Κυριακή 29 Ιουνίου 2014

Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ ο βαθύς φιλόσοφος...

"....για όλους τους ανθρώπους τ' αστέρια δεν είναι τα ίδια. Για εκείνους που ταξιδεύουν τ' αστέρια είναι οδηγοί. Για κάποιους άλλους δεν είναι παρά μικρά φωτάκια. Για άλλους, που είναι σοφοί, είναι προβλήματα. Για τον επιχειρηματία μου ήταν χρυσάφι.Όμως όλ'αυτά τ'αστέρια σωπαίνουν. Εσύ θα έχεις τ' αστέρια που δεν έχει κανένας... Τι θες να πεις; Όταν θα κοιτάζεις τον ουρανό τη νύχτα, αφού εγώ θα μένω σ' ένα απ'αυτά, αφού εγώ θα γελάω σ'ένα απ' αυτά, θα είναι για σένα λοιπόν σαν να γελάνε όλα τα αστέρια. Εσύ θα έχεις αστέρια που ξέρουν να γελάνε..." απόσπασμα απ' το Μικρό Πρίγκιπα

"Γνωρίζω μόνο μία ελευθερία, κι αυτή είναι η ελευθερία της σκέψης" 

 "Γιατί να μισούμε ο ένας τον άλλον; Είμαστε επιβάτες του ίδιου πλανήτη, που ο ένας εξαρτάται από τον άλλον, πλήρωμα του ίδιου καραβιού".Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ



Ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ (29 Ιουνίου 1900 - 31 Ιουλίου 1944) (Πλήρες όνομα Αντουάν-Ζαν-Μπατίστ-Μαρί-Ροζέ ντε Σαιντ-Εξυπερύ - Antoine-Jean-Baptiste-Marie-Roger de Saint-Exupery) ήταν Γάλλος συγγραφέας, γνωστός στο ευρύ κοινό από το βιβλίο του «Ο Μικρός Πρίγκιπας», το οποίο μεταφράστηκε σε 250 γλώσσες και έρχεται τρίτο σε πωλήσεις βιβλίο στην παγκόσμια ιστορία, μετά απ' τη Βίβλο και το Κεφάλαιο του Καρλ Μαρξ. Ο Εξυπερύ δεν ήταν όμως ένας διηγηματογράφος, αλλά ένας βαθύς φιλόσοφος που αποτύπωνε τη ζωή κι ανέλυε τον προορισμό της. Από την άποψη αυτή το έργο που τον χαρακτηρίζει απόλυτα είναι τα βιβλία του «Γη των Ανθρώπων» και το «Ταχυδρομείο του Νότου», που αποτελούν το απάνθισμα της φιλοσοφίας του.
Αλλά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του αφιερώθηκε στην κατάκτηση των αιθέρων της πολιτικής αεροπορίας, της οποίας είναι ιστορικά απ' τους μεγάλους προδρόμους , ήταν ηγετικός παράγων της δημιουργίας της πρώτης διεθνούς γαλλικής εμπορικής εταιρείας από την οποία ξεπήδησε η Air France, ήταν δοκιμαστής αεροπλάνων της Air France και πολέμησε στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, στην πτώση της Γαλλίας, όπου και παρασημοφορήθηκε για να σκοτωθεί τελικά το 1944. Η Γαλλία και οι γαλλόφωνες χώρες τιμούν με το όνομά του σωρεία δρόμων και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Το διεθνές αεροδρόμιο της Λυών ονομάζεται Σαιντ-Εξυπερύ.
Τα βιβλία του και η ζωή του έχουν γίνει θέματα περίπου 10 ταινιών, αν και μερικές από αυτές έχουν χαθεί από τις προπολεμικές ταινιοθήκες.

