Είμαι ένας απλός,
καθημερινός, αισιόδοξος άνθρωπος. I
am a simple, ordinary, optimistic person.
Αλλά, δεν αντέχω τα
παράθυρα χωρίς θέα. But
I cannot bear windows without a view.
Τα παράθυρα βρίσκονται
εκεί για να ταξιδεύουν τη ματιά. Windows
exist to let the gaze travel.
Για ν’ αποκαλύπτουν
ορίζοντες.
To reveal horizons.
Για να υπόσχονται το
«παραπέρα». To
promise what lies “beyond.”
Για να λούζουν στο
αληθινό φως τ’ άδεια δωμάτια. To
bathe empty rooms in true light.
Για να φτιάχνουν σκιές
με χρώμα πάνω στους λευκούς τοίχους… To
cast shadows tinged with color upon white walls…
«Παράθυρα» — Οδυσσέας Ελύτης
「창문들」 — 오디세아스엘리티스
Είμαι ένας απλός,
καθημερινός, αισιόδοξος άνθρωπος. 나는단순하고, 일상적이며, 낙관적인사람이다.
Αλλά, δεν αντέχω τα
παράθυρα χωρίς θέα. 그러나, 전망없는창문은견딜수없다.
Τα παράθυρα βρίσκονται
εκεί για να ταξιδεύουν τη ματιά. 창문은시선을여행시키기위해존재한다.
Για ν’ αποκαλύπτουν
ορίζοντες. 지평선을드러내기위해.
Για να υπόσχονται το
«παραπέρα».
‘그너머’를약속하기위해.
Για να λούζουν στο
αληθινό φώς τ’ άδεια δωμάτια. 비어있는방들을참된빛으로적시기위해.
Για να φτιάχνουν σκιές
με χρώμα πάνω στους λευκούς τοίχους… 하얀벽위에색을가진그림자를만들기위해…
«Άνοιξε τα παράθυρα» — Γιάννης Ρίτσος
“Open the Windows” — Yiannis Ritsos
Άνοιξε τα παράθυρα να δεις το σύμπαν ανθισμένο
Open the windows, so you may see the universe in bloom
μ’
όλες τις παπαρούνες του αίματός μας, – να μάθεις να χαμογελάς.
with all the poppies of our blood — and learn to smile.
Δε βλέπεις;
Don’t you see?
Καθώς απομακρύνεται η
άνοιξη πίσω της έρχεται η νέα μας άνοιξη. As
spring withdraws, behind it comes our new spring.
Να τος ο ήλιος πάνω
απ’ τις μπρούτζινες πολιτείες,
There is the sun above the bronze cities,
πάνω απ’ τους
πράσινους αγρούς μες την καρδιά μας.
above the green fields within our hearts.
Νιώθω στους ώμους το βαθύ μυρμήγκιασμα
I feel upon my shoulders the deep tingling
καθώς φυτρώνουν όλο
πιο νέα και πιο μεγάλα τα φτερά μας.
as our wings grow ever newer and ever larger.
Ύψωσε τα ματόκλαδα.
Lift your eyelids.
Αστράφτει ο κόσμος έξω
από τη λύπη σου. The
world flashes with light beyond your sorrow.
Φως και αίμα.
Light and blood.
Τραγούδι και σιωπή.
Song and silence.
Καλοί μου άνθρωποι πως
μπορείτε να σκύβετε ακόμη; My
good people, how can you still bow your heads?
Πώς μπορείτε να μη χαμογελάτε; How
can you not smile?
Ανοίχτε τα παράθυρα.
Open the windows.
«Άνοιξε τα παράθυρα» — Γιάννης Ρίτσος
「창문을열어라」 — 야니스리초스
Άνοιξε τα παράθυρα να δεις το σύμπαν ανθισμένο μ’ όλες τις παπαρούνες του
αίματός μας, – να μάθεις να χαμογελάς. 창문을열어라, 우리피의모든양귀비로만개한우주를보아라, ― 미소짓는법을배우기위해.
Δε βλέπεις; 보이지않느냐?
Καθώς απομακρύνεται η άνοιξη πίσω της έρχεται η νέα μας άνοιξη. 봄이멀어질수록, 그뒤에서우리의새로운봄이다가온다.
Να τος ο ήλιος πάνω απ’ τις μπρούτζινες πολιτείες, πάνω απ’ τους πράσινους
αγρούς μες την καρδιά μας. 보아라,
태양이청동의도시들위에, 우리가슴속의푸른들판들위에떠있다.
Νιώθω στους ώμους το βαθύ μυρμήγκιασμα καθώς φυτρώνουν όλο πιο νέα και πιο
μεγάλα τα φτερά μας. 점점더새롭고더커지는우리의날개들이자라나며, 어깨위로깊은저림이느껴진다.
Ύψωσε τα ματόκλαδα. 눈꺼풀을들어올려라.
Αστράφτει ο κόσμος έξω από τη λύπη σου. 너의슬픔밖에서세상은번쩍이고있다.
Φως και αίμα. 빛과피.
Τραγούδι και σιωπή. 노래와침묵.
Καλοί μου άνθρωποι πως μπορείτε να σκύβετε ακόμη; 선한사람들이여, 어떻게아직도고개를숙이고있습니까?
ΑΓΑΠΑΩ-I LOVE- ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ-ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ--Logos me tempo-Vana Sbarouni
Ἀγαπάω τ᾿ ὅτι θλιμμένο στὸν κόσμο.
I love all that is sorrowful in this world.
Τὰ θολὰ τὰ ματάκια, τοὺς ἀρρώστους ἀνθρώπους,
The misted little eyes, the ailing souls,
τὰ ξερὰ γυμνὰ δέντρα καὶ τὰ ἔρημα πάρκα,
the bare, dry trees and the desolate parks,
τὶς νεκρὲς πολιτεῖες, τοὺς τρισκότεινους τόπους.
the dead cities, the places drowned in dark.
Τοὺς σκυφτοὺς ὁδοιπόρους ποὺ μ᾿ ἕνα δισάκι
The bowed wayfarers who, with a small knapsack,
γιὰ μία πολιτεία μακρυνὴ ξεκινᾶνε,
set out toward some faraway town;
τοὺς τυφλοὺς μουσικοὺς τῶν πολύβουων δρόμων,
the blind musicians of the clamorous streets,
τοὺς φτωχούς, τοὺς ἀλῆτες, αὐτοὺς ποὺ πεινᾶνε.
the poor, the wanderers, the hungry and the worn.
Τὰ χλωμὰ τὰ κορίτσια ποὺ πάντα προσμένουν
The pale young girls who always await
τὸν ἱππότην ποὺ εἶδαν μία βραδιὰ στ᾿ ὄνειρό τους,
the knight they saw one night in their dream,
νὰ φανῇ ἀπ᾿ τὰ βάθη τοῦ ἀπέραντου δρόμου.
to appear from the depths of the endless road;
Τοὺς κοιμώμενους κύκνους πάνω στ᾿ ἀσπρόφτερό τους.
the sleeping swans upon their white-feathered grace.
Τὰ καράβια ποὺ φεύγουν γιὰ καινούργια ταξίδια
The ships that depart for new voyages,
καὶ δὲν ξέρουν καλὰ -ἂν ποτὲ θὰ γυρίσουν πίσω
not knowing well if ever they’ll return —
ἀγαπάω, καὶ θά ῾θελα μαζί τους νὰ πάω
them I love, and I would go with them,
κι οὔτε πιὰ νὰ γυρίσω.
and never come back again.
Ἀγαπάω τὶς κλαμμένες ὡραῖες γυναῖκες
I love the beautiful women who weep,
ποὺ κυττᾶνε μακριά, ποὺ κυττᾶνε θλιμμένα ...
who gaze afar, who gaze with sorrow...
ἀγαπάω σὲ τοῦτον τὸν κόσμο -ὅ,τι κλαίει
I love, in this world — all that weeps,
γιατὶ μοιάζει μ᾿ ἐμένα.
for it is so much like me.
Ο Οδυσσέας Ελύτης είχε γράψει τους στίχους..."“Εάν
αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα
δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα
αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με
άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.“
Απόσπασμα απ' την ομιλία του ποιητή στους Έλληνες της Σουηδίας μετά την
απονομή των βραβείων Νόμπελ...
“Για
εμάς η Ελλάδα είναι αυτές οι στεριές οι
καμένες στον ήλιο κι αυτά τα γαλάζια
πέλαγα με τους αφρούς των κυμάτων.Είναι
οι μελαχρινές ή καστανόξανθες κοπέλες,
είναι τ’ άσπρα σπιτάκια τ’ ασβεστωμένα
και τα ταβερνάκια και τα τραγούδια τις
νύχτες με το φεγγάρι πλάι στην ακροθαλασσιά
ή κάτω από κάποιο πλατάνι. Είναι οι
πατεράδες μας κι οι παππούδες μας με το
τουφέκι στο χέρι, αυτοί που λευτερώσανε
την πατρίδα μας και πιο πίσω, πιο παλιά,
όλοι μας οι πρόγονοι που κι αυτοί ένα
μονάχα είχανε στο νου τους -όπως κι εμείς
σήμερα: τον αγώνα για τη λευτεριά.”
Το ποίημα αυτό ο ποιητής το συνθέτει στη Λέρο, όπου βρίσκεται εξόριστος από το δικτατορικό καθεστώς. Πάνω σ' ένα λόφο στρέφει το βλέμμα του πότε γύρω του και πότε μέσα του εναλλάσσοντας την παρατήρηση με το στοχασμό...Οι στίχοι του είναι γεμάτοι αγάπη για την Ελλάδα
“Ανεβήκαμε πάνω στο λόφο να δούμε τον τόπο μας – φτωχικά, μετρημένα χωράφια, πέτρες, λιόδεντρα. Αμπέλια τραβάν κατά τη θάλασσα. Δίπλα στ’ αλέτρι καπνίζει μια μικρή φωτιά. Του παππουλή τα ρούχα τα σιάξαμε σκιάχτρο για τις κάργιες. Οι μέρες μας παίρνουν το δρόμο τους για λίγο ψωμί και μεγάλες λιακάδες. Κάτω απ’ τις λεύκες φέγγει ένα ψάθινο καπέλο. Ο πετεινός στο φράχτη. Η αγελάδα στο κίτρινο. Πώς έγινε και μ’ ένα πέτρινο χέρι συγυρίσαμε το σπίτι μας και τη ζωή μας; Πάνω στ’ ανώφλια είναι η καπνιά, χρόνο το χρόνο, απ’ τα κεριά του Πάσχα – μικροί μικροί μαύροι σταυροί που χάραξαν οι πεθαμένοι γυρίζοντας απ’ την Ανάσταση. Πολύ αγαπιέται αυτός ο τόπος με υπομονή και περηφάνεια. Κάθε νύχτα απ’ το ξερό πηγάδι βγαίνουν τ’ αγάλματα προσεχτικά κι ανεβαίνουν στα δέντρα”.
Η αγκαλιά του τάνγκο...ένας διάλογος δίχως λόγια...! “Χορός για δυο και δεν μπορώ το χέρι της στην πλάτη σου να δω. Χορός για δυο, τανγκό για τρεις… Εμένα δεν μπορείς να μου κρυφτείς… Κάθε βήμα και γκρεμός… Κάθε βλέμμα, χωρισμός… Και τα κορμιά, παράφορα γλυπτά, λικνίζονται στα μάτια μου μπροστά… Χορός για δυο, τανγκό για τρεις… Εμένα δεν μπορείς να μου κρυφτείς… Ταγκό σφιχτό, χειροπιαστό… Βαμμένο μάτι, φόρεμα σχιστό… Χορός για δυο, τανγκό για τρεις… Μη με κοιτάς στα μάτια∙ θα κοπείς...” Τανγκό για τρεις-Μιχάλης Γκανάς
Ο Γιάννης Ρίτσος έτρεφε μεγάλο σεβασμό για τον μεγάλο Χιλιανό ποιητή Πάμπλο Νερούδα.
Στον Πάμπλο Νερούδα
Καθυστερημένη απάντηση σ'επιστολή του ανεπίδοτη.
Πάμπλο
Πάμπλο
Νερούδα
αδερφέ
μου
αδερφέ
του κόσμου.
Το
γράμμα που μου ‘στειλες δεν το ‘λαβα
–
Πολλά
σίδερα βάζουν στη νύχτα
για
να μην ανταμώσουνε τα χέρια μας.
Δεν
ξέρουν πως για εμάς σίδερα δεν υπάρχουν…
Μες
στο μεγάλο άνεμο, πάνω απ'τις πολιτείες,
μες στις νύχτες
χτυπούν
ολόνυχτα τα δυο παντζούρια της καρδιάς
μας.
Όταν
το λάδι της σιωπής φτάνει πιο πάνω απ'τις
στέγες
ακούω
να ξεδιπλώνονται οι σημαίες των στίχων
σου
κι
ο παφλασμός του αλόγου σου
Η
νύχτα φουσκώνει απ'την αναμονή των
τυμπάνων.
Όταν
χτυπάει την πόρτα με το φως
επιμένοντας
να μου χαρίσει ακόμα ένα παράθυρο
επιμένοντας
να του υπογράψω την κατάφασή της
είσαι
σύ Πάμπλο που χτυπάς την πόρτα μου
εσύ
που βεβαιώνεις το γνήσιο της υπογραφής
μου.
Σ'ευχαριστώ.
Πάμπλο
το
σπίτι μου είναι μικρό
τα
βιβλία μου σκονίζονται σε σανιδένια
κασόνια
Πάνω
στα γόνατα της ψυχής μου γράφω
Ένας
κήπος τρία μέτρα
δύο
κυδωνιές
πολλές
αγριομαργαρίτες έντεκα τριαντάφυλλα
οι
γλάστες τα σπουργίτια το πηγάδι
τ'αλέτρι
του φεγγαριού στη γωνιά
κι
εκείνη η μυστική μυλόπετρα πάντοτε τη
δουλειά της.
Φοβάμι
μη σκοντάψει το υψηλό μέτωπό σου
στα
καδρόνια της στέγης μου.
Για
την καρδιά μου δεν φοβάμαι.
Κοίτα
στον
τοίχο της κρεββατοκάμαράς μου
η
πολιούχος σκιά απ'την περικεφαλαία του
Κολοκοτρώνη
η
άλλη σκιά απ'την ημισέληνο σπάθα του
Μακρυγιάννη
λίγο
πιο κει
οι
δυο ζευγαρωμένες σκιές
λύρα
και δόρυ
του
Μαραθωνομάχου.
Το
Pablo Neruda
Delayed
reply to his letter that was never delivered.
Pablo
Pablo
Neruda
my
brother
brother
of the world
I
did not receive the letter you sent me -
they
are loading the night
with
tons of iron
so
that our hands won't ever meet.
They
do not know
that
our hands dig under the irons.
They
do not know
that
our lyrics rise above the irons.
They
do not know that there are no irons for us…
In
the strong wind, over the states, in the nights
the
two shutters of our heart beat all night long.
When
the oil of silence reaches above the roofs
I
hear the flags of your lyrics unfolding
and
the splash of your horse
The
night is swelling with the expectation of the drums.
When
it knocks on the door with its light
insisting
on donating me
one
more window
insisting
that I sign her assertion
This
is when you come, Pablo, knocking on my door
to
certify the authenticity of my signature.
Thank
you.
Pablo
my
house is humble
my
books are getting dusted in boxes made of wooden boards
I
write on the knees of my soul
A
three metered garden
two
quinces
many
wild daisies, eleven roses
The
pots, the sparrows, the well
the
plow of the moon in the corner
and
that secret millstone always doing its job.
I'm
afraid that your high forehead will stumble
on
my roof beams
I
am not afraid for my heart.
Look
on
the wall of my bedroom
the
patron shadow of Kolokotronis' helmet
and
the other shadow from the half-moon sword of Makrygiannis
a
little further
the
two paired shadows
the
lyre and the spear
of
the Marathon Fighter
«Ητανε της τύχης μου να υποφέρω όσα υπόφερα και της τύχης μου να αγωνιστώ όπως αγωνίστηκα, να αγαπήσω και να τραγουδήσω όπως τραγούδησα. Γνώρισα σε διάφορα σημεία της Γης το θρίαμβο και την ήττα, έχω ζωντανή στη μνήμη μου τη γεύση του ψωμιού, αλλά και τη γεύση του αίματος.Τι περισσότερο μπορεί να θέλει ένας ποιητής; Η ζωή μου στάθηκε η ίδια η ποίησή μου και η ποίησή μου υπήρξε το στήριγμα όλων των αγώνων μου.
Αν και πολλά βραβεία μου δόθηκαν, κανένα δεν μπορεί να συγκριθεί με το τελευταίο βραβείο.Να είμαι ο ποιητής του λαού μου. Το μεγάλο, το μοναδικό μου βραβείο είναι αυτό κι όχι τα βιβλία μου που μεταφράστηκαν σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου, ούτε τα βιβλία που γράφτηκαν για να αναλύσουν τα λόγια μου».
Ο Πάμπλο Νερούδα εκτιμούσε τόσο το έργο του ποιητή της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσου που μόλις παρέλαβε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1971 είπε στην ομιλία του: «Υπάρχει ένας άλλος ποιητής, που αξίζει πολύ περισσότερο από μένα αυτή την τιμή, ο Γιάννης Ρίτσος».
«Έρως και Θάνατος» είναι αφιερωμένος στην αγαπημένη του συνθέτη, Μυρτώ, και περιλαμβάνει τέσσερα τραγούδια. Τα δύο πρώτα, «Απρίλης» και «Αν γυρεύεις απ ' τον ήλιο τη χαρά», σε στίχους δικούς του συνετέθησαν το 1946 στην Αθήνα. Εξόριστος στην Ικαρία μελοποίησε δύο χρόνια αργότερα τα δύο σονέτα του Μαβίλη, «Έρως και Θάνατος» και «Λήθη» (έχει μελοποιηθεί και από τους Μ. Καλομοίρη – Κουιντέτο με τραγούδι,1912, Π. Πετρίδη – Πέντε Ελληνικές Μελωδίες, 1924 και Α. Ευαγγελάτο – Κύκλος Τραγουδιών σε ποίηση Λ. Μαβίλη, 1974-75). Η μελοποίηση του κύκλου πραγματοποιείται σε ύφος σύγχρονου Lied, συνδυάζοντας επιτυχώς στοιχεία δραματικά – απαγγελτικά από τη σύγχρονη περίοδο και λυρικά από τη ρομαντική. Ο συνθέτης εστιάζει περισσότερο στην ανάδειξη των εννοιών του ποιητικού λόγου και λιγότερο στην καθεαυτήν μορφή του. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στο δίπτυχο έρωτας – θάνατος, πρωταρχικό μοτίβο της μουσικής δημιουργίας και εκφραστικό «καταφύγιο» της τέχνης γενικότερα.
Καλώς ορίσατε στο "Βάνα Σμπαρούνη-Vana Sbarouni-Μεταξύ μας..." Magazino
To "Βάνα Σμπαρούνη-Vana Sbarouni-Μεταξύ μας..." Magazino είναι ένας χώρος σκέψης, παρατήρησης και ειλικρινούς κουβέντας.Γράφουμε για όσα μας αγγίζουν, μας προβληματίζουν και μας ενώνουν.Ιστορίες, απόψεις και στιγμές της καθημερινότητας χωρίς φίλτρα.Ένα ψηφιακό μαγκαζίνο — απλό, ανθρώπινο και αληθινό
Το δικό μου Μεταξύ μας...
Μεταξύ μας…
γράφω για όσα δεν φαίνονται,
για όσα αισθάνομαι πριν τα καταλάβω.
Για τις μικρές στιγμές που κρύβουν μεγάλη αλήθεια.
Για τις σιωπές που μιλούν πιο καθαρά από τις λέξεις.
Για την αίσθηση ότι ο κόσμος, όσο χαοτικός κι αν μοιάζει, έχει έναν κρυφό ρυθμό.
Αν κάτι ενώνει αυτές τις σκέψεις, είναι η πίστη πως η ζωή δεν είναι τυχαία —
είναι εμπειρία, αναζήτηση και συναίσθημα μαζί.
Και ίσως αυτό να είναι το δικό μου “μεταξύ μας”…
να μοιράζομαι αυτά που με κάνουν να κοιτάζω λίγο πιο βαθιά, λίγο πιο ήσυχα, λίγο πιο αληθινά.
Από πού με διαβάζεις; 🌍“Where are you reading/watching me from?
👋 Γεια σου!
Από ποια χώρα με διαβάζεις; 😊
Θα χαρώ πολύ να το μάθω στα σχόλια!-
👋 Hello!
Which country are you watching/reading me from? 😊
I’d love to know in the comments!”
“...Άρχισα να γράφω τούτο το οδοιπορικό της ζωής μου αδέξια, άκομψα, μήπως και αγαπήσω τον εαυτό μου. Δεν ξέρω, τελικά, αν τον αγάπησα...
Θέλω να πιστεύω πως μετά από τόσα χρόνια γράφω τις αλήθειες μου, ότι ταξινομώ τις σκέψεις μου, πως παραδέχομαι τα λάθη μου. Είμαι σε μια ηλικία που αρχίζω να φοβάμαι. Αναμοχλεύω τα γεγονότα που με σημάδεψαν, τα φέρω στην επιφάνεια και να εξιλεωθώ μετά.
Της ζωής μου η βόλτα είχε πολλές συννεφιές, μπόρες, μονοπάτια που τα διάβηκα με πολλές τραυματικές εμπειρίες και γρατσουνιές. Καθώς περνούν τα χρόνια και βαραίνουν την πλάτη μου όλο και πληθαίνουν οι κριτές της συνείδησής μου που με δικάζουν και με καταδικάζουν. Αναλογίζομαι τα πρωτινά μου λάθη και τα κουβεντιάζω με τον εαυτό μου με λιγότερες δυνατές φωνές. Κοιτάζω τον ήλιο με άλλα μάτια και με θαμπώνουν τα σφάλματά μου, αυτά που ζωγραφίζονται στο δίσκο του πιο ξεκάθαρα, σε μεγεθυντικούς φακούς..
Πόσα θέλω να πω, αχ πόσα...! Να πω όλα αυτά που έχω θαμμένα μέσα μου, αυτά που τα έλεγα στον εαυτό μου, τις ώρες που έμενα μόνη ή στον ύπνο μου στα όνειρά μου τα ξέμπαρκα τα πεθαμένα σε μια αμμουδιά... Να πω όλα αυτά που τα κρατούσα χρόνια τώρα και ξαφνικά σαν ένας χείμαρρος, θέλησαν να ξεχυθούν και να βγουν πάνω στο χαρτί.
Έζησα μια ζωή που το μόνο μου επίτευγμα ήταν οι κακές επιλογές μου. Μια απ' αυτές ήταν και εκείνος...”
Γεννήθηκα στην Πάτρα και η καταγωγή μου είναι απ' το Ευπάλιο της Φωκίδας. Η μεγάλη αγάπη μου για τη μουσική μ' έκανε μια μέρα να διαβώ το κατώφλι του ωδείου και να ξεκινήσω μαθήματα κλασικής κιθάρας καθώς και θεωρία της μουσικής.
Η μουσική ήταν για μένα η πιο σπουδαία δασκάλα που είχα ποτέ στη ζωή μου, η πιο όμορφη συντροφιά και παρηγοριά στους αγώνες της γενιάς μου για δημοκρατία, παιδεία, ελευθερία. Αυτή μου έμαθε ν' αφουγκράζομαι τα ανθρώπινα, να σεργιανάω στις γειτονιές του κόσμου, να γίνομαι ένα με τους λαϊκούς ανθρώπους και να τραγουδάμε μαζί τους πόνους, τις χαρές, τις ελπίδες και τους ανεκπλήρωτους πόθους μας.
Μια μέρα εκεί σε κάποιο σεργιάνι μου σε μια γειτονιά, εντελώς ξαφνικά άρχισα να καταγράφω δειλά πάνω σ' ένα τετράδιο πενταγράμμου τις ιστορίες που άκουγα. Χωρίς να το καταλάβω, η περιπέτεια αυτή η μαγική της συγγραφής για μένα ήδη είχε ξεκινήσει. Έτσι το 2004 με τη φίλη μου τη Γεωργία Σταυριανέα γεννήθηκε το πρώτο βιβλίο με τίτλο «Μην ξεχάσεις το κλειδί πάνω στην πόρτα» απ' τις εκδόσεις Βεργίνα και το 2007, το δεύτερο, πάλι με τη φίλη μου τη Γεωργία Σταυριανέα, με τίτλο «Ο χορός των θεριστών» απ' τις εκδόσεις Υδρόγειος. «Το ξύλινο βήμα της Αυγής» είναι η τρίτη, αυτή τη φορά, προσωπική, συγγραφική μου προσπάθεια.
Επισκεφτείτε τη σελίδα μου στο facebook:Βάνα Σμπαρούνη.