Αγαπημένη
μου φίλη, αλήθεια, από πότε έχουμε να τα
πούμε γραπτά; Πρέπει να είναι πολύ
καιρός. Έτσι δεν είναι; Αν θυμάμαι καλά,
το τελευταίο μου γράμμα θα πρέπει να
στο είχα γράψει αρχές Απρίλη. Τώρα έχουμε
μισά Νοέμβρη. Πω, πω πως περνάει ο καιρός
έτσι, πώς μας παρασέρνει,
μερικές φορές, στη δίνη του. Τέλος
πάντων...
Εσύ,
πώς είσαι αγαπημένη μου; Θα κάνεις καμιά
έκθεση με έργα σου αυτό τον καιρό; Αχ!
Πόσο έχω νοσταλγήσει το Παρίσι και πόσο
έχω επιθυμήσει κι εσένα. Μού λείπουν οι
βόλτες μας στον Σηκουάνα και στην
Μονμάρτη, οι επισκέψεις μας στα διάφορα
events, οι εκθέσεις
ζωγραφικής, οι θεατρικές παραστάσεις.
Αλήθεια τι κάνει ο Αντρέ; Παίζει κάπου
τώρα;. Εγώ αν και είχα πρόταση να παίξω
στην παράσταση “Η τρελή του Σαγιώ”,
δεν δέχτηκα. Τώρα, θα αναρωτιέσαι το
“γιατί”, κι είναι λογικό. Λοιπόν, ας
πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή.
Όλα
ξεκίνησαν πριν από μερικούς μήνες, το
βράδυ της πρεμιέρας του έργου του Τσέχωφ
“Θείος Βάνιας”. Νομίζω σου είχα γράψει
σε κάποιο γράμμα μου ότι θα ανεβάζαμε
το συγκεκριμένο έργο κι ότι θα υποδυόμουν
τη Σόνια. Αλλά μη σε ζαλίζω τώρα με
λεπτομέρειες...
Λοιπόν,
ήταν λίγα λεπτά πριν αρχίσει η παράσταση,
όταν δέχτηκα στο καμαρίνι μου μια
ανθοδέσμη με μια κάρτα. Ήταν απ' τον
Παύλο. Συγκινημένη την πήρα στα χέρια
μου κι άνοιξα τον φάκελλο σίγουρη ότι
θα μου έγραφε καλή επιτυχία και ότι θα
με καμάρωνε καθισμένος στις πρώτες
θέσεις να παίζω. Όμως τίποτα απ' όλα αυτά
που σκέφτηκα δεν ίσχυαν. Ο Παύλος
σ΄εκείνη την κάρτα, τελικά, έγραφε ότι
δεν πρέπει πια να είμαστε μαζί βρίσκοντας
έναν πολύ ωραίο, ποιητικό τρόπο θα έλεγα
για να μου το πει. Μ' ένα απόσπασμα απ'
το “Αλεξανδρινό Κουαρτέτο” του Ντάρρελ.
Αξίζει να στο γράψω:
“...η
σχέση μας αυτή δεν μπορεί να πάει
μακρύτερα, γιατί έχουμε ήδη εξαντλήσει
όλες τις δυνατότητές της στην φαντασία
μας, και εκείνο που στο τέλος θ'
ανακαλύψουμε, πίσω απ' τα μουντά χρώματα
της ηδυπάθειας, θα είναι μια φιλία τόσο
βαθειά που θα γίνουμε σκλάβοι της για
πάντα. Ήταν η ερωτοτροπία δύο πνευμάτων
πρώϊμα εξαντλημένων από την πείρα και
που φαινόταν πολύ πιο επικίνδυνη από
έναν έρωτα βασισμένο στην σεξουαλική
έλξη...” Για μερικά
λεπτά έμεινα να το κοιτώ και να το
ξανακοιτώ, να το διαβάζω και να το
ξαναδιαβάζω. Δεν είναι δυνατόν έλεγα
συνέχεια στον εαυτόν μου, δεν είναι
δυνατόν. Κι όμως, ήταν.
Εκείνο
το βράδυ, ήμουν η καλύτερη Σόνια απ' ό,τι
είπαν κριτικοί και συνάδελφοι. Δεν
ξέρω αν ήμουν η καλύτερη, το μόνο που
ξέρω ήταν πως έπαιξα με την ίδια ψυχική
δύναμη τότε που είχα μάθει για το χαμό
της μητέρας μου.Το ίδιο είχε συμβεί,όταν
το θλιβερό μαντάτο είχε έρθει λίγο πριν
βγω στη σκηνή να παίξω.
Μετά
την παράσταση δεν έμεινα να το γιορτάσουμε
με τους συναδέλφους, προτίμησα να
φύγω και να πάω σπίτι. Άνοιξα μια μπουκάλα
κρασί και παρέα με τον... “Ντάρρελ” τα
ήπιαμε μέχρι το πρωί. Τον Παύλο δεν τον
αναζήτησα, δεν είχε νόημα ούτε να ζητήσω
εξηγήσεις, ούτε και να του πω ότι περίμενα
το παιδί μας. Ναι, όπως το ακούς...το
διαβάζεις θέλω να πω, το παιδί μας. Η
ανόητη ήθελα να του το ανακοινώσω εκείνο
το βράδυ της πρεμιέρας...
Το
επόμενο διάστημα για μένα ήταν πολύ
ζόρικο. Έπρεπε να πάρω κάποιες αποφάσεις
για τη ζωή μου. Και τις πήρα.
Αποφάσισα
να κρατήσω το παιδί και να φύγω απ' την
Ελλάδα, γιατί δεν θα ήθελα με τίποτα να
μεγαλώσει σε μια κοινωνία άκρως
συντηρητική, έτοιμη ανά πάσα στιγμή να
το λιθοβολήσει. Όσο για τον Παύλο, δεν
θα μάθει ποτέ ότι έχει κάπου ένα
παιδί. Ας μείνει με την ιδέα ότι αυτό
που είχαμε εμείς οι δύο κάποτε δεν θα
μπορούσε να πάει μακρύτερα...
Αγαπημένη
μου Ζορζέτ,
Η
ζωή για μια ακόμη φορά με προ(σ)κάλεσε
σ' ένα νέο ξεκίνημα, κι εγώ έπρεπε να
ανταποκριθώ σ' αυτήν την πρό(σ)κληση
της.
Στο
τέλος του μήνα πετώ για Παρίσι.Καλή
αντάμωση...!
Προψές καθούμαστε στου πάτερ Νικόδημου το κελί, τέσσαρες καλογέροι, και γύρω στο μαγκάλι τα λέγαμε. Όξω βόιζε ο βοριάς, κι όσο τον ακούγαμε, τόσο συμμαζευόμαστε κοντά στη φωτιά. Μα και δίχως φωτιά, και δίχως το ρόμι, είχαμε καλοκαίρι στην καρδιά μας. Κι αν είχαν κι άσπρες τρίχες τα γένια μας, δείχτανε ζωηρότερη του προσώπου τη δροσερή κοκκινάδα. Σπίθες πετούσαν από τα μάτια μας και στα χείλη μας ―όσα έβλεπε ανάμεσ’ από τις πυκνές τρίχες όταν γελούσαμε― ήτανε ζωγραφισμένη απέραντη πονηριά, κοσμογνωρισιά κι αθώα κατεργαριά.
Είχαμε καμιάν ώρα μπροστά μας, ώσπου να κοιμηθούμε. Λέει ένας μας·
― Παιδιά, εδώ ο κόσμος μεγάλος δεν είναι, χώρα δεν είναι. Εδώ είναι βουνό με είκοσι τέσσερις καλογέρους και μερικά ζα. Τις ψαλμωδίες και τα τροπάρια τα ‘χουμε και τα παράχουμε στην εκκλησιά. Μα ο άνθρωπος θέλει να βλέπει και κόσμο κάποτες, και ‘γώ λέω, αδέρφια μου, να δούμε κόσμο απόψε. και να τόνε δούμε με το νου μας, αφού με τα μάτια μας είναι αδύνατο. Λάτε να μας πει ένας μας την καλύτερη ιστορία, που του ΄τυχε μες στον κόσμο. Κάτω οι ντροπές, κάτω τα ψέματα. Να δούμε πώς τη χάρηκε τη ζωή του πρι να μπει στο ζυγό. Αμαρτία δεν είναι, και μη φοβάστε. Όποιος δεν τα κάνει, τα λέει. Κι όποιος δεν τα λέει, τα συλλογιέται. Εμείς παρά να τα κάνουμε και να τα συλλογιούμαστε, κάλλιο ας τα λέμε, να ξεθυμαίνουμε, να περνάει η ώρα..."
