εσχάτων), Λουκιανός: «άγει σε και φέρει της ρινός έλκων» (σε σέρνει απ’ τη μύτη»,
«γάλα ορνίθων» (του πουλιού το γάλα),
«τριχολογείν και τρίχας αναλέγεσθαι» (ασχολούμαι με τρίχες»,
«πέμπειν ες κόρακας» (… στον κόρακα), και
«ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος) τονίζει στον βαρκάρη του Αχέροντα ο Μένιππος του Λουκιανού.
Είναι γεμάτη η αρχαία ελληνική γραμματεία από πολλές ίδιες χαρακτηριστικές εκφράσεις, συνήθειες και προλήψεις Αριστοφάνης: «άπτεσθαι ξύλου» (κτύπα ξύλο) Αισχύλος (Επτά επί Θήβας): «τριχός ορθίας πλόκαμος ίσταται» (σηκώθηκαν οι τρίχες της κεφαλής) Αριστοφάνης (Εκκλησιάζουσες): «μα τω Θεώ» Αθήναιος: «ώστε υπτίους υπό του γέλωτος καταπεσείν» (έπεσαν ανάσκελα από τα γέλια) Πολύβιος «εαυτούς εξεθεάτρισαν» (έγιναν θέατρο) Αισχύλος (Αγαμέμνων): «τον πάθει μάθος» (ο παθός μαθός) Ευριπίδης (Ιππόλυτος): «Κακόν πέλαγος εισορώ» (πελάγωσα)
Καλώς ορίσατε στο "Βάνα Σμπαρούνη-Vana Sbarouni-Μεταξύ μας..." Magazino
To "Βάνα Σμπαρούνη-Vana Sbarouni-Μεταξύ μας..." Magazino είναι ένας χώρος σκέψης, παρατήρησης και ειλικρινούς κουβέντας.Γράφουμε για όσα μας αγγίζουν, μας προβληματίζουν και μας ενώνουν.Ιστορίες, απόψεις και στιγμές της καθημερινότητας χωρίς φίλτρα.Ένα ψηφιακό μαγκαζίνο — απλό, ανθρώπινο και αληθινό
Το δικό μου Μεταξύ μας...
Μεταξύ μας…
γράφω για όσα δεν φαίνονται,
για όσα αισθάνομαι πριν τα καταλάβω.
Για τις μικρές στιγμές που κρύβουν μεγάλη αλήθεια.
Για τις σιωπές που μιλούν πιο καθαρά από τις λέξεις.
Για την αίσθηση ότι ο κόσμος, όσο χαοτικός κι αν μοιάζει, έχει έναν κρυφό ρυθμό.
Αν κάτι ενώνει αυτές τις σκέψεις, είναι η πίστη πως η ζωή δεν είναι τυχαία —
είναι εμπειρία, αναζήτηση και συναίσθημα μαζί.
Και ίσως αυτό να είναι το δικό μου “μεταξύ μας”…
να μοιράζομαι αυτά που με κάνουν να κοιτάζω λίγο πιο βαθιά, λίγο πιο ήσυχα, λίγο πιο αληθινά.
Από πού με διαβάζεις; 🌍“Where are you reading/watching me from?
👋 Γεια σου!
Από ποια χώρα με διαβάζεις; 😊
Θα χαρώ πολύ να το μάθω στα σχόλια!-
👋 Hello!
Which country are you watching/reading me from? 😊
I’d love to know in the comments!”
“...Άρχισα να γράφω τούτο το οδοιπορικό της ζωής μου αδέξια, άκομψα, μήπως και αγαπήσω τον εαυτό μου. Δεν ξέρω, τελικά, αν τον αγάπησα...
Θέλω να πιστεύω πως μετά από τόσα χρόνια γράφω τις αλήθειες μου, ότι ταξινομώ τις σκέψεις μου, πως παραδέχομαι τα λάθη μου. Είμαι σε μια ηλικία που αρχίζω να φοβάμαι. Αναμοχλεύω τα γεγονότα που με σημάδεψαν, τα φέρω στην επιφάνεια και να εξιλεωθώ μετά.
Της ζωής μου η βόλτα είχε πολλές συννεφιές, μπόρες, μονοπάτια που τα διάβηκα με πολλές τραυματικές εμπειρίες και γρατσουνιές. Καθώς περνούν τα χρόνια και βαραίνουν την πλάτη μου όλο και πληθαίνουν οι κριτές της συνείδησής μου που με δικάζουν και με καταδικάζουν. Αναλογίζομαι τα πρωτινά μου λάθη και τα κουβεντιάζω με τον εαυτό μου με λιγότερες δυνατές φωνές. Κοιτάζω τον ήλιο με άλλα μάτια και με θαμπώνουν τα σφάλματά μου, αυτά που ζωγραφίζονται στο δίσκο του πιο ξεκάθαρα, σε μεγεθυντικούς φακούς..
Πόσα θέλω να πω, αχ πόσα...! Να πω όλα αυτά που έχω θαμμένα μέσα μου, αυτά που τα έλεγα στον εαυτό μου, τις ώρες που έμενα μόνη ή στον ύπνο μου στα όνειρά μου τα ξέμπαρκα τα πεθαμένα σε μια αμμουδιά... Να πω όλα αυτά που τα κρατούσα χρόνια τώρα και ξαφνικά σαν ένας χείμαρρος, θέλησαν να ξεχυθούν και να βγουν πάνω στο χαρτί.
Έζησα μια ζωή που το μόνο μου επίτευγμα ήταν οι κακές επιλογές μου. Μια απ' αυτές ήταν και εκείνος...”
Γεννήθηκα στην Πάτρα και η καταγωγή μου είναι απ' το Ευπάλιο της Φωκίδας. Η μεγάλη αγάπη μου για τη μουσική μ' έκανε μια μέρα να διαβώ το κατώφλι του ωδείου και να ξεκινήσω μαθήματα κλασικής κιθάρας καθώς και θεωρία της μουσικής.
Η μουσική ήταν για μένα η πιο σπουδαία δασκάλα που είχα ποτέ στη ζωή μου, η πιο όμορφη συντροφιά και παρηγοριά στους αγώνες της γενιάς μου για δημοκρατία, παιδεία, ελευθερία. Αυτή μου έμαθε ν' αφουγκράζομαι τα ανθρώπινα, να σεργιανάω στις γειτονιές του κόσμου, να γίνομαι ένα με τους λαϊκούς ανθρώπους και να τραγουδάμε μαζί τους πόνους, τις χαρές, τις ελπίδες και τους ανεκπλήρωτους πόθους μας.
Μια μέρα εκεί σε κάποιο σεργιάνι μου σε μια γειτονιά, εντελώς ξαφνικά άρχισα να καταγράφω δειλά πάνω σ' ένα τετράδιο πενταγράμμου τις ιστορίες που άκουγα. Χωρίς να το καταλάβω, η περιπέτεια αυτή η μαγική της συγγραφής για μένα ήδη είχε ξεκινήσει. Έτσι το 2004 με τη φίλη μου τη Γεωργία Σταυριανέα γεννήθηκε το πρώτο βιβλίο με τίτλο «Μην ξεχάσεις το κλειδί πάνω στην πόρτα» απ' τις εκδόσεις Βεργίνα και το 2007, το δεύτερο, πάλι με τη φίλη μου τη Γεωργία Σταυριανέα, με τίτλο «Ο χορός των θεριστών» απ' τις εκδόσεις Υδρόγειος. «Το ξύλινο βήμα της Αυγής» είναι η τρίτη, αυτή τη φορά, προσωπική, συγγραφική μου προσπάθεια.
Επισκεφτείτε τη σελίδα μου στο facebook:Βάνα Σμπαρούνη.