Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2024
Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2023
Το καντηλάκι μέσ'στο"Φτωχικό"-Ναπολέων Λαπαθιώτης-ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-Λό...
In: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑAUDIO Δεκεμβρίου 02, 2023 By: Μεταξύ μας...Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2023
Ο Σαρλό και το αθάνατο νερό του Ντίνου Δημόπουλου-Λόγος με tempo-Βάνα Σμ...
In: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑAUDIO Νοεμβρίου 28, 2023 By: Μεταξύ μας...Δευτέρα 17 Ιουλίου 2023
Γιάννης Ρίτσος "Η ψάθα του μπάρμπα' Λια" διήγημα- Λόγος με tempo - Βάνα ...
In: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑAUDIO Ιουλίου 17, 2023 By: Μεταξύ μας...Σάββατο 8 Ιουλίου 2023
Δον Κιχώτης-Η μάχη με τους ανεμόμυλους-Μ.Θερβάντες-Λόγος με tempo-Βάνα Σ...
In: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑAUDIO Ιουλίου 08, 2023 By: Μεταξύ μας...Παρασκευή 7 Ιουλίου 2023
"Το κορίτσι με το φεγγάρι στο χέρι" διήγημα του Μενέλαου Λουντέμη - Λόγο...
In: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑAUDIO Ιουλίου 07, 2023 By: Μεταξύ μας...Παρασκευή 14 Απριλίου 2023
"Χριστός Ανέστη" Παύλος Νιρβάνας-Πασχαλινό διήγημα-Λόγος με tempo- Βάνα ...
In: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑAUDIO Απριλίου 14, 2023 By: Μεταξύ μας...Κάποτε
– εδώ και πολλά χρόνια – που μου ΄τυχε
να κάνω Ανάσταση σε κάποιο ορεινό χωριό
της Ρούμελης, ένας γέρος χωριάτης,
υψώνοντας τη λαμπριάτικη λαμπάδα του
σαν χαιρετισμό προς τ’ αναστάσιμα
άστρα, μου είπε σαν να μιλούσε με τον
εαυτό του:
–
Ημέρεψαν
απόψε, παιδί μου, τα Ουράνια.
Στα
δυο αυτά λόγια ο αθώος χωριάτης είχε
κλείσει επιγραμματικά το βαθύτερο νόημα
του χριστιανικού θαύματος˙ «ημέρεψαν
τα Ουράνια». Ο ουρανός, χωρίς το μεγάλο
χριστιανικό θαύμα, θα εξακολουθούσε να
είναι για την περίφοβη ψυχή του απλοϊκού
ανθρώπου, για κάθε ανθρώπινη ψυχή, το
κατοικητήριο ενός Θεού τρομερού,
δικαιοκριτή χωρίς επιείκεια και τιμωρού
χωρίς έλεος. Τέτοιοι στάθηκαν οι θεοί
όλων των θρησκειών. Κυβερνούσαν τα
πλάσματά τους με τον τρόμο. Τύραννοι
παντοδύναμοι, μακρυσμένοι απ’ το λαό
τους, δεν είχαν γνωρίσει ποτέ τις
αδυναμίες του, δεν είχαν πονέσει ποτέ
τον πόνο του, δεν είχαν βασανιστεί ποτέ
απ’ τα βάσανά του, δεν είχαν κλάψει ποτέ
τα δάκρυά του. Ανίκανοι να συμπονέσουν,
να λυπηθούν και να συγχωρέσουν. Πώς να
μην είναι «άγρια», όπως τα ‘βλεπε το
μάτι του φοβισμένου ανθρώπου, τα Ουράνια,
τα κατοικημένα από τέτοιους θεούς;
Και
μέσα στην ανοιξιάτικη εκείνη νύχτα, που
η λαμπάδα του γέρου χωριάτη είχε υψωθεί
σαν χαιρετισμός προς τα λαμπρά, αναστάσιμα
άστρα, τα Ουράνια είχαν ημερέψει. Δεν
κατοικούσε πια εκεί απάνω, υψωμένος
στον τρομερό του θρόνο, ένας θεός ξένος
για τους ανθρώπους. Κατοικούσε ένας
γλυκύτατος θεός, που είχε πονέσει όλους
τους πόνους των ανθρώπων, που είχε
γνωρίσει όλες τις αδικίες της γης, που
είχε τραβήξει όλες τις καταφρόνιες, που
είχε πληρώσει όλες τις αχαριστίες. Τον
έβρισαν, τον αναγέλασαν, τον έφτυσαν,
τον έσυραν δεμένο στους δρόμους σαν τον
τελευταίο κακούργο, τον σταύρωσαν.
Πείνασε, δίψασε, κουράστηκε, αντίκρισε
τη φρίκη του θανάτου. Για μια στιγμή
είδε τον εαυτό του λησμονημένο κι απ’
τον ίδιο τον Θεό, που ήταν πατέρας του.
«Θεέ μου, Θεέ μου γιατί με εγκατέλειψες;»
Δε στάθηκε πόνος που να μην τον γνώρισε,
καρδιοσωμός που να μην τον ένιωσε,
δυστυχία που να μη γεύτηκε το φαρμάκι
της. Ήπιε όλα τα φαρμάκια που μπορεί να
πιει άνθρωπος σ’ αυτόν τον κόσμο. Και
τη νύχτα εκείνη, ο πονεμένος και
βασανισμένος αυτός άνθρωπος είχε ανεβεί
στους Ουρανούς και είχε καθίσει
παντοδύναμος στον θρόνο του θεού, να
κυβερνήσει τον κόσμο. Πώς να μην «ημερέψουν
τα Ουράνια»; Μια απέραντη καλοσύνη είχε
πλημμυρίσει το στερέωμα.