"Λίγο πιο πριν ήταν νωρίς,
λίγο μετά θα `ναι αργά,
όλα στον χρόνο τους παλεύουν
και στον χρόνο τους νικάν”.
Αγαπημένη μου Χριστίνα μ’ αυτούς τους γεμάτο αλήθεια στίχους της Μελίνας Τανάργη από το τραγούδι της Βαλσάκι να ηχούν γλυκά στ’αυτιά μου έφτασα στον τόπο του ραντεβού μου με τον Πάνο. Ξέρεις σε ποιόν; Στον παραδοσιακό καφενέ του Κυρ Μιχάλη με τις μεγάλες ασπρόμαυρες φωτογραφίες στους τοίχους που απαθανάτιζαν γωνιές του νησιού από εκείνα τα χρόνια τα παλιά και
τα αποσπάσματα των εφημερίδων που
αναφέρονταν στην ιστορία του νησιού
και με την κυρά Κρινιώ, τη χρυσοχέρα
γυναίκα του να βάζει όλη την τέχνη
της στα γλυκά του κουταλιού και στον
καφέ. Θυμάσαι; Είχαμε πιει κι εμείς
εκεί πολλές φορές καφέ. Τέλος πάντων.
Χθες,
λοιπόν, στο τηλεφώνημα που του έκανα
ήμουν λακωνική. «Αύριο, στις 10 το πρωί,
στο καφενέ του Κύρ Μιχάλη» του είχα πει
και πριν προλάβει να ρωτήσει κάτι το
είχα ήδη κλείσει.
Τον
είδα να με περιμένει καθισμένος σ’ ένα
τραπεζάκι δίπλα στην τζαμαρία και με
σκυφτό το κεφάλι να παίζει νευρικά με
τα κλειδιά του.
Εκείνη
την ώρα δεν υπήρχε κόσμος στο καφενέ,
μόνο ο κυρ Μιχάλης ήταν και εμείς. Καλημέρισα τον καφετζή και
μετά κατευθύνθηκα αμέσως προς τη
μεριά όπου βρισκόταν ο Πάνος.
«Καλημέρα»
του είπα γλυκά και κάθισα απέναντί του.
Εκείνος
χωρίς να ανταποδώσει, σήκωσε το κεφάλι
του, και κοιτώντας με ίσια στα μάτια,
μου πρόσφερε ένα μικρό χρυσό λουλουδάκι,
που είχε κρυμμένο
κάτω από μια εφημερίδα. Ήταν μια
Sempreviva.Ξέρεις
εκείνο που φυτρώνει μόνο στα Κύθηρα.
Τι κρίμα να μην το έχει δει ο VanGogh...Τέλος
πάντων, δεν σου κρύβω,πώς μου έκανε
εντύπωση πού το βρήκε και τον ρώτησα.
«Όποιος θέλει ψάχνει
και βρίσκει Λυδία» μου είπε με νόημα.
«Ξέρεις τι σημαίνει το όνομά του;» με
ρώτησε μετά. «Ναι, Ζωντανό για πάντα»
του αποκρίθηκα. «Όπως η αγάπη μου για
σένα… Ζωντανή για πάντα» μου είπε.
Πικρογέλασα λέγοντας του ότι αυτές
είναι μεγάλες κουβέντες που δεν
πρέπει να τις ξεστομίζουμε τόσο εύκολα.
Εκείνος μου είπε ότι το εννοούσε.
Τότε τον ρώτησα γιατί δεν με
εμπιστευόταν,γιατί με αδικούσε και
με αμφισβητούσε συνέχεια. Ξέρεις τι
γύρισε και μου είπε;Ότι εγώ ξέρω να παίζω
πολλούς ρόλους, ένεκα ηθοποιός, ενώ
εκείνος δεν ξέρει. Πήγα να του απαντήσω
ότι εκείνος παίζει με τα νεύρα μου αλλά
προτίμησα να εστιάσω την κουβέντα
στην σχέση μας. Του είπα λοιπόν ότι
το τελευταίο διάστημα έχουμε απομακρυνθεί
και ειλικρινά δεν ξέρω γιατί, γι’ αυτό,
τον παρακάλεσα να πάρει τον χρόνο του,
να πάρω κι εγώ τον δικό μου, να βρεθούμε
με τον εαυτό μας, να μιλήσουμε μαζί του,
να δούμε τι φταίει, τι μας φταίει, και
ποιος ξέρει, ίσως συστηθούμε πάλι,
κτίζοντας την σχέση μας αυτή τη φορά
πάνω σε άλλη βάση, αυτή του αμοιβαίου
σεβασμού,και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης
και εκτίμησης. Γιατί σημασία δεν έχει
μόνο να αγαπάμε αλλά και το πώς αγαπάμε.
Τον
είδα να ανταριάζει. «Τέλειωσες;»
«Ναι,
δεν έχω κάτι άλλο να πω».
«Λοιπόν,
άκου Λυδία για να ξεμπερδεύουμε…»
άρχισε να μου λέει με ύφος σαν να του
είχα κηρύξει τον πόλεμο, «…εγώ δεν έχω
μάθει να αναλύω όπως εσύ, ούτε και με
νοιάζει να μάθω, εγώ ξέρω μόνο να νοιώθω,
πράγμα άγνωστο για σένα. Όλα τα άλλα που
μου λες, να μείνουμε λίγο μόνοι να
σκεφτούμε είναι κουραφέξαλα, μη σου
πω ένας ωραίος τρόπος για να μην μου
πεις κατάμουτρα: Πάνο, ως εδώ
ήταν, το διαλύουμε, γιατί εγώ τώρα είμαι
κάπου αλλού, γιατί γουστάρω, βρε αδελφέ,
να είμαι με κάποιον άλλον.Όπως
κατάλαβες, δεν είμαι κανένας βλάκας ή
κανένας ηλίθιος να μην πάρω χαμπάρι ότι
μου φοράς κέρατο. Φαίνεται από μακριά.
Μωρέ, κάτι ήξεραν όταν μου έλεγαν να μην
μπλέξω με θεατρίνα και μάλιστα με
θεατρίνα ξοφλημένη. Κάτι ήξεραν, τελικά».
Χριστίνα
μου, για μερικά λεπτά έμεινα να τον κοιτώ
αποσβολωμένη,με βλέμμα απορημένο
και κατάπληκτο. Δεν ήταν δυνατόν να μην
είχε καταλάβει τίποτα απ’ αυτά που του
είχα πει. Μάλλον τόση ώρα μιλούσα απέναντι
στον τοίχο. Πήγα να του πω ότι δεν τον
αναγνώριζα και ότι για μια ακόμη φορά
με αδικούσε και με αμφισβητούσε κάνοντας
τη μια μικρότητα μετά την άλλη,αλλά
προτίμησα να μην του το πω,δεν είχε
πια κανένα νόημα. Δυστυχώς, ο Πάνος που
είχα μπροστά μου δεν ήταν εκείνος
που είχα γνωρίσει και αγαπήσει, ήταν
κάποιος άλλος που δεν θα ήθελα στιγμή
να είμαι μαζί του. Σηκώθηκα αμέσως.
Δεν άντεχα άλλο να μένω εκεί, πνιγόμουν.
Με
ρώτησε πού πάω, γιατί φεύγω,και μετά
συνέχισε με μια διαπίστωσή του, ότι έτσι
κάνω πάντα, όταν τα βρίσκω σκούρα.
Χωρίς
να του αποκριθώ, πήγα κοντά του και άφησα
δίπλα στο πακέτο με τσιγάρα του το
Sempreviva. «Αντίο Πάνο …» του
είπα με σπασμένη φωνή, «…να προσέχεις…!»
«Πας
στον καλό σου ε;» άκουσα να μου λέει όλος
κακία, καθώς έκλεινα την πόρτα πίσω μου.
Ήθελα
πολύ να γυρίσω να του πω ότι πηγαίνω
στο ραντεβού με τη ζωή μου αλλά δεν το
έκανα. Ήμουν σίγουρη πώς δεν θα καταλάβαινε
τι εννοούσα...
Έτσι
Χριστίνα μου, έκλεισε το κεφάλαιο Πάνος
στη ζωή μου...
Τι
να γίνει; Έτσι είναι ζωή... ελπίζω,
αγαπημένη μου Χριστίνα,κάποια στιγμή
να έρθει εκείνη η ώρα που όλα θα
φωτιστούν ξανά, όπως λέει και η
αγαπημένη μου Μελίνα Τανάγρη στο
“Βαλσάκι” της...
“Έρχεται
πάντα μια στιγμή που
όλα φωτίζονται ξανά, πισωγυρνάς,τα
ίδια βλέπεις, μ’
άλλα μάτια τα κοιτάς”.
"Ενα τόσο δα μικρό θαύμα"-ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ-Βάνα Σμπαρούνη #logotexnia
Πόσες φορές, δεν ξυπναμε το πρωί μέσα σε μια κακοκεφιά, ψάχνοντας απεγνωσμένα μέσα στο γκρίζο ένα θαύμα, ένα τόσο μικρό θαύμα που θα μας δώσει το δικαίωμα για ένα χαμόγελο. Αυτό ίσως να είναι ένα περιστέρι που προσγειώθηκε κείνη τη στιγμή στην αυλή σου να τσιμπολογήσει τα ψίχουλα που του είχες ρίξει χθές, ένα μικρό άσπρο σύννεφο που ήρθε κι ακούμπησε πάνω απ' τον ουρανό της βεράντας σου, ένα βιβλίο που έπεσε ξαφνικά απ' το ράφι της βιβλιοθήκης κι'ανοιξε στη σελίδα που κάποτε σου είχε φανερώσει ένα μυστικό για τη ζωή, σου είχε αποκαλύψει μιαν αλήθεια, ή μια φωτογραφία, ή ένα γράμμα, που είχες κρύψει μέσα σ' αυτή, απ' τα χρόνια της αθωότητας...
Ένα τόσο δα μικρό θαύμα για μια όμορφη μέρα, επίτηδες για σένα..! Β.Σ.
"Ήταν Τετάρτη και ώρα δύο το μεσημέρι όταν ο Ανδρέας μετά από ένα πολύωρο ταξίδι πέρασε την μεγάλη πύλη των φυλακών και κατευθύνθηκε προς το κεντρικό φυλάκιο, ένα γραφείο αποπνικτικά μικρό. Έριξε μια γρήγορη ματιά μέσα να δει αν υπήρχε κάποιος φύλακας. Δεν υπήρχε. Ήταν ακόμα νωρίς, απ’ ό,τι του είχαν πει, το φυλάκιο άνοιγε στις τρεις το απόγευμα. .."
Η ΓΕΝΝΗΣΗ του Φώτη Κόντογλου πηγή:https://www.stamoulis.gr /
Χριστούγεννα και η ελληνική λογοτεχνία είναι πλούσια σε χριστουγεννιάτικες ιστορίες, γραμμένες από σπουδαίους λογοτέχνες με πρώτο και καλύτερο τον Σκιαθίτη Γέροντα των γραμμάτων, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Τα φετινά Χριστούγεννα δεν είναι ίδια με τα Χριστούγεννα των προηγούμενων χρόνων. Κουβαλούν θλίψη, και μόνο θλίψη. Γι 'αυτό, ας ανατρέξουμε σ' αυτά τα κείμενα, η καρδιά και ο νους σίγουρα θα γαληνέψουν...!
Παραμονή
Χριστούγεννα
τουΦώτη
Κόντογλου ενός απ' τους σημαντικότερους
Έλληνες λογοτέχνες και ζωγράφους
Κρύο
τάντανο έκανε, παραμονή Χριστούγεννα.
Ο αγέρας σα να ’τανε κρύα φωτιά κι
έκαιγε. Μα ο κόσμος ήτανε χαρούμενος,
γεμάτος κέφι. Είχε βραδιάσει κι ανάψανε
τα φανάρια με το πετρόλαδο. Τα μαγαζιά
στο τσαρσί φεγγοβολούσανε, γεμάτα απ᾿
όλα τα καλά. Ο κόσμος μπαινόβγαινε και
ψώνιζε· από το ’να το μαγαζί έβγαινε,
στ᾿ άλλο έμπαινε. Κι όλοι χαιρετιόντανε
και κουβεντιάζανε με γέλια, με χαρές.
Οι
μεγάλοι καφενέδες ήτανε γεμάτοι καπνό
από τον κόσμο που φουμάριζε. Ο καφενές
τ᾿ Ασημένιου είχε μεγάλη φασαρία,
χαρούμενη φασαρία. Είχε μέσα δύο σόμπες
και τα τζάμια ήτανε θαμπά, απ᾿ όξω
έβλεπες σαν ήσκιους τους ανθρώπους. Οι
μουστερήδες είχανε βγαλμένες τις γούνες
από τη ζέστη, κόσμος καλός, καλοπερασμένοι
νοικοκυραίοι.
Κάθε
τόσο άνοιγε η πόρτα και μπαίνανε τα
παιδιά που λέγανε τα κάλαντα. Άλλα
μπαίνανε, άλλα βγαίνανε. Και δεν τα
λέγανε μισά και μισοκούτελα, μα τα λέγανε
από την αρχή ίσαμε το τέλος, με φωνές
ψαλτάδικες, όχι σαν και τώρα, που λένε
μοναχά πέντε λόγια μπρούμυτα κι ανάσκελα,
και κείνα παράφωνα.
Αντίκρυ
στον μεγάλον καφενέ τ᾿ Ασημένιου ήτανε
κάτι φτωχομάγαζα, τσαρουχάδικα, ψαθάδικα
και τέτοια. Ίσια-ίσια αντίκρυ στη μεγάλη
πόρτα του καφενέ ήτανε ένα μικρό
καφενεδάκι, το πιο φτωχικό σ᾿ όλη την
πολιτεία, μία ποντικότρυπα.
Ενώ
ο μεγάλος ο καφενές φεγγολογούσε και
τα τζάμια ήτανε θολά από τη ζέστη, η
ποντικότρυπα ήτανε σκοτεινή, γιατί η
λάμπα, μία λάμπα τσιμπλιασμένη, μία
άναβε, μία έσβηνε, όπως έμπαινε ο χιονιάς
από τα σπασμένα τζάμια της πόρτας. Η
φιτιλήθρα ήτανε στραβοβιδωμένη και
τσαλαπατημένη σαν το μούτρο του καφετζή,
του μπαρμπα-Γιαννακού του Χατζή, το
φιτίλι στραβοκομμένο, το γυαλί σπασμένο
από το ’να μάγουλο και στην τρύπα είχανε
κολλημένο ένα κομμάτι ταραμαδόχαρτο.
Βάλε με το νου σου τι φως έδινε μια τέτοια
λάμπα! Κάτω τα σανίδια ήτανε σάπια και
τρίζανε.
Στον
τοίχο ήτανε κρεμασμένα δύο-τρία παμπάλαια
κάντρα, καπνισμένα σαν αρχαία εικονίσματα:
το ’να παρίστανε τον Μέγα Πέτρο μέσα
σε μία βάρκα που την έδερνε η φουρτούνα,
τ᾿ άλλο τον μάντη Τειρεσία, που μιλούσε
με τον Αγαμέμνονα, τ᾿ άλλο τον Παναγή
τον Κουταλιανό που πάλευε με την τίγρη.
Η
πελατεία ήτανε συνέχεια με το καφενείο.
Όλοι-όλοι ήτανε πέντ᾿ - έξι γέροι
σκεβρωμένοι, σαράβαλα, με κάτι τρύπιες
γούνες που δεν τις έπιανε αγκίστρι.
Δύο-τρεις ήτανε γιαλικάρηδες, δηλαδή
είχανε καμιά σάπια βάρκα και βγάζανε
θαλασσινά για μεζέδες, που τα λέγανε
γιαλικά, γιατί βρίσκουνται στο γιαλό,
δηλαδή στα ρηχά νερά. Οι άλλοι ήτανε
φρουκαλάδες, δηλαδή κάνανε φρουκαλιές.
Ήτανε και κανένας νεροκουβαλητής και
κανένας καρβουνιάρης. Να, αυτή ήτανε η
πελατεία.
Ο
βοριάς έμπαινε μέσα με την τρούμπα και
στριφογύριζε τη λάμπα που κρεμότανε
από το μαυρισμένο ταβάνι κι αναβόσβηνε.
Από το κρύο τρέμανε οι γέροι και
χουχουλίζανε τα χέρια τους, τα βάζανε
κι από πάνω από το τσιγάρο, τάχα για να
ζεσταθούνε.
Ο
φουκαράς ο καφετζής, για να μην παγώσει,
έκανε σουλάτσο, πηγαινοερχότανε από το
τεζάκι ίσαμε την πόρτα, με την παλιογούνα
ριχμένη από πάνω του, και, για να δώσει
κουράγιο στην πελατεία, εκεί που
σουλατσάριζε, τον επίανε το σύγκρυο και
χτυπούσανε τα κατωσάγονά του, κι έσφιγγε
απάνω του την παλιοπατατούκα του κι
έλεγε:
— Εεεέχ!
Μωρέ, ζεστό που είναι το καφενεδάκι
μας!…
Ύστερα
γύριζε κι έδειχνε τον μεγάλον καφενέ,
που καπνίζανε κάργα οι σόμπες, κι έλεγε:
— Αντίκρυ,
σκυλί ψοφά από το κρύο…, σκυλί ψοφά!
Ο
καημένος ο μπαρμπα-Χατζής!
Απ᾿
όξω περνούσε κόσμος βιαστικός, με γέλια
και με χαρές. Από ’δω κι από ’κει
ακουγόντανε τα παιδιά που λέγανε τα
κάλαντα στα μαγαζιά.
Η
ώρα περνούσε κι ανάριευε σιγά-σιγά ο
κόσμος. Τα μαγαζιά σφαλούσαν ένα-ένα.
Μοναχά μέσα στα μπαρμπεριά ξουριζόντανε
ακόμα κάτι λίγοι.
Στο
τσαρσί λιγόστευε η φασαρία, μα στους
μαχαλάδες γυρίζανε τα παιδιά με τα
φανάρια και λέγανε τα κάλαντα στα σπίτια.
Οι πόρτες ήτανε ανοιχτές, οι νοικοκυραίοι,
οι νοικοκυράδες και τα παιδιά τους, όλοι
ήτανε χαρούμενοι, κι υποδεχόντανε τους
ψαλτάδες και κείνοι αρχίζανε καλόφωνοι
σαν χοτζάδες:
Καλήν
εσπέραν, Άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Χριστού
την θείαν γέννησιν να πω στ᾿ αρχοντικό
σας.
Χριστός
γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει,
οι
ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η κτίσις
όλη…
Κι
αφού ξιστορούσανε όσα λέγει το Ευαγγέλιο,
τον Ιωσήφ, τους αγγέλους, τους τσομπάνηδες,
τους Μάγους, τον Ηρώδη, το σφάξιμο των
νηπίων και τη Ραχήλ που έκλαιγε τα τέκνα
της, ύστερα τελειώνανε με τούτα τα λόγια:
Ιδού
οπού σας είπαμεν όλην την ιστορίαν,
του
Ιησού μας του Χριστού γέννησιν την
αγίαν.
Και
σας καλονυκτίζομεν, πέσετε, κοιμηθείτε,
ολίγον
ύπνον πάρετε και πάλιν σηκωθείτε.
Και
βάλετε τα ρούχα σας, εύμορφα ενδυθείτε,
στην
εκκλησίαν τρέξατε, με προθυμίαν μπείτε.
Ν᾿
ακούσετε με προσοχήν όλην την υμνωδίαν
και
με πολλήν ευλάβειαν την θείαν λειτουργίαν.
Και
πάλιν σαν γυρίσετε εις το αρχοντικόν
σας,
ευθύς
τραπέζι στρώσετε, βάλτε το φαγητόν σας.
Και
τον σταυρόν σας κάμετε, γευθείτε,
ευφρανθείτε,
δότε
και κανενός πτωχού, όστις να υστερείται.
Δότε
κι εμάς τον κόπον μας, ό,τ᾿ είναι ορισμός
σας
και
ο Χριστός μας πάντοτε να είναι βοηθός
σας.
Και
εις έτη πολλά.
Μπαίνανε
στο σπίτι με χαρά, βγαίνανε με πιο μεγάλη
χαρά. Παίρνανε αρχοντικά φιλοδωρήματα
από τον κουβαρντά τον νοικοκύρη κι από
τη νοικοκυρά λογιών-λογιών γλυκά, που
δεν τα τρώγανε, γιατί ακόμα δεν είχε
γίνει η Λειτουργία, αλλά τα μαζεύανε
μέσα σε μία καλαθιέρα.
Αβραμιαία
πράγματα! Τώρα στεγνώσανε οι άνθρωποι
και γινήκανε σαν ξερίχια από τον
πολιτισμό! Πάνε τα καλά χρόνια!
Όλα
γινόντανε όπως τα ’λεγε το τραγούδι:
Πέφτανε στα ζεστά τους και παίρνανε
έναν ύπνο, ώσπου αρχίζανε και χτυπούσανε
οι καμπάνες από τις δώδεκα εκκλησιές
της χώρας. Τι γλυκόφωνες καμπάνες! Όχι
σαν τις κρύες τις ευρωπαϊκές, που θαρρείς
πως είναι ντενεκεδένιες! Στολιζόντανε
όλοι, βάζανε τα καλά τους και πηγαίνανε
στην εκκλησιά.
Σαν
τελείωνε η Λειτουργία, γυρίζανε στα
σπίτια τους. Οι δρόμοι αντιλαλούσανε
από χαρούμενες φωνές. Οι πόρτες των
σπιτιών ήτανε ανοιχτές και φεγγοβολούσανε.
Τα τραπέζια περιμένανε στρωμένα μ᾿
άσπρα τραπεζομάντηλα κι είχανε πάνω
ό,τι βάλει ο νους σου. Φτωχοί και πλούσιοι
τρώγανε πλουσιοπάροχα, γιατί οι αρχόντοι
στέλνανε απ᾿ όλα στους φτωχούς. Κι αντίς
να τραγουδήσουνε στα τραπέζια, ψέλνανε
το Χριστός γεννάται, δοξάσατε, Η Παρθένος
σήμερον τον υπερούσιον τίκτει, Μυστήριον
ξένον ορώ και παράδοξον. Αφού ευφραινόντανε
απ’ όλα, πλαγιάζανε ξέγνοιαστοι, σαν
τ᾿ αρνιά που κοιμόντανε κοντά στο παχνί,
τότες που γεννήθηκε ο Χριστός, εν Βηθλεέμ
της Ιουδαίας.
Τώρα
ας πάμε την ίδια βραδιά στην αντικρινή
στεριά, που τρεμοσβήνουνε ένα-δύο μικρά
φωτάκια, πέρα από το πέλαγο, που βογγά
από τον άγριο τον χιονιά.
Είναι
ένα μαντρί πίσω από μία ραχούλα, κοντά
στη θάλασσα, φυτρωμένη από πουρνάρια.
Αυτό το μαντρί είναι του Γιάννη του
Βλογημένου. Τα πρόβατα είναι σταλιασμένα
κάτω από τη σαγιά και ακούγουνται τα
κουδούνια, τιν-τιν, όπως αναχαράζουνε.
Επειδή γεννάνε, οι τσομπαναραίοι
παρα-φυλάγουνε και, μόλις γεννηθεί
κανένα αρνί, τ᾿ αρπάνε και το μπάζουνε
στο καλύβι και το ζεσταίνουνε στη φωτιά
να μην παγώσει. Απ᾿ όξω φωνάζουνε οι
μαννάδες. Η φωτιά ξελοχίζει και το καλύβι
είναι σαν χαμάμι.
Εκεί
μέσα βρίσκουνται εξ᾿-εφτά νοματέοι,
καθισμένοι γύρω από τον σοφρά. Πρώτος
είναι ο αρχιτσέλιγκας Γιάννης ο
Βλογημένος, που, άμα τον δεις, θαρρείς
πως βρίσκεσαι αληθινά στο μαντρί που
γεννήθηκε ο Χριστός. Είναι αρχαίος
άνθρωπος, αθώος, με γένια μαύρα, σαν
άγιος. Τα ρούχα που φορά είναι βρακιά
ανατολίτικα, στα ποδάρια του έχει
τυλιγμένα πετσιά δεμένα με λαγάρες, στο
σελάχι του έχει ήσκα και τσακμάκι. Κι
οι άλλοι τσομπάνηδες είναι σαν τον
Γιάννη, μονάχα που ο Γιάννης κάθεται με
το πουκάμισο, ενώ οι άλλοι, επειδή
βγαίνουνε όξω για να κοιτάζουνε τα
νιογέννητα, φοράνε προβιές προβατίσιες,
με το μαλλί γυρισμένο από μέσα.
Αυτοί
που κάθουνται στον σοφρά είναι
μουσαφιραίοι. Ο ένας είναι ο Παναγής ο
Στριγκάρος, κοντραμπατζής ξακουσμένος
για την παλικαριά του. Είχε πάγει για
κυνήγι και νυχτώθηκε στο μαντρί. Με τον
Γιάννη γνωριζόντανε από χρόνια κι είχε
κοιμηθεί πολλές φορές στη στάνη. Οι
άλλοι τρεις ήτανε καρβουνιάρηδες, που
κάνανε κάρβουνα εκεί κοντά. Οι άλλοι
δύο ήτανε ψαράδες, ο γερο-Ψύλλος με το
γιο του, τον Κωσταντή.
Καθόντανε
λοιπόν γύρω στο σοφρά και τρώγανε. Απάνω
στο τραπέζι ήτανε κρέατα, μυτζήθρες
ανάλατες, μανούρια, αγίζια, ψάρια,
μπεκάτσες ψητές, τσίχλες, κι άλλα πουλιά
του κυνηγιού.
Ο
ένας ο καρβουνιάρης ήτανε από τα μπουγάζια
της Πόλης, από τη Μάδυτο, κι ήξερε κι
έψελνε καλά, είχε και φωνή γλυκιά και
βαριά, τζουράδικη. Έψαλε το Μεγάλυνον,
ψυχή μου, με τέτοιο μεράκι, που κλάψανε
οι άλλοι που τον ακούγανε, κι ο Γιάννης
ο Βλογημένος. Το καλύβι γίνηκε σαν
εκκλησιά, έλεγες πως εκεί μέσα γεννήθηκε
ο Χριστός.
Απ᾿
έξω ο χιονιάς μούγκριζε και τσάκιζε τα
ρουπάκια. Ο γερο-Στριγκάρος καθότανε
στα σκοτεινά συλλογισμένος και μασούσε
το μουστάκι του. Φορούσε μία κατσούλα
από αστραχάν, μ᾿ όλο που έκανε ζέστη,
κι είχε χωμένη την απαλάμη του κάθε
χεριού του μέσα στ᾿ ανοιχτό μανίκι τ᾿
αλλουνού χεριού.
Για
μία στιγμή σωπάσανε να κουβεντιάζουνε.
Ο Στριγκάρος, σκυφτός, κοίταζε το χώμα.
Κούνησε κάμποσο το κεφάλι του, κι άνοιξε
το στόμα του κι είπε:
Βρε
παιδιά, καλά εσείς, γιορτάζετε τη χάρη
Του, είσαστε καλοί άνθρωποι. Αμ εγώ, τι
ψυχή θα παραδώσω, που σκότωσα καμιά
κοσαριά ανθρώπους; Ακόμα και γυναίκες
ξεκοίλιασα, και μωρά πράματα χάλασα!
Κανένας
δε μίλησε. Ύστερ᾿ από ώρα, σαν να ’τανε
μοναχός, ξανακούνησε το κεφάλι του κι
αναστέναξε κι είπε: Άραγες υπάρχει
Κόλαση και Παράδεισο;…
Και
δάγκασε το μουστάκι του. Ξανακούνησε
το κεφάλι του κι είπε μέσα στο στόμα
του, σα να μιλούσε με τον εαυτό του:
Δεν
μπορεί! Κατιτίς θα υπάρχει…
Και
δεν ξαναμίλησε.
Πηγή:http://ikivotos.gr/
Πηγή:http://www.panagiapalatiani.gr/
Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη
Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη πρωτοδημοσιεύτηκε τα Χριστούγεννα του 1896 στην εφημερίδα Ακρόπολις.
Στην ταβέρνα του Πατσοπούλου, ενώ ο βορράς εφύσα, και υψηλά εις τα βουνά εχιόνιζεν, ένα πρωί, εμβήκε να πίη ένα ρούμι να ζεσταθή ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από την γυναίκα του, υβρισμένος από την πενθεράν του, δαρμένος από τον κουνιάδον του, ξορκισμένος από την κυρά–Στρατίναν την σπιτονοικοκυράν του, και φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του, τον οποίον ο προκομμένος ο θείος του εδίδασκεν επιμελώς, όπως και οι γονείς ακόμη πράττουν εις τα «κατώτερα στρώματα», πως να μουντζώνη, να βρίζη, να βλασφημή και να κατεβάζη κάτω Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα! Ο προβλεπτικός ο κάπηλος, δια να έρχωνται ασκανδαλίστως να ψωνίζουν αι καλαί οικοκυράδες, αι γειτόνισσαι, είχε σιμά εις τα βαρέλια και τας φιάλας, προς επίδειξιν μάλλον, ολίγον σάπωνα, κόλλαν, ορύζιον και ζάχαριν, είχε δε και μύλον, δια να κόπτη καφέν. Αλλ’ έβλεπέ τις, πρωί και βράδυ, να εξέρχωνται ατημέλητοι και μισοκτενισμένοι γυναίκες, φέρουσαι την μίαν χείρα υπό την πτυχήν της εσθήτος, παρά το ισχίον, και τούτο εσήμαινεν, ότι το οψώνιον δεν ήτο σάπων, ούτε ορύζιον ή ζάχαρις. ΄Ηρχετο πολλάκις της ημέρας η γριά - Βασίλω, πτωχή, έρημη και ξένη στα ξένα, ήτις δεν είχε προλήψεις κι έπινε φανερά το ρούμι της. Ήρχετο και η κυρά-Κώσταινα η Κλησάρισσα, ήτις εβοηθούσε το κατά δύναμιν εις την εκκλησίαν, ισταμένη πλησίον του μανουαλίου, δια να κολλά τα κεριά, και όσας πεντάρας έπαιρνε την Κυριακήν, όλας τας έπινε, μετ’ ευσυνειδήτου ακριβείας, την Δευτέραν, Τρίτην και Τετάρτην. Ήρχετο κι η Στρατίνα, νοικοκυρά με δύο σπίτια, οπού εφώναζεν εις την αυλόπορταν, εις τον δρόμον και εις το καπηλείον όλα τα μυστικά της, δηλ. τα μυστικά των άλλων, και μέρος μεν αυτών έμενον εις την αυλήν, μέρος δε έπιπτον εις το καπηλείον, και τα περισσότερα εχύνοντο εις τον δρόμον, κι εξενομάτιζε τον κόσμον, ποία νοικάρισσα της καθυστερεί δύο νοίκια, ποίος οφειλέτης της χρεωστεί τον τόκον, ποία γειτόνισσα της επήρεν ένα είδος, δανεικόν κι αγύριστον. Ο μαστρο-Δημήτρης ο φραγκορράφτης της εχρωστούσε τρία νοίκια, ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος πέντε, και τον μήνα που έτρεχεν, εξ. Η Λενιώ, η κουμπάρα της, της πέρασε δευτέραν υποθήκην με δόλον εις το σπίτι, και τώρα ήτον ανάγκη να τρέχη εις δικηγόρους και συμβολαιογράφους, δια να εξασφαλίση τα δίκαιά της. Η Κατίνα, η ανεψιά της από τον πρώτον άνδρα της, της είχεν αφήσει ένα αμανάτι δια να την δανείση δέκα δραχμάς, και τώρα, ακτά την εκτίμησιν δύο χρυσοχόων, απεδείχθη, ότι το ασημικόν ήτο κάλπικον και δεν ήξιζεν ούτε όσα ήξιζαν τα δύο φυσέκια με τες σκουριασμένες μπακίρες – που, αφού, κατά την συνήθειάν της (αυτό δεν το έλεγεν, αλλά ήτο γνωστόν), έβγαλεν έξω το γερο-Στρατήν, τον άνδρα της, την κόρην της, την Μαργαρίταν και την εγγονήν της, την Λενούλαν, ήνοιξε την κρύπτην, απέθεσεν εκεί το ενέχυρον, έβγαλε το κομπόδεμα, έλαβε τα φυσέκια, και τα ενεχείρισε με τρόπον, οπού εσήμαινε να τα δώση και να μην τα δώση, κι εφαίνετο ως να εκολλούσαν τα χέρια της, εις την πτωχήν την Κατίναν. Η Ασημίνα, η παλαιά νοικάρισσά της, τραγουδίστρα το επάγγελμα, όταν εξεκουμπίσθη κι έφυγε, της εχρωστούσε τρία μηνιάτικα και εννέα ημέρας. Και τα μεν έπιπλα, οπού έπρεπε κατά δίκαιον τρόπον να τα εκχωρήση εις την σπιτονοικοκυράν, τα παρέδωκεν εις τον κούκον της, τον τελευταίον αγαπητικόν της, που να τσάκιζε το πόδι της, να μην είχε σώσει ποτέ… Και εις αυτήν δεν έδωκεν άλλο τίποτε, παρά ένα παλιοφυλαχτόν εκεί, λιγδιασμένον, και της είπε μυστηριωδώς, ότι αυτό περιείχε Τίμιον Ξύλον… Σαν εκγρεμοτσακίσθη και έφυγε, το ανοίγει και αυτή εκ περιεργείας, και αντί Τιμίου Ξύλου, τί βλέπει;… κάτι κουρέλια, τρίχες, τούρκικα γράμματα, σκοντάματα, μαγικά, χαμένα πράματα… Τ’ ακούτε σεις αυτά;
Εισήλθε, ριγών, ο μαστρο-Παυλάκης και εζήτησεν ένα ρούμι. Το παιδί του καπηλείου, οπού τον ήξευρε καλά, του είπε· –Έχεις πεντάρα; Ο άνθρωπος έσεισε τους ώμους με τρόπον διφορούμενον. –Βάλε συ το ρούμι, είπεν. Πως να έχη πεντάρα; Καλά και τα λεπτά, καλή η δουλειά, καλό και το κρασί, καλή κι η κουβέντα, όλα καλά. Καλλίτερον απ' όλα η ραστώνη, το ν τ ό λ τ σ ε φ α ρ ν ι έ ν τε των αδελφών Ιταλών. Αν εις αυτόν ανετίθετο να συντάξη τον κανονισμόν της εβδομάδος, θα ώριζε την Κυριακήν δια σχόλην, την Δευτέραν δια χουζούρι, την Τρίτην δια σουλάτσο, την Τετάρτην, Πέμπτην και Παρασκευήν δι εργασίαν, και το Σάββατον δια ξεκούρασμα. Ποιός λέγει, ότι αι εορταί είναι πάρα πολλαί δια τους ορθοδόξους Έλληνας, και αι εργάσιμοι είναι πολύ ολίγαι; Αυτά τα λέγουν όσοι δεν έκαμαν ποτέ σωματικήν εργασίαν και ηξεύρουν μόνον δια τους άλλους να θεσμοθετούν. Ακριβώς την ώραν ταύτην ήλθεν απ’ αντικρύ ο Δημήτρης ο φραγκορράφτης, δια να πίη το πρωινόν του. Μόνην παρηγορίαν είχε, να κάμνη αυτά τα συχνά ταξιδάκια, καθώς τα ωνόμαζε. Διέκοπτεν επί πέντε λεπτά την εργασίαν του, δέκα φοράς την ημέραν, και ήρχετο να πίνη ένα κρασί. Έπαιρνεν εργασίαν από τα μαγαζιά και εδούλευεν ως κάλφας εις το δωμάτιόν του. Εισήλθε και παρήγγειλεν ένα κρασί. Είτα, ιδών τον Παύλον· –Βάλε και του μαστρο-Παυλάκη ένα ρούμι, είπεν. Ως από Θεού σταλμένος, δια να λύση το ζήτημα της πεντάρας, μεταξύ του πελάτου και του υπηρέτου, εκάθισε πλησίον του Παύλου και ήρχισε τοιαύτην ομιλίαν, η οποία ήτο μεν συνέχεια των ιδίων λογισμών του, εις δε τον Παύλον εφάνη ως συνηγορία υπέρ των ιδικών του παραπόνων. –Που σκόλη και γιορτή, μαστρο-Παυλέτο, φίλε μου, είπεν· ούτε καθισιό, ούτε χουζούρι. Τ’ Άη-Νικολάου δουλέψαμε, τ’ Άη-Σπυρίδωνα δουλέψαμε, την Κυριακή προχθές δουλέψαμε. Έρχονται Χριστούγεννα, και θαρρώ, πως θα δουλεύουμε, χρονιάρα μέρα… Ο Παύλος έσεισε την κεφαλήν. –Θέλω κάτι να πω, αλλά δεν ξέρω για να τα σταμπάρω περί γραμμάτου μαστρο-Δημήτρη μου, είπε. Μου φαίνεται, πως αυτοί οι μαστόροι, αυτοί οι αρχόντοι, αυτή η κοινωνία πολύ κακά έχουνε διωρισμένα τα πράγματα. Αντί να είναι η δουλειά μοιρασμένη ίσια τις καθημερινές, πέφτει μονομιάς και μονομπάντα. Δουλεύουμε βιαστικά τις γιορτάδες, και ύστερα χασομερούμε εβδομάδες και μήνες τις καθημερινές. –Είναι και η τεμπελιά εις το μέσο, είπε μετά πονηράς αυθαδείας το παιδί του καπηλείου, ωφεληθέν από μίαν στιγμήν, καθ’ ην ο αφέντης του είχεν ομιλίαν εις το κατώφλιον της θύρας και δεν ηδύνατο ν’ ακούση. –Ας είναι, τί να σου κάμη η προκομμάδα και η τεμπελιά; είπεν ο Δημήτρης. Το σωστό είναι, πολλά κεσάτια και ολίγη μαζωμένη δουλειά. Καλά λέει ο μαστρο-Παύλος. Άλλο αν είμαι ακαμάτης εγώ, ας πούμε, ή ο Παύλος, ή ο Πέτρος, ή ο Κώστας ή ο Γκίκας. Εμένα η φαμίλια μου δουλεύει, εγώ δουλεύω, ο γυιός μου δουλεύει, το κορίτσι πάει στη μοδίστρα. Και μ’ όλα αυτά, δεν μπορούμε ακόμα να βγάλουμε τα νοίκια της κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε για την σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε για τον μπακάλη, για τον μανάβη, για τον τσαγκάρη, για τον έμπορο. Η κόρη θέλει το λούσο της· ο νέος θέλει το καφενείο του, το ρούχο του, το γλέντι του. Ύστερα, κάμε προκοπή. –Υγρασία μεγάλη, μαστρο-Δημήτρη, είπεν ο Παυλέτος, αποκρινόμενος εις τους ιδίους στοχασμούς του. Υγρασία κάτω στα μαγαζιά, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαρειά, ρεματισμοί, κρυώματα. Ύστερα κόπιασε, αν αγαπάς, να αργάζης τομάρια. Το δικό μας το τομάρι άργασε πια, άργασε… –Καλά αργασμένο το δικό σου, μαστρο-Παύλο, αυθαδίασε πάλιν ο υπηρέτης, αινιττόμενος ίσως τας μεταξύ του Παύλου και του γυναικαδέλφου του σκηνάς. Είτα εισήλθεν ο κάπηλος. Ο μαστρο-Δημήτρης απήλθε, να επαναλάβη την εργασίαν του και η ομιλία έπαυσεν.
Ο μαστρο-Παύλος αφέθη εις τας φαντασίας του. Σάββατον σήμερον, μεθαύριον παραμονή, την άλλην Χριστούγεννα. Να είχε τουλάχιστον λεπτά δια να αγοράση ένα γαλόπουλο, να κάμη και αυτός Χριστούγεννα στο σπίτι του, καθώς όλοι! Μετενόει τώρα πικρώς, διότι δεν επήγε τας τελευταίας ημέρας εις τα βυρσοδεψεία να δουλεύση και να βγάλη ολίγα λεπτά, δια να περάση πτωχικά τας εορτάς. «Υγρασία μεγάλη, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαρειά. Κόπιασε να αργάζης τομάρια! Το σικό μας το τομάρι θέλει άργασμα!» Είχεν ακούσει τον λαϊκόν μύθον δια τον τεμπέλην, οπού επήγαιναν να τον κρεμάσουν, και όστις συγκατένευσε να ζήση υπό τον όρον να είναι «βρεμένο το παξιμάδι». Εγνώριζε και την άλλην διήγησιν δια το τεμπελχανιό, το οποίον ίδρυσε, λέγουν, ο Μεχμέτ Αλής εις την πατρίδα του Καβάλαν. Εκεί, επειδή το κακόν είχε παραγίνει, ο επιστάτης εσοφίσθη να στρώνη μίαν ψάθαν, επί της οποίας ηνάγκαζε τους αέργους να εξαπλώνωνται. Είτα έβαζε φωτιάν εις την ψάθαν. Όποιος επροτίμα να καή, παρά να σηκωθή από την θέσιν του, ήτο σωστός τεμπέλης και εδικαιούτο να φάγη δωρεάν το πιλάφι. Όποιος εσηκώνετο και έφευγε το πυρ, δεν ήτο σωστός τεμπέλης και έχανε τα δικαιώματα. Τόσοι Βαλλιάνοι, τόσοι Αβέρωφ και Συγγροί, εσκέπτετο ο μαστρο–Παύλος, και κανείς εξ αυτών να μην ιδρύση παραπλήσιόν τι εις τας Αθήνας!
Ο μαστρο-Παυλάκης επεριδιάβασεν ακόμη δύο ημέρας και την άλλην ήτο παραμονή. Το γαλόπουλο δεν έπαυσε να το ονειροπολή και να το ορέγεται. Πώς να το προμηθευθή; Αφού ενύκτωσε, διωγμένος καθώς ήτον από το σπίτι, απετόλμησε και ήλθεν από ένα πλάγιον δρομίσκον και ήτον έτοιμος να χωθή εις το καπηλείον. Ο νους του ήτο αναποσπάστως προσηλωμένος εις το γαλόπουλο. Θα εχρησίμευε τούτο, εάν το είχε, και ως μέσον συνδιαλλαγής με την γυναίκα του. Εκεί, καθώς εστράφη να εμβή εις το καπηλείον, βλέπει εν παιδίον της αγοράς, με μίαν κοφίναν επ’ ώμων, ήτις εφαίνετο ακριβώς να περικλείη ένα γάλον, αγριολάχανα, πορτοκάλια, ίσως και βούτυρον και άλλα καλά πράγματα. Το παιδίον εκοίταζε δεξιά και αριστερά και εφαίνετο να αναζητή οικίαν τινά. Ήτο έτοιμον να εισέλθη εις το καπηλείον δια να ερωτήση. Έπειτα είδε τον Παύλον και εστράφη προς αυτόν· –Ξέρεις, πατριώτη, του λόγου σου, που είναι εδώ χάμου το σπίτι του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου; –Του κυρ-Θανάση του Μπε… Αστραπή, ως ιδέα, έλαμψεν εις το πνεύμα του Παύλου. –Μούπε τον αριθμό και το εξέχασα τώρα γρήγορα έπιασε σπίτι εδώ χάμου, σ’ αυτόν το δρόμο… τον είχα μουστερή από πρώτα… μπροστήτερα καθότανε παρά πέρα, στο Γεράνι. –Του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου! αυτοσχεδίασε ο μαστρο-Παύλος· να, εδώ είναι το σπίτι του. Να φωνάξης την κυρα–Παύλαινα, μέσα στην κάτω κάμαρα, στο ισόγειο… αυτή είναι η νοικοκυρά του… πως να πώ; είναι η γενειά του… τη έχει λύσε-δέσε, σ” όλα τα πάντα… οικονόμισσα στο νοικοκυριό του… είναι κουνιάδα του… μαθές θέλω να πω, ανιψιά του… φώναξέ την και δώσε της τα ψώνια. Και βαδίσας ο ίδιος πέντε βήματα, κατά την θύραν της αυλής, έκαμε πως φώναξε· –Κυρά-Παύλαινα, κόπιασ’ εδώ να πάρης τα ψώνιαμ που σου στέλλει ο κύριος… ο αφέντης σου. Καλά ήλθαν τα πράγματα έως τώρα. Ο μαστρο-Παυλάκης έτριβε τας χείρας και ησθάνετο εις την ρίνα του την κνίσαν του ψητού κούρκου. Και δεν τον έμελλε τόσον δια τον κούρκον, αλλά θα εφιλιώνετο με τη γυναίκα του. Την νύκτα επέρασεν εις εν ολονύκτιον καφενείον και το πρωί επήγεν εις την εκκλησίαν. Όλην την ημέραν προσεκολλήθη εις μίαν συντροφιάν, έπειτα εις μίαν άλλην παλαιών γνωρίμων του, εις το καπηλείον, όπου έμεινε τας περισσοτέρας ώρας ανοικτόν, με τα παράθυρα κλεισμένα, και επέρασε με ολίγους μεζέδες και με αρκετά κεράσματα. Το βράδυ, αφού ενύκτωσε, επήγε με τόλμην από τας πολλάς σπονδάς και από την ενθύμησιν του κούρκου και έκρουε την θύραν της οικογενείας του. Η θύρα ήτο κλεισμένη έσωθεν. –Καλησπέρα, κυρα-Παύλαινα, εφώναξεν απ’έξω, χρόνους πολλούς. Πώς πήγε ο γάλος; Βλέπεις, εγώ πάλε; Ουκ ην φωνή, ουδέ ακρόασις. Όλη η αυλή ήτο ήσυχος. Τα ισόγεια, αι τρώγλαι, τα κοτέτσια της κυρα-Στρατίνας, όλα εκοιμώντο. Ο σκύλος μόνον εγνώρισε τον μαστρο-Παύλον, έγρυξεν ολίγον και πάλιν ησύχασεν. Υπήρχον εκεί εκτός από το ψυχομέτρι τριων ή τεσσάρων οικογενειών, οπού εκατοικούσαν εις τ' ανήλια δωμάτια, δύο γίδες, δώδεκα όρνιθες, τέσσαρες γάτοι, δύο ινδιάνοι και πολλά ζεύγη περιστερών. Αι δύο γίδες ανεχάραζαν βαθιά εις το σκεπασμένο μανδράκι τους, αι όρνιθες έκλωζον υποκώφως εις το κοτέτσια τους, τα περιστέρια είχαν μαζωχθή εις τους περιστερώνας περίτρομαα από το κυνήγι, οπού ήρχιζον εναντίον των την νύκτα οι γάτοι. Όλοι αυτοί οι μικροί θόρυβοι ήσαν το ροχάλισμα της αυλής κοιμωμένης. Πάραυτα ηκούσθη κρότος βημάτων εις το σπίτι. –Έ, μαστρο-Παύλε, είπε πλησιάσασα η κυρα-Στρατίνα, νάχουμε και καλό ρώτημα… Τί γάλος και γαλίζεις και γυαλίζεις και καλό να μούχης, ασίκη μου; Είδαμε κι επάθαμε να σκεπάσουμε το πράμα, να μη προσβαλθή το σπίτι… Εκείνος που ήτον δικός του ο γάλος, ήλθε μεσάνυκτα κι εφώναζε, έκανε το κακό, και μας φοβέριζεν όλους, κι η φαμίλια σου, επειδής τον είχε κόψει το γάλο, μαθές, και τον είχε βάλει στο τσουκάλι, βρέθηκε στα στενά… κλειδώθηκε μες στην κάμαρα, και δεν ήξευρε τι να κάμη… Είπε και ο κουνιάδος σου.. καλό κελεπούρι ήτανε κι αυτό, μαθές… και επέρασεν η φαμίλια σου όλην την ημέραν κλειδομανταλωμένη μέσα, από φόβον μην ξαναέλθη εκείνος πούχε το γάλο και μας φέρη και την αστυνομία… ήτον φόβος να μην προσβαλθή κι εμένα το σπίτι μου. Άλλη φορά, τέτοιαα αστεία να μην τα κάνης, μαστρο-Παυλάκη. Τέτοια προσβολή να λείπη από το σπίτι μου, εμένα, τ’ ακουσες; Ο μαστρο-Παύλος ηρώτησε δειλά· –Τώρα… είναι μέσα η φαμίλια μου; –Είναι μέσα όλοι τους, κι έχουνε κλειδωμένα καλά, και το φως κατεβασμένο, δια τον φόβο των Ιουδαίων. Κοίταξε, μη σε νοιώση από πουθενά, κείνος ο σκιάς ο κουνιάδος σου, πάλε… –Είναι μέσα; –Ή μέσα είναι, ή όπου είναι έφθασε… να, κάπου ακούω τη φωνή του. Ηκούσθη, τω όντι, μία φωνή εκεί πλησίον, ήτις δεν υπέσχετο καλά δια τον νυκτερινόν επισκέπτην. –Έ, μαστρο-Παυλίνε, έλεγε, καλός ήταν ο γάλος… Ποίος ήτον ο ομιλήσας, άδηλον. Ίσως να ήτο ο μαστρο-Δημήτρης ο γείτων. Δυνατόν να ήτο και ο φοβερός γυναικάδελφος του μαστρο–Παύλου. –Και να μην πάρω κι εγώ ένα μεζέ; παρεπονέθη ως τόσον ο άνθρωπός μας. Τι σου χρειάζεται ο μεζές, μαστρο-Παυλάκη μου; επανέλαβεν η Στρατίνα. Τα πράματα είναι πολύ σκούρα. Άφσε τα αυτά. Δουλειά, δουλειά! Η δουλειά βγάζει παλληκάρια. Ό,τι έγινε–έγινε, να πας να δουλέψης, να μου φέρης εμένα τα νοίκια μου. Τ’ ακούς; –Τ’ ακούω. –Φέρε μου εσύ τον παρά, κι εγώ, με όλη τη φτώχεια, την θυσιάζω μια γαλοπούλα και τρώμε. Ηκούσθη από μέσα βραχνός μορμυρισμός, είτα φωνή μικρού παιδιού είπε –Την υγειά σου, μάτο-Πάλο, τεμελόκυλο, κακέ πατέλα. Τόνε φάαμε το λάλο. Να πάλε κι εσύ πέντε, κι άλλε πέντε, δέκα! Προφανώς ήτον μέσα ο φοβερός ο γυναικάδελφος, και είχε δασκαλέψει το παιδί να τα φωνάζη αυτά. –Μη στέκεσαι στιγμή, μαστρο-Παυλέτο, είπεν η Στρατίνα· το καλό που σου θέλω! Δρόμο τώρα, και μεθαύριο δουλειά, δουλειά!… Ηκούσθη κρότος, ως να εσηκώθη τις από μέσα, και να επλησίαζε με βαρύ βήμα προς την θύραν. –Δρόμιο, επανέλαβε μηχανικώς ο Παύλος, συμμορφούμενος εμπράκτως με την λέξιν… δρόμο και δουλειά!
Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη του Άλεξανδρου Παπαδιαμάντη
Καλώς ορίσατε στο "Βάνα Σμπαρούνη-Vana Sbarouni-Μεταξύ μας..." Magazino
To "Βάνα Σμπαρούνη-Vana Sbarouni-Μεταξύ μας..." Magazino είναι ένας χώρος σκέψης, παρατήρησης και ειλικρινούς κουβέντας.Γράφουμε για όσα μας αγγίζουν, μας προβληματίζουν και μας ενώνουν.Ιστορίες, απόψεις και στιγμές της καθημερινότητας χωρίς φίλτρα.Ένα ψηφιακό μαγκαζίνο — απλό, ανθρώπινο και αληθινό
Το δικό μου Μεταξύ μας...
Μεταξύ μας…
γράφω για όσα δεν φαίνονται,
για όσα αισθάνομαι πριν τα καταλάβω.
Για τις μικρές στιγμές που κρύβουν μεγάλη αλήθεια.
Για τις σιωπές που μιλούν πιο καθαρά από τις λέξεις.
Για την αίσθηση ότι ο κόσμος, όσο χαοτικός κι αν μοιάζει, έχει έναν κρυφό ρυθμό.
Αν κάτι ενώνει αυτές τις σκέψεις, είναι η πίστη πως η ζωή δεν είναι τυχαία —
είναι εμπειρία, αναζήτηση και συναίσθημα μαζί.
Και ίσως αυτό να είναι το δικό μου “μεταξύ μας”…
να μοιράζομαι αυτά που με κάνουν να κοιτάζω λίγο πιο βαθιά, λίγο πιο ήσυχα, λίγο πιο αληθινά.
Από πού με διαβάζεις; 🌍“Where are you reading/watching me from?
👋 Γεια σου!
Από ποια χώρα με διαβάζεις; 😊
Θα χαρώ πολύ να το μάθω στα σχόλια!-
👋 Hello!
Which country are you watching/reading me from? 😊
I’d love to know in the comments!”
“...Άρχισα να γράφω τούτο το οδοιπορικό της ζωής μου αδέξια, άκομψα, μήπως και αγαπήσω τον εαυτό μου. Δεν ξέρω, τελικά, αν τον αγάπησα...
Θέλω να πιστεύω πως μετά από τόσα χρόνια γράφω τις αλήθειες μου, ότι ταξινομώ τις σκέψεις μου, πως παραδέχομαι τα λάθη μου. Είμαι σε μια ηλικία που αρχίζω να φοβάμαι. Αναμοχλεύω τα γεγονότα που με σημάδεψαν, τα φέρω στην επιφάνεια και να εξιλεωθώ μετά.
Της ζωής μου η βόλτα είχε πολλές συννεφιές, μπόρες, μονοπάτια που τα διάβηκα με πολλές τραυματικές εμπειρίες και γρατσουνιές. Καθώς περνούν τα χρόνια και βαραίνουν την πλάτη μου όλο και πληθαίνουν οι κριτές της συνείδησής μου που με δικάζουν και με καταδικάζουν. Αναλογίζομαι τα πρωτινά μου λάθη και τα κουβεντιάζω με τον εαυτό μου με λιγότερες δυνατές φωνές. Κοιτάζω τον ήλιο με άλλα μάτια και με θαμπώνουν τα σφάλματά μου, αυτά που ζωγραφίζονται στο δίσκο του πιο ξεκάθαρα, σε μεγεθυντικούς φακούς..
Πόσα θέλω να πω, αχ πόσα...! Να πω όλα αυτά που έχω θαμμένα μέσα μου, αυτά που τα έλεγα στον εαυτό μου, τις ώρες που έμενα μόνη ή στον ύπνο μου στα όνειρά μου τα ξέμπαρκα τα πεθαμένα σε μια αμμουδιά... Να πω όλα αυτά που τα κρατούσα χρόνια τώρα και ξαφνικά σαν ένας χείμαρρος, θέλησαν να ξεχυθούν και να βγουν πάνω στο χαρτί.
Έζησα μια ζωή που το μόνο μου επίτευγμα ήταν οι κακές επιλογές μου. Μια απ' αυτές ήταν και εκείνος...”
Γεννήθηκα στην Πάτρα και η καταγωγή μου είναι απ' το Ευπάλιο της Φωκίδας. Η μεγάλη αγάπη μου για τη μουσική μ' έκανε μια μέρα να διαβώ το κατώφλι του ωδείου και να ξεκινήσω μαθήματα κλασικής κιθάρας καθώς και θεωρία της μουσικής.
Η μουσική ήταν για μένα η πιο σπουδαία δασκάλα που είχα ποτέ στη ζωή μου, η πιο όμορφη συντροφιά και παρηγοριά στους αγώνες της γενιάς μου για δημοκρατία, παιδεία, ελευθερία. Αυτή μου έμαθε ν' αφουγκράζομαι τα ανθρώπινα, να σεργιανάω στις γειτονιές του κόσμου, να γίνομαι ένα με τους λαϊκούς ανθρώπους και να τραγουδάμε μαζί τους πόνους, τις χαρές, τις ελπίδες και τους ανεκπλήρωτους πόθους μας.
Μια μέρα εκεί σε κάποιο σεργιάνι μου σε μια γειτονιά, εντελώς ξαφνικά άρχισα να καταγράφω δειλά πάνω σ' ένα τετράδιο πενταγράμμου τις ιστορίες που άκουγα. Χωρίς να το καταλάβω, η περιπέτεια αυτή η μαγική της συγγραφής για μένα ήδη είχε ξεκινήσει. Έτσι το 2004 με τη φίλη μου τη Γεωργία Σταυριανέα γεννήθηκε το πρώτο βιβλίο με τίτλο «Μην ξεχάσεις το κλειδί πάνω στην πόρτα» απ' τις εκδόσεις Βεργίνα και το 2007, το δεύτερο, πάλι με τη φίλη μου τη Γεωργία Σταυριανέα, με τίτλο «Ο χορός των θεριστών» απ' τις εκδόσεις Υδρόγειος. «Το ξύλινο βήμα της Αυγής» είναι η τρίτη, αυτή τη φορά, προσωπική, συγγραφική μου προσπάθεια.
Επισκεφτείτε τη σελίδα μου στο facebook:Βάνα Σμπαρούνη.