Αρχή της αεροπορικής καριέρας

Γεννήθηκε στις 29 Ιουνίου 1900 στη Λυών, ανάμεσα σε τέσσερα άλλα αδέλφια στο ευτυχισμένο περιβάλλον μιας παλιάς αριστοκρατικής οικογένειας μίας καταγωγής η οποία χανόταν κάπου στον 5ο μ.Χ. αιώνα. Ο Εξυπερύ γεννήθηκε την ίδια εποχή που γεννιόταν και το αεροπλάνο, τότε που τα κατορθώματα του Μπλεριό έκαναν τον κόσμο να θαυμάζει, καθώς διέσχιζε τη Μάγχη με ένα αεροπλάνο που έμοιαζε περισσότερο με φτερωτό ποδήλατο. Ο μικρός Αντουάν έφτιαξε ο ίδιος φτερά από χαρτόνι και τα κόλλησε στο ποδήλατό του, στριφογυρίζοντας αδιάκοπα στον κήπο του και μιμούμενος το βούισμα εκείνου του θαύματος των αιθέρων. Η σημαδιακή στιγμή για εκείνον ήρθε στα 12 χρόνια του, όταν κατά τη διάρκεια κάποιων διακοπών παρακολουθούσε μία μικρή ομάδα μηχανικών να συναρμολογούν ένα αεροπλάνο μερικά χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του. Όταν το αεροπλάνο ολοκληρώθηκε, οι μηχανικοί τον προσκάλεσαν να πετάξει μαζί τους. Ο ενθουσιασμός από την αίσθηση της πτήσης ήταν φυσικό να αιχμαλωτίσουν για πάντα τη φαντασία του μικρού Αντουάν. Το 1918 τελειώνοντας το γυμνάσιο αρραβωνιάστηκε μία οικογενειακή τους φίλη, την Λουίζ Βιλλερμπάν (Louise Villerban), παρακολουθώντας ταυτόχρονα με ενθουσιασμό τα νέα από τις μεγάλες πτήσεις Γάλλων αεροπόρων και ειδικά του Ντιντιέ Ντορά, ο οποίος κάλυψε πρώτος την διαδρομή Τουλούζη - Ραμπάτ (Γαλλία - Μαρόκο). Το 1921 ήρθε η ώρα να υπηρετήσει τη θητεία του στις Ένοπλες Δυνάμεις. Η οικογένειά του τον συμβούλευσε να επιλέξει το ναυτικό, που θεωρείτο πιο αριστοκρατικό σώμα, αλλά μετά από την αποτυχία του στις εξετάσεις δεν αναρωτήθηκε καθόλου ποια θα ήταν η επόμενη επιλογή του, οπότε υπέβαλε την αίτησή του στην αεροπορία, όπου και έγινε δεκτός με την ειδικότητα του μηχανικού, ενώ παράλληλα έπαιρνε και μαθήματα πιλότου με ιδιωτικό εκπαιδευτή. Η ανυπομονησία του ήταν τόσο μεγάλη που πολλές φορές τον οδηγούσε σε σφάλματα, τα οποία κατέληγαν σε μικροατυχήματα. Παρά τις δυσκολίες θα καταφέρει να πάρει το πτυχίο του και στη συνέχεια θα εκπαιδευτεί και στα στρατιωτικά αεροσκάφη, έως ότου στις 10 Οκτωβρίου του 1922, με τον βαθμό του ανθυποσμηναγού είχε πλέον αποκτήσει και το πτυχίο του πιλότου μαχητικών. Όταν πια το όνειρο μίας ζωής φαινόταν να έχει πραγματοποιηθεί, η κακοτυχία χτύπησε τον 22χρονο Εξυπερύ σε κάθε τομέα της ζωής του. Στην βάση Λε Μπουρζέ των Παρισίων παθαίνει το πρώτο σοβαρό ατύχημα της ζωής του. Η κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη ήταν τόσο σοβαρή, ώστε από θαύμα απέφυγε τον θάνατο. Η επιμονή του να συνεχίσει στην αεροπορία προκάλεσε την παρέμβαση του πεθερού του, ο οποίος τον ανάγκασε να αλλάξει επάγγελμα και να γίνει εμπορικός υπάλληλος το 1923. Ο Εξυπερύ μετά από μια περίοδο αφόρητης ανίας και απογοητεύσεων, ενώ εν τω μεταξύ τον εγκατέλειψε και η αρραβωνιαστικιά του, θα πιάσει για πρώτη φορά την πένα βρίσκοντας εκεί μια υπέροχη διέξοδο με το να περιγράφει στο χαρτί στιγμές που χάνονταν «...στον υπέροχο ήρεμο ουρανό σε ύψος 4000μ...», όπως έγραφε στην μητέρα του. Τα κείμενα αυτά οδήγησαν το 1926 στην έκδοση του πρώτου βιβλίου του «Ο Αεροπόρος» και στην απόφαση να αναζητήσει για πάντα την καριέρα του στην πολιτική αεροπορία.

Το Ταχυδρομείο του Νότου

Αναζήτησε εργασία σε μια πρωτοποριακή εμπορική γαλλική εταιρεία την «Λατεκέρ» (Latecoere) που εκτελούσε ταχυδρομικές πτήσεις μεταξύ Τουλούζης και Β. Αφρικής και προϊστάμενός του ήταν ο ίδιος ο Ντιντιέ Ντορά. Μέσα στα αεροπορικά υπόστεγα που συχνά έπαιρνε μέρος στη συντήρηση των αεροπλάνων έβρισκε την ώρα να γράφει αποτυπώνοντας στο χαρτί την ανθρώπινη αναμέτρηση με την πρόσκληση του κινδύνου και την απόφαση του ανθρώπου να ξεπερνάει τα όριά του. Οι τότε φυσικά συνθήκες της αεροπλοΐας ήταν κάτι περισσότερο από μια περιπέτεια στο άγνωστο: πιλότοι χάνονταν από απλές βλάβες των εμβρυακών ακόμα τότε αεροπλάνων, άλλοι έπεφταν θύματα των άγριων νομαδικών φυλών ενώ ο κακός καιρός αρκούσε για να προκαλέσει την οριστική απώλεια αεροπλάνου και πιλότου. Αλλά, όπως έγραφε: «...το ταχυδρομείο έπρεπε πάντα να περάσει...».
Εκεί θα γνωρίσει ως συναδέλφους τους μετέπειτα πρωτοπόρους των πρώτων διηπειρωτικών πτήσεων Ζαν Μερμόζ και ο Ζωρζ Γκυγιωμέ, με τους οποίους θα γίνονταν αχώριστοι φίλοι. Εκείνες ήταν οι καλύτερες στιγμές της ζωής του. Η αγάπη, η αδελφοσύνη και ο κοινός αγώνας για την ολοκλήρωση του έργου δημιουργούσαν συγκινητικές στιγμές που θα αποτύπωνε για πάντα στα μετέπειτα έργα του. Ο Εξυπερύ απαθανάτισε εκείνες τις μοναδικές στιγμές στο επόμενο βιβλίο του, το «Ταχυδρομείο του Νότου». Οι στιγμές που περιγράφει είναι γεμάτες από τα συναισθήματα που δημιουργούνται μέσα στο πιλοτήριο κατά την διάρκεια εκείνων των μακρινών και επικίνδυνων πτήσεων: η μοναξιά των δύο πιλότων που πετούν δίπλα-δίπλα, αμίλητοι επί ώρες, ανταλλάσσοντας περιστασιακά κάποια τυπικά λόγια για την κατάσταση των οργάνων, με μόνη επαφή έναν ασύρματο. Όχι ότι τους βοηθούσε στη ναυτιλία, αλλά τους υπενθύμιζε ότι υπήρχαν κάπου κάποιοι άνθρωποι -ότι δεν ήταν μόνοι. Μέσα στο σκοτάδι έριχναν μία ματιά στο έδαφος: τι να κάνουν μέσα στη νύχτα οι χωρικοί σε εκείνα τα φωτάκια εκεί κάτω; Τι να σκέπτονται, πώς να ζουν; Τι είναι αυτό που εξυψώνει τον άνθρωπο; Και την απάντηση την δίνει ο ίδιος: «Αν θες να κάνεις τους ανθρώπους να κατασκευάσουν καράβια, μη κάνεις φασαρία προσπαθώντας να τους συγκεντρώσεις, να τους αναθέσεις εργασίες και να τους βάλεις να κόβουν ξύλα. Το μόνο που χρειάζεται είναι να τους κάνεις να ποθήσουν το μεγαλείο και την απεραντοσύνη της θάλασσας»…«Οι άνθρωποι ενώνονται μόνο όταν θέτουν τους ίδιους κοινούς στόχους, γιατί το ιδανικό είναι εκείνο που εξυψώνει τα νοήματα».
Το βιβλίο αυτό τον κάνει ετούτη τη φορά πολύ γνωστό , το όνομά του ακούγεται με εξαιρετικά φιλολογικά σχόλια και οι συνάδελφοί του τον θεωρούν ως τον άνθρωπο που τους χαρίζει την αναγνώριση. Ο Ντιντιέ Ντορά τον επισκέπτεται στον εκδοτικό οίκο που παρουσιάζει το βιβλίο του και του αποσπά ένα αυτόγραφο. Τον Οκτώβριο του 1927 τον διορίζει σταθμάρχη της Λατεκέρ στο Καπ Ζουμπί, στη μέση της Ισπανικής Σαχάρας. Το Καπ Ζουμπί ήταν για πολλούς λόγους ένας σταθμός ζωτικής σημασίας για τα αεροπλάνα της εταιρείας που εκτελούσαν το δρομολόγιο Καζαμπλάνκα - Ντακάρ: εκεί θα σταματούσε κάποιος πιλότος για να ανεφοδιαστεί σε καύσιμα προκειμένου να συνεχίσει το ταξίδι του, εκεί θα κατέφευγε κάποιο αεροπλάνο που είχε υποστεί βλάβη πάνω από την έρημο, και εκεί θα αναζητούσε σωτηρία κάποιος για να σωθεί από τους Άραβες που τον κυνηγούσαν. Η ομαλή λειτουργία της αερογραμμής αλλά και η ζωή πολλών συναδέλφων του, στηριζόταν αποκλειστικά επάνω του. Η νέα του μετάθεση δεν διέφερε πρακτικά από εξορία αλλά αυτό του έδωσε την ευκαιρία μιας νέας εποικοδομητικής αυτοσυγκέντρωσης. Παράλληλα, χάρις σε εκείνο τον σταθμό, η μικρή «Λατεκέρ» επεκτάθηκε και εξελίχθηκε στην