Γιατί
να τρέμει πια ο αμαρτωλός; θα συλλογιζότανε
ο γέρος. Εκείνος που συγχώρεσε την πόρνη,
τον ληστή, κι εκείνους ακόμα που τον
σταύρωσαν, είναι τώρα εκεί απάνω, για
να ιδεί τα δάκρυα της μετάνοιάς του και
να τον συγχωρέσει. Γιατί ν’ απελπίζεται
ο άρρωστος; Εκείνος που γιάτρεψε τον
τυφλό και τον παράλυτο είναι τώρα εκεί
απάνω για να τον γιατρέψει. Γιατί να
βαρυγκωμάει ο φτωχός και ο αδικημένος;
Εκείνος που πείνασε και δίψασε είναι
τώρα εκεί απάνω και καταλαβαίνει τη
δυστυχία του. Γιατί να λαχταράει η μάνα
για το παιδί της; Εκεί απάνω στους
Ουρανούς είναι μια Μανούλα που δοκίμασε
τον πόνο της, για να παρακαλέσει το παιδί
της, που κυβερνάει τον κόσμο, να τον
ελεήσει. Και γιατί να τρέμει ο ασπρομάλλης
ο γέρος την ώρα του θανάτου; Είναι και
γι’ αυτόν, είναι για κάθε ψυχή, μια
ανάσταση.
Τα
Ουράνια είχαν ημερέψει, αλήθεια, εκείνη
την ανοιξιάτικη νύχτα. Και η λαμπάδα
του γέρου είχε υψωθεί σαν χαιρετισμός
και σαν ευχαριστία προς τα αναστάσιμα
άστρα.
–
Χριστός
Ανέστη, παππού!
–
Ο
Θεός, ο Κύριος, παιδί μου!
Τετάρτη 5 Απριλίου 2023
"Το πρώτο μου Πάσχα"Γρ.Ξενόπουλος-Πασχαλιάτικο διήγημα- Λόγος με tempo-Β...
In: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑAUDIO Απριλίου 05, 2023 By: Μεταξύ μας...Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2023
Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2022
"Η Συβαρίτισσα"Λιλή Ζωγράφου-απόσπασμα-Λόγος με tempo-Βάνα Σμπαρούνη
In: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑAUDIO Οκτωβρίου 02, 2022 By: Μεταξύ μας..."Όχι όχι, εγώ δεν θέλω ν' αλλάξει ο κόσμος αυτός.
Να χαλάσει θέλω, να τον χαλάσω, να τον γκρεμίσω, αυτό θέλω, να τον δω σωριασμένο, να δρασκελίσω τα χαλάσματα τρέχοντας με τα χέρια ανοιχτά στον άνεμο, στη λευτεριά, ν' αγκαλιάσω τους ανθρώπους, πόσοι ωραίοι άνθρωποι θα υπάρχουν στον κόσμο, όλοι θα 'ναι ωραίοι και αληθινοί, και θα γελούν, θα μιλούν καλοσυνάτα χωρίς να ταπεινώνουν ο ένας τον άλλον..."
[''Συβαρίτισσα'', Λιλή Ζωγράφου]
Σάββατο 27 Αυγούστου 2022
"Η πρώτη φορά που αντίκρισα τον πατέρα μου με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ"Απόσπασμα απ' το Ιστορικό Αφήγημα της μητέρας μου, Σωσώς Ανδρικοπούλου "Συνέβησαν έτσι..."
In: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑAUDIO Αυγούστου 27, 2022 By: Μεταξύ μας...Η πρώτη φορά που αντίκρισα τον πατέρα μου
με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ
Είχε σημάνει εσπερινό εκείνο το γλυκό απόβραδο του Ιουλίου το μικρό σήμαντρο του Άι Γιώργη. Ο παπα Παναής πρόβαλε στο προαύλιο της εκκλησία γλυκός, γαλανός, ίδιος γήινος αρχάγγελος. Κατέβαινε τα λιγοστά σκαλοπάτια, ενώ τα ράσα του τ' ανέμιζε το αεράκι που ερχόταν από το βουνό. Παρακάτω σ' ένα στρογγυλό ξέφωτο, μαζεύονταν για λίγη συντροφιά οι χωριανοί. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν τρεις φιγούρες αλλιώτικες, μια γυναίκα μεγάλη με δύο παιδιά, ένα κορίτσι και ένα αγόρι πολύ διαφορετικοί από τους άλλους της συντροφιάς. Η μεγάλη γυναίκα ήταν η μητέρα μου, το κορίτσι ήμουν εγώ και το αγόρι ο αδελφός μου.
Η μητέρα μου μια κυρία πανέμορφη, αρχοντικιά, ντυμένη απλά, αναδείκνυε μια μοναδικότητα. Με ωραίο παράστημα, πρόσωπο καλοσυνάτο, με μάτια γελαστά ακόμα και όταν δεν γελούσε. Αγκάλιαζε όλη την παρέα μ' ευπροσήγορη καταδεκτικότητα. Ήμασταν και οι τρεις μας στο επίκεντρο της συντροφιάς. Θυμάμαι η μητέρα μου φορούσε ένα απλό μαύρο φόρεμα, με άσπρο γιακά που το πλούμιζε με την ομορφιά της. Ήταν σαράντα πέντε χρονών περίπου μ' εμφανέστατα τα ίχνη της παρωχημένης καλλονής. Δίπλα της καθόμουν εγώ, ένα κορίτσι δεκατριών χρονών με διάπλαση έφηβης, με καστανά πλούσια μαλλιά πλεγμένα σε δύο χοντρές πλεξούδες. Αστραποβολούσα, παίρνοντας δανεική λίγη από την ακτινοβολία της μητέρας μου, με τη δροσιά μου παραπανίσια να με κάνει πιο όμορφη. Στο άλλο πλάι καθόταν ο αδελφός μου, ένα δεκάχρονο αγόρι λίγο χλωμό. Στεκόταν με πρόσωπο στρυφνό, βασανισμένο γιατί ήταν υποχρεωμένο να μένει αδρανές κάτω απ' το άγρυπνο ενδιαφέρον της μητέρας μας. Αυτό ήθελε να παίξει μα το κρατούσε, ίσως με κάποιο φόβο για κάτι αόριστο που τη βασάνιζε. Ήταν όμορφο αγόρι ο αδελφός μου, πανομοιότυπο της μητέρα μας, μα γένους αρσενικού. Όλοι στο χωριό ήξεραν ότι αυτό το αρμονικό οικογενειακό τρίο είχε πάει να κάνει καλοκαιρινές διακοπές στο βουνίσιο ειδυλλιακό θέρετρο. Άλλωστε εκείνη την εποχή το βουνό τραβούσε τους παραθεριστές πιο πολύ από τη θάλασσα.
Κι ήταν εκείνη η γαληνεμένη ώρα του δειλινού του Ιουλίου μετά τον εσπερινό. Γύρω μοσχοβολούσε η μυρωδιά του σκίνου και του θυμαριού που ερχόταν με το αγεράκι από το τρανό λιθάρι, που δέσποζε πάνωθέ του σαν γρανιτένιος γίγαντας, όπως ένας φύλακας άγγελος για το ανθρώπινο ομάδι, που ρουφούσε τις ευωδιές από τις αλτάνες, με τους βασιλικούς, τις ματζουράνες, τους κατιφέδες, ανακατεύοντας ένα σύνθετο κοκτέιλ αρωμάτων που μεθούσε με την καθαρότητα της ατμόσφαιρας. Ο ήλιος κατακόκκινος δίσκος αποχαιρετούσε εκεί μακριά στο νοητό ορίζοντα το βόρειο ημισφαίριο με μια καληνύχτα στην αόρατη ανοιχτή θάλασσα. Γαληνεμένο απόσπερο. Κάπου από εκεί ψηλά, στο τρανό λιθάρι είχε ξεπροβάλει το μισό κίτρινο φεγγάρι, σαν χρυσή γόνδολα στα κανάλια του στερεώματος. Όλα ειδυλλιακά... ως και τα τσοπάνια από τα πρόβατα που γύριζαν από τη βοσκή χορτασμένα, ηχούσαν σαν μελωδία σε δίσκο με βελόνα ενός πεύκου στο γραμμόφωνο της φύσης. Κι έσμιγε η μυρωδιά της καβαλίνας με τ' αρώματα της μάνας γης.
Εκεί στη μικρή ραχούλα, με τ' αυτοσχέδια πέτρινα καθίσματα, ήταν ο περίπατος του απόβραδου. Καθόμασταν κουβεντιάζοντας, λέγοντας αστεία για να περάσει η ώρα. Πότε μας σκέπαζε μια αστροφεγγιά μυστηριακά, καθώς οι ίσκιοι μεγάλωναν γύρω μας και γίνονταν γίγαντες, ή μια ολόγιομη φεγγαράδα με το ασημένιο της φως. Τ' αγόρια με τα κορίτσια κάναμε με τις ματιές μυστικές συμφωνίες για μελλοντικά ζευγαρώματα.
Μα εκείνο το βράδυ μια μουγκαμάρα είχε πέσει ξαφνικά στην ανομοιογενή παρέα μας. Ήταν σαν κάτι να περιμέναμε ενστικτώδικα να συμβεί. Απροσδόκητα από μακριά με την πνοή του ανέμου ακούστηκε ένα τραγούδι. Στην αρχή ήταν κάτι όμοιο με τη μουρμούρα από νυχτοπούλια, που από ώρα είχαν αρχίσει το χαβά τους. Κοιταχτήκαμε έκπληκτοι, μα δεν φοβηθήκαμε. Καταλάβαμε πως δεν ήταν Γερμανοί. Εκείνοι ερχόντουσαν τραγουδώντας ανατριχιαστικά με τα πολυβόλα τους. Αυτό το τραγούδι που ακουγόταν ήταν αισιόδοξο, επικό. Σκορπούσε τη μελωδία του ρυθμικά με τα πατήματα αυτών που το τραγουδούσαν, με φωνές αντρίκειες, συγχρονισμένες, πρωτόγονα μελωδικές. Τα βήματά τους βαριά μα στοργικά πάνω στο χορτάρι. Λες και δεν ήθελαν να το πατήσουν οι αρχάγγελοι της λευτεριάς για να μην το τραυματίσουν.
“Όχι!” φωνάξαμε όλοι, “αυτοί δεν είναι Γερμανοί”. Τα νυχτοπούλια έκοψαν το μονότονο λάλημά τους και ακινητοποίησαν τα ράμφη τους στους σκισμένους βράχους και στα στοργικά φυλλώματα των αιωνόβιων πλατάνων. Και το τραγούδι τράνευε, γινόταν πιο έντονο καθώς κόνταινε. Γεμάτο λεβεντιά, χωρίς άλτ, έκανε τα κλαδιά των δέντρων να χορεύουν, να λυγίζουν με τον άνεμο για να κάνουν υποκλίσεις στους λεβέντες που διάβαιναν. Μαζί με το τραγούδι τους κρατούσαν και τα ντουφέκια τους. Με αυτά σήκωναν ψηλά με τα χέρια τους τη λευτεριά της πατρίδας. Με κυκλικές παρελάσεις στα πέτρινα δρομάκια του χωριού, έδιναν ρυθμό στο τραγούδι τους οι χοντρές τους αρβύλες, και τα πατήματα των αλόγων τους πέταγαν σπίθες πάνω στο λιθόστρωτο δρόμο. Τα μέτωπα τους σκέπαζαν τα καπέλα τους με μοναδικά διακριτικά “ΕΛΑΣ” σε μια ποικιλία χρωμάτων και σχεδίων. Ανέπνεαν και άνθιζαν χαμόγελα που έκλειναν το μέλλον της Ελλάδας γεμάτα ελπίδες. Ήταν σαν να έλεγαν μελωδικά: “Αγαπηθείτε, Ενωθείτε, Πολεμήστε...”.
Συγκεντρωθήκαμε στη μικρή πλατεϊτσα κάτω από το ξέφωτο, όπου εκεί εμείς το ανθρώπινο ομάδι περνούσαμε τις γαληνεμένες ώρες του δειλινού. Το σκοτάδι είχε πέσει για καλά και μόνο η αστροφεγγιά φώτιζε τους σύγχρονους ήρωες, που στάθμευσαν την πορεία τους. Με μιας σηκωθήκαμε όλοι και κατηφορίσαμε φωνάζοντας: “Αντάρτες, αντάρτες του ΕΛΑΣ”. Είχαμε τώρα τις απαντοχές μας με τον απελευθερωτικό στρατό τους. Και όλα άλλαζαν. Έμοιαζαν μυθική χώρα, μια αναδυόμενη Αντλαντίδα.
Μαζί τους έτρεξα κι εγώ με τον αδελφό μου, που είχαμε απαγκιστρωθεί θεληματικά από την επιτήρηση της μητέρας μας. Τρέχαμε και εμείς να ανταμώσουμε το μεγάλο γεγονός εκείνης της μαγικής βραδιάς, να το ζήσουμε με την ένταση του αναπάντεχου.
Στη μέση του δρόμου, ένας αντάρτης που είχε ξεστρατίσει από τους άλλους βιαστικός έτρεξε προς τη μεριά μας, μας αγκάλιασε και μας φίλησε. “Πού είναι η μαμά;” μας ρώτησε. Τότε όλοι κατάλαβαν τη μυστική μας ταυτότητα. “Μπαμπα! Μπαμπα!” φώναξε ο αδελφός μου και έπεσε στην αγκαλιά του. Εκείνος τον σήκωσε ψηλά και τον έβαλε να καθίσει στη σέλα του αλόγου του. Στο μεταξύ εγώ τον κοιτούσα εκστασιασμένη. Ναι, ήταν ο πατέρας μου, ο αρχηγός. Πάνω σ' ένα ντορή Ουγγαρέζικο άλογο έμοιαζε με μικρογραφία γίγαντα. Φορούσε τη στολή του τσαλακωμένη από τις πορείες και τις μάχες, με τα διακριτικά του βαθμού του, που όμως φάνταζε με λαμπρή πανοπλία στρατηλάτη. Στο κεφάλι του με τα λιγοστά άσπρα μαλλιά φορούσε έναν κόκκινο μπερέ με τ' αρχικά γράμματα Ε.Λ.Α.Σ (Εθνικός, Λαϊκός, Απελευθερωτικός, Στρατός). Στο πρόσωπό του έλαμπαν δύο φλογερά μάτια, σαν κάρβουνα πυρωμένα. Ξέχυναν τη λάμψη τους να διαλύσουν τα σκοτάδια. Έσκιζαν με τις αστραπές τους τον ουρανό της σκλαβιάς, να διαλύσουν την αντάρα, για να' ρθει η λιακάδα με την ξαστεριά της λευτεριάς. Γεμάτος σιγουριά με τα παλικάρια που τον ακολουθούσαν, αποφασισμένοι για την τελική νίκη. Ρίγησα σύγκορμη. Μια περηφάνια με κυρίευσε για αυτόν τον μεγάλο άνθρωπο, τον αρχηγό. Αυτός που ήταν ο πατέρας μου".
Τρίτη 19 Απριλίου 2022
"Sαντίνα" ένα μικρό απόσπασμα απ' το νέο μου βιβλίο
In: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑAUDIO Απριλίου 19, 2022 By: Μεταξύ μας...
“
Απόψε γράφω από ένα κελί ενός μοναστηριού αφιερωμένο στη Θεοτόκο, ένα πραγματικό ησυχαστήριο σε ένα κατάφυτο όμορφο πλάτωμα στις ανατολικές υπώρειες του μεγαλοπρεπή Ταΰγετου. Απ' την πρώτη στιγμή που το αντίκρισα, ένιωσα τους δείκτες του ρολογιού της ζωής μου να ακινητοποιούνται στις εφηβικές μεταξωτές μου αναμνήσεις με τον Μάσιμο, τότε που σαν δυο ερωτευμένοι άγγελοι ανταμώναμε στην εξοχή, στο καλύβι της προσμονής με το μοναδικό στενάχωρο δωμάτιο που φάνταζε σαν νυφικός κοιτώνας, κι ας ήταν άδειος γεμάτος από ξερόχορτα, κι ας έμπαινε το κρύο από τις άταχτες χτισμένες πέτρες. Μας έφτανε που ήμασταν μαζί μπροστά στο παράθυρο χωρίς τζάμια και εξώφυλλα, αγκαλιασμένοι σφιχτά με τα σώματά μας κολλημένα να κοιτάμε στον απέραντο ουράνιο θόλο όλα τα αστέρια να λάμπουν σαν ένα.Ας είναι ευλογημένο το καλύβι μας, η αγιοσύνη του πιο ιερή από ένα ερημοκλήσι. Τότε που λέγαμε... χιλιάδες εκατομμύρια άστρα οι έρωτες είναι ο Θεός, χιλιάδες εκατομμύρια μετεωρίτες είναι οι έρωτες. Είναι ο Κόσμος... Τότε που τρέχαμε να μπούμε στην τροχιά της στρατόσφαιρας για να μην μπορεί να μας φτάσει κανείς, που πιασμένοι χέρι χέρι να βαδίζουμε μεθυσμένοι από τη χαρά μας να προφτάσουμε όλη τη μαγεία του κόσμου, του δικού μας κόσμου.Τότε που σηκώναμε τα μάτια στον ουρανό έκθαμβοι να βρούμε στο άπειρο το μεγάλο αστέρι που θα μας οδηγούσε στη δική μας Βηθλεέμ. Αν θελήσω κάποτε να απομονωθώ εδώ θα έρθω. Μου τόπε και η ηγουμένισσα Ανθιμία όταν μίλησα μαζί της.“Εδώ τέκνο μου να είσαι σίγουρη ότι θα λάβεις από την Παντοβασίλισσα Δέσποινα όλες τις θαυματουργές απαντήσεις που ψάχνεις μια ζωή”. Σκέφτομαι να μείνω μερικές μέρες ακόμα για να κάνω τη συντήρηση κάποιων εικόνων. Η προσφορά μου αυτή δεν είναι τίποτα μπροστά στη εσωτερική ηρεμία και γαλήνη που μου δίνει το ησυχαστήριο αυτό της Υπεραγίας Θεοτόκου”
Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2022
"Δεν έκανε πολύ ώρα μέχρι να ανέβει στην πάνω πόλη. Με το που έφτασε ένας γλυκός καιρός τον υποδέχτηκε, θαρρείς πως η φύση εκείνη την ώρα είχε αποφασίσει μια μυστική συνάντηση μαζί του, φέρνοντας του για δώρο μιαν άνοιξη μικρή μέσα στην καρδιά του χειμώνα.
Με την αίσθηση αυτή της ξαφνικής άνοιξης να τον αγκαλιάζει, πήγε και στάθηκε στην άκρη του γκρεμού, εκεί όπου υψωνόταν αγέρωχη η εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Η θέα ήταν μοναδική. Άφησε το βλέμμα του να ταξιδέψει στο γαλάζιο του ουρανού. Μια παρέα πουλιών πετούσε κείνη την ώρα, ενώ στο βάθος κάποια σύννεφα είχαν αρχίσει να μαζεύονται πάνω απ’ τη θάλασσα, φτιάχνοντας υπέροχα σχήματα.
Και έμεινε εκεί στην άκρη του γκρεμού, ασάλευτος να κοιτά τον ανοικτό ορίζοντα αρκετή ώρα. Από μακριά έμοιαζε σαν μια φιγούρα ιμπρεσιονιστή ζωγράφου, σαν μια ονειρικότητα άλλης περασμένης εποχής. Κάποια στιγμή εκεί που όλα ήταν ήσυχα και γαλήνια άρχισε, ξαφνικά, να φυσάει ένα κρύο αεράκι. Σκέφτηκε να φύγει αλλά ήθελε να μείνει κι άλλο εκεί πάνω. Για να μη κρυώνει είπε να πάει στην εκκλησία. Ευτυχώς, ήταν ανοιχτή. Άναψε ένα κεράκι για την ψυχή της Χρύσας και μετά πήγε και κάθισε σε μια καρέκλα, απέναντι από τον ξύλινο λιτό αρχιεπισκοπικό θρόνο. Τελικά, όσες φορές επισκεπτόταν την εκκλησία της Αγίας Σοφίας, εκείνο που του έκανε πάντα εντύπωση ήταν ο τοιχογραφικός της διάκοσμος, που αν και διατηρείτο σε αποσπασματική κατάσταση, ήταν υψηλής ποιότητας και μοναδικής ομορφιάς, καθώς και το μονόγραμμα στο δάπεδο του κτήτορα Μανουήλ Καντακουζηνού με το οικόσημο των Παλαιολόγων. Αναρωτήθηκε πόσες φορές η εκκλησία αυτή ακολούθησε την... τύχη της καστροπολιτείας και παραδόθηκε στις διαθέσεις των κάθε φορά κατακτητών. Θα πρέπει άπειρες μονολόγησε και κοίταξε γύρω του. Περίεργο, τέτοια ώρα και ο μόνος επισκέπτης ήταν αυτός. Φαίνεται ότι τα γκρούπ δεν είχαν έρθει ακόμα εξ αιτίας του καιρού, που εδώ και μέρες δεν έλεγε να φτιάξει. Ένιωσε λίγο κρύο και αποφάσισε να φύγει, δεν είχε νόημα να μείνει άλλο εκεί. Κούμπωσε μέχρι πάνω το μπουφάν του και πήγε να σηκωθεί αλλά κάτι τον κράτησε πίσω. Αυτό το κάτι ήταν η σκέψη της βαλίτσας, ότι ίσως είχε έρθει η στιγμή εκεί κάτω απ' το μυστηριακό φως του αιθέριου τρούλου της εκκλησίας και υπό το δυνατό σαν ακτίνα βλέμμα του Χριστού, επιτέλους, να την ανοίξει. Μη τυχόν το μετανοιώσει, έσκυψε αμέσως και την πήρε απ' τα πόδια του και την έβαλε σε μια καρέκλα μπροστά του. Κατόπιν έβγαλε το κλειδί απ' την τσέπη του και αργά αργά άρχισε να το γυρνά πρώτα στη μία κλειδαριά κι ύστερα στην άλλη. Στα τρία γυρίσματα η βαλίτσα είχε ξεκλειδώσει. Σήκωσε τους μπρούτζινους γάντζους και με μια αποφασιστική κίνηση την άνοιξε.
Και...ένας κόσμος από αλλοτινό καιρό φανερώθηκε μπροστά στα μάτια του. Ένας κόσμος αρχοντικός, που τα πάντα μέσα του ανέδυαν ένα γυναικείο άρωμα. Ένα ιδιαίτερο, ζεστό άρωμα από κέδρο, που κάτι του θύμιζε. Όχι δεν ήταν της Χρύσας, εκείνη φορούσε άρωμα από γιασεμί. Κάποιας άλλης γυναίκας ήταν. Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να θυμηθεί, μια στιγμή, μια εικόνα, που να κουβαλούσε αυτό το άρωμα. Κι έτρεξε πίσω, πολύ πίσω στα χρόνια, τότε που ήταν παιδί, εκεί γύρω στα επτά. Ναι, ήταν μια παραμονή Χριστουγέννων. Εκείνος ήταν στο δωμάτιό του και διάβαζε ένα παιδικό βιβλίο, ο πατέρας του και ο αδελφός του έλειπαν για σκι στον Παρνασσό, όταν ήρθε η Χρύσα και τον πήρε να πάνε μια βόλτα να ξεσκάσει λίγο και αυτός. Κάποια στιγμή κάθισαν σε μια καφετέρια, που ήταν λίγο πιο κάτω απ' το σπίτι, να πιουν μια ζεστή σοκολάτα. Εκεί που έπιναν το ρόφημά τους τούς πλησίασε μια κυρία και ζήτησε να καθίσει μαζί τους. Μια όμορφη αρχοντική κυρία με μεγάλα καστανά μάτια και πλούσια μαύρα μαλλιά, που από την συμπεριφορά της έδειχνε να γνωρίζει τη Χρύσα. Όση ώρα συνομιλούσαν οι δύο γυναίκες, εκείνη δεν έπαιρνε το βλέμμα της από πάνω του. Όταν ήταν να φύγει η κυρία τον ρώτησε αν μπορούσε να του κάνει μια αγκαλιά. Δεν αρνήθηκε. Είχε ανάγκη από μια αγκαλιά. Και φώλιασε μέσα σ' αυτή αρκετά λεπτά. Κάποια στιγμή γύρισε και της είπε με τον αυθορμητισμό ενός παιδιού: Τι όμορφα που μυρίζετε κυρία. Φορούσε το ίδιο άρωμα από κέδρο. Όταν έμειναν πάλι μόνοι ζήτησε από τη Χρύσα να μάθει ποια ήταν αυτή η κυρία. Εκείνη του απάντησε: Μια μέρα, κάποτε, θα μάθεις.
Άνοιξε τα μάτια απότομα. Ήταν σαν να είχε ξυπνήσει από όνειρο. Κι όμως δεν ήταν όνειρο, ήταν μια στιγμή της ζωής του, που την είχε ανασύρει από το ντουλάπι της μνήμης με τη βοήθεια του αρώματος αυτού από κέδρο. Τι παιχνίδια παίζει, μερικές φορές, αυτό το μυαλό μονολόγησε και άρχισε να εξερευνά το περιεχόμενο της βαλίτσας με έναν φόβο μήπως αυτό μ' έναν μαγικό τρόπο εξαφανισθεί σαν σκόνη. Μέσα στη βαλίτσα, λοιπόν, υπήρχε μια δεσμίδα με επιστολές δεμένη με μιαν ιβουάρ κορδέλα, μερικές κάρτ ποστάλ, ένα ξύλινο άλμπουμ με φωτογραφίες, το βιβλίο με τα “Τα ερωτικά” του Γιάννη Ρίτσου, μία καρφίτσα με το λουλούδι sempre viva μαζί με ένα ασημένιο δαχτυλιδάκι, φυλαγμένα σ' ένα διάφανο κουτάκι, κάποια δισκάκια 45 στροφών με παλιά ιταλικά και γαλλικά τραγούδια, ένα χειρόγραφο αρκετών σελίδων, που είχε τον τίτλο Aura, μια μοναχική γυναίκα και ένας μικρός ζωγραφικός πίνακας με την αφηρημένη προσωπογραφία μιας γυναίκας με μάσκα, που τον υπέγραφε ο Dante. Στο κάτω μέρος της βαλίτσας, στη δεξιά πλευρά υπήρχε ένα αριστουργηματικό μπουκαλάκι με λίγο άρωμα μέσα, παλιάς μάρκας, που δεν κυκλοφορούσε πια. Για να βεβαιωθεί ότι ήταν από κέδρο το πήρε και το μύρισε. Τελικά, δεν έχω κάνει λάθος, είναι άρωμα από κέδρο είπε στον εαυτό του και το έβαλε πάλι στη θέση του, ενώ η ιδέα, ότι μπορεί η κυρία εκείνη της καφετέριας να μην ήταν μια οποιαδήποτε γυναίκα, αλλά η ίδια η μητέρα του και ο θησαυρός αυτός που είχε μπροστά του να ήταν δικός της, είχε καρφωθεί για καλά στο μυαλό του. Γιατί όλο αυτό το σκηνικό σίγουρα δεν ήταν μια απλή σύμπτωση, ούτε τα λόγια της Χρύσας τότε τυχαία. Μάλλον είχε έρθει η μέρα να μάθει ποια ήταν αυτή η γυναίκα και τι σχέση είχε μαζί του.
Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2022
Ένα μικρό απόσπασμα απ' το μυθιστόρημά μου "Sαντίνα"
https://www.youtube.com/channel/UCKA8oQVjUqfJvQzFUnvySOg
Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2022
Ένα απόσπασμα απ' το μυθιστόρημα "Ο χορός των θεριστών" της Γ.Σταυριανέα και Β.Σμπαρούνη
In: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑAUDIO Ιανουαρίου 23, 2022 By: Μεταξύ μας...
Η Γοργώ και η Μελίνα. Δύο κορίτσια που μέσα από τα προσωπικά τους αδιέξοδα ακολούθησαν την “πρόκληση ζωή”, δραπετεύοντας από το κοινωνικό σύστημα, με μοναδική καβάτζα τη δύναμη της ηλικίας τους. Συναντιούνται τυχαία στη Ρώμη, κι αποφασίζουν να συγκατοικήσουν, παίζοντας ριψοκίνδυνα το παιχνίδι της επιβίωσης. Ώσπου εντελώς αναπάντεχα, ακολουθώντας τυφλά το δρόμο της πρόκλησης, βρίσκονται να ζουν σ' ένα δικός του ανεμόμυλο στην Αντίπαρο. Χωρία να το επιδιώξουν, μπλέκονται σ' ένα παιχνίδι συνειδησιακών συγκρούσεων, εκτεθειμένες σε επικίνδυνες και βίαιες καταστάσεις...και ο χορός των θεριστών αρχίζει!
Αν σας άρεσε το βίντεο μπορείτε να εγγραφείτε στο κανάλι μου Λόγος με tempo
Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2022
Ανεμόμυλοι, οι πέτρινοι αυτοί πύργοι σε σχήμα κυλινδρικό, που ξεπροβάλλουν διάσπαρτοι πάνω στις κορυφογραμμές των λόφων, αυτοί οι γίγαντες που στέκονται αγέρωχοι ανάμεσα σε γη κι ουρανό, δεν είναι μόνο ένα σήμα κατατεθέν των Κυκλάδων αλλά και μια πηγή έμπνευσης για πολλούς ζωγράφους,ποιητές και λογοτέχνες.
"Στον ανεμόμυλο, στο χάλασμα, την ώρα που της αυγής το χαμογέλασμα ροδίζει,ταράζουν τα ψαρόπουλα τον πράον αέρα με ξαφνικά κραξίματα και με παιγνίδια,5και τ’ αλαφρά μονόξυλα που τα προσμένουντινάζονται ανυπόμονα σαν τα φτερούγιατων πουλιών που δετά τα πόδια του κρατιένται,και γύρω η λιμνοθάλασσα λευκοχαράζεισαν ένα ολάνοιχτο μαργαριταροστρείδι.10Στον ανεμόμυλο, στο χάλασμα, όταν καίεισαν πυρωμένο σίδερο το μεσημέρι,με τη βαριά πνοή του μολυβένιος ύπνοςρουφάει θαλασσινούς και καραβοκυραίους·δεν τρίζουν στ’ αργασμένα χέρια τα καμάκια,15μόνο τα ψάρια στο δροσόκοσμο σαλεύουν.Και γύρω η λιμνοθάλασσα λαμποκοπάεισα σκουτάρι ασημένιο φλωροκαπνισμένο.Στον ανεμόμυλο, στο χάλασμα, την ώραπου βασιλεύει ο ήλιος μ’ όλη του τη δόξα,20τρέχουν και ψάχνουν γι’ αλαφρόπετρες τ’ αγόρια,και για γλυκιές ματιές οι νιες κι οι νιοι, και στέκουνκαι ψάχνουνε για ενθύμησες οι γέροι, και είναιτα γερατειά ιλαρά, στοχαστικά τα νιάτα·και γύρω η λιμνοθάλασσα πορφυροφέρνει25σαν κήπος πυκνοφύτευτος από γεράνια.Στον ανεμόμυλο, στο χάλασμα, την ώραπου τα κρυφά μεσάνυχτα σιγογλιστράνε,από τα νεραϊδόσπηλ’ αεροφερμένοισ’ άλογα με κορμιά απ’ αχνούς, με χήτη αχτίδες,30νέραϊδοι και νεράιδες τραγουδάν και λούζουνδιαμαντένιες θωριές, και κάνουν την αγάπη,και γύρω η λιμνοθάλασσα η βασιλοπούλαγια φόρεμα φορεί τον ουρανό με τ’ άστρα.Στον ανεμόμυλο, στο χάλασμα, μιαν ώρα35πριν της αυγής το χαμογέλασμα ροδίσει,των τουρκομάχων ο λαός γυρνά απ’ τον Άδη,ξαναφιλεί τη γη την πολεμοθρεμμένη,το χάλασμα σαν κάστρο το ξαναστυλώνει,βροντάν τα καριοφίλια, αντιλαλούν οι νίκες,40και γύρω η λιμνοθάλασσα γοργοσπαράζεισαν ολόμαυρο μάτι από θυμό αναμμένο. Στον ανεμόμυλο Κωστής Παλαμάς
"Οι
ώρες έρχονται που αγάπησαν τις ώρες
μας
Σαν
άσπρες ξεγνοιασιές ανεμομύλων οι ώρες
έρχονται που αγάπησαν τις ώρες μας
Με
βήμα τελετουργικό σε λυγερή προϋπάντηση
Μαρτίων οι ώρες έρχονται που αγάπησαν
τις ώρες μας!
Από
τη συλλογή Προσανατολισμοί (1940) του
Οδυσσέα Ελύτη
Γοργώ
Το εσωτερικό του μύλου ήταν πραγματική έκπληξη για μένα. Ήταν ντυμένος με ξύλινη επένδυση και έπιπλα σε χωριάτικο στυλ. Ο κάτω όροφος ήταν χωρισμένος σε κουζίνα και καθιστικό με μεγάλους στρογγυλούς πάγκους. Είχε
ένα
πέτρινο τζάκι και μαξιλάρες ριγμένες
μπροστά του στο πάτωμα. Μια
στρογγυλή
ξύλινη σκάλα οδηγούσε σ’ ένα μικρό
δωμάτιο όπου υπήρχε ένα μεγάλο διπλό
κρεβάτι σκεπασμένο από μια δαντελένια
κουνουπιέρα. Η σκάλα
συνέχιζε
σ’ ένα ακόμα επίπεδο, σχεδόν σοφίτα,
όπου υπήρχε άλλο ένα μικρότερο κρεβάτι
σκεπασμένο με μια κόκκινη φλοκάτη. Μικρά
γαλάζια παραθυράκια φώτιζαν το χώρο
έχοντας παράλληλα μια θαυμάσια θέα
προς τη θάλασσα. Η μυρωδιά της μούχλας
και η απίστευτη σκόνη έδιναν μια όψη
θρίλερ
στην
ατμόσφαιρα. Έκλεισα τα μάτια προσπαθώντας
να το φανταστώ καθαρό
και
περιποιημένο. Το αγάπησα από την πρώτη
στιγμή. Δεν μπορώ να πω το
ίδιο
και για τη Μελίνα την οποία βρήκα να
κάθεται οκλαδόν στο πάτωμα με το
κεφάλι
μέσα στα χέρια της προσπαθώντας να
καταλάβει αν αυτό της συνέβαινε στ’
αλήθεια ή αν έβλεπε ένα κακό όνειρο.
«Όταν θα το καθαρίσουμε και θα το φτιάξουμε θα γίνει ένα κουκλί» της είπα παρηγορώντας την. «Έλα ρε χαζό μη κωλώνεις. Εντάξει θέλει πολύ δουλειά όμως είναι δικό μας. Θα κάνουμε ότι θέλουμε».
Μελίνα
Την επόμενη μέρα ξύπνησα από το άγριο χάραμα. Αθόρυβα μη και ξυπνήσω τη Γοργώ, άνοιξα τη πόρτα και βγήκα έξω. Πρώτη μέρα στη πατρίδα δεν ήθελα με τίποτα να χάσω την ανατολή.Περπάτησα μέχρι τη λιάστρα, το αλώνι που ήταν λίγα μέτρα πιο πέρα και κάθισα χάμω, ενώνοντας τη σιωπή μου με κείνη των άλλων ζωντανών της πλάσης. Η μυρωδιά από το νοτισμένο χώρα, η αναμιγμένη με την αύρα της θάλασσας, η χάρη και η γλύκα της στιγμής μ’ έκαναν να αναριγήσω από συγκίνηση, που κι εγώ ήμουν ένα κομμάτι της φύσης άρρηκτα δεμένο μαζί της.
Δεν ξέρω αλλά με μιας έφτιαξε η διάθεσή μου. Ακόμα κι ο ανεμόμυλος που στεκόταν μόνος και ξεχασμένος ανάμεσα σε γη κι ουρανό φάνταζε διαφορετικά τώρα μπροστά στα μάτια μου, έτσι όπως λουζόταν απ’ τα χρώματα της αυγής. Τελικά η Γοργώ είχε δίκιο όταν μου έλεγε χθες πως με λίγη φαντασία και πολύ δουλειά το καινούργιο μας ορμητήριο θα γινόταν ένα κουκλί, ένα πραγματικό στολίδι που θα το ζήλευαν όλοι. «Τέρμα η τεμπελιά, ώρα για δουλειά» είπα στον εαυτό μου και σηκώθηκα σαν ελατήριο, ευχαριστώντας από καρδιάς τη γιαγιά Γοργώ, που με το δώρο της αυτό άγγιζα κι εγώ μιαν ακρούλα του ονείρου.
Απόσπασμα απ' το βιβλίο "Ο χορός των θεριστών"
Παρασκευή 21 Μαΐου 2021
Απόσπασμα απ'το εφηβικό μυθιστόρημα της Άλκης Ζέη "Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου"
In: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑAUDIO Μαΐου 21, 2021 By: Μεταξύ μας...“Αυτό, λοιπόν, είναι το ΣΥΣΣΙΤΙΟ που τόσες φορές το ’γραφε στους τοίχους. Το ΣΥΣΣΙΤΙΟ που, σαν το πρόφερε ο Αχιλλέας, έπαιρνε τόσο επίσημο ύφος η φωνή του. «Πρέπει να οργανώσουμε τα ΣΥΣΣΙΤΙΑ.» Από εδώ και πέρα ο Πέτρος θα ξέρει πως όποια μαγική λέξη γραφτεί στον τοίχο θα γίνεται αλήθεια”.Ένα απόσπασμα απ' το παιδικό/εφηβικό μυθιστόρημα της Ελληνίδας πεζογράφου Άλκης Ζέη “Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου”. Η συγγραφέας το βιβλίο αυτό το έγραψε στο Παρίσι όταν ήταν αυτοεξόριστη με την οικογένειά της κατά τα χρόνια της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών. Διαβάζει η Βάνα Σμπαρούνη
Breaking News
Send Quick Message
Recent
Random
Καλώς ορίσατε στο "Βάνα Σμπαρούνη-Vana Sbarouni-Μεταξύ μας..." Magazino
Το δικό μου Μεταξύ μας...
Από πού με διαβάζεις; 🌍
και στο YouTube: Logos me tempo-Vana Sbarouni
Links που αγαπάμε!
Popular Posts
ΕΤΙΚΕΤΕΣ
- "ΣΑΝΤΙΝΑ"ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑAUDIOBOOK (6)
- ΑΛΜΑΝΑΚ (1)
- ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ (2)
- ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ (49)
- ΒΙΝΤΕΟ (45)
- ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ (1)
- ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ (10)
- ΕΛΛΗΝΙΚΗΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑAUDIO (12)
- Ευθυμογραφήματα (4)
- ΘΕΑΤΡΟ (4)
- ΙΣΤΟΡΙΑ (27)
- ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΦΡΑΣΕΙΣ (3)
- ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ (23)
- ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (86)
- ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑAUDIO (17)
- ΜΕΛΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ (1)
- ΜΕΤΑΞΥ ΜΑΣ (2)
- ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ AUDIO (1)
- ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ-ΗΧΗΤΙΚΑ ΒΙΝΤΕΟ (6)
- ΜΟΥΣΙΚΗ (6)
- ΜΟΥΣΟΥΡΓΟΙ (1)
- ΜΥΣΤΗΡΙΑ-ANCIENT MYSTERIES (3)
- ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ (2)
- ΠΑΡΑΞΕΝΑ -ΩΡΑΙΑ ΝΕΑ (7)
- ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ (10)
- ΠΟΙΗΣΗ (54)
- ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ (1)
- ΣΑΤΥΡΑ (1)
- ΤΟΞΥΛΙΝΟΒΗΜΑΤΗΣΑΥΓΗΣAUDIOBOOK (6)
- ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ (1)
- ΦΥΣΗ (1)
- ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ (1)
- ΦΩΤΟΛΟΓΙΟ (1)
- PODCAST - ΟΣΑ ΕΦΕΡΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ (1)
recent posts
Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Συνολικές προβολές σελίδας
Το άλλο μου ιστολόγιο
PODCAST
- ΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΕΜΠΟ / ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ ΙΤΑΛΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
- ΜΟΥΣΙΚΟ ΣΕΡΓΙΑΝΙ/ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ
- ΟΣΑ ΕΦΕΡΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ/Τα κορυφαία γεγονότα που συνέβησαν τον μήνα Απρίλιο από 7/4 έως 13/4
- PODCAST ΜΟΥΣΙΚΟ ΣΕΡΓΙΑΝΙ/ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
- PODCAST/ΟΣΑ ΕΦΕΡΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ/Τα κορυφαία γεγονότα που συνέβησαν τον μήνα Απρίλιο από 14/4 έως 20/4
- PODCAST/ΟΣΑ ΕΦΕΡΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ/Τα κορυφαία γεγονότα που συνέβησαν τον μήνα Απρίλιο από 21/4 έως 30/4
- PODCAST ΠΟΙΗΣΗ-"Ελευθερία" του Πώλ Ελυάρ
- PODCAST-ΜΟΥΣΙΚΟ ΣΕΡΓΙΑΝΙ-ΓΚΡΕΚΑΝΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
- PODCAST/ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ/"Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ" Νίκος Καζαντζάκης
- PODCAST ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΜΕΛΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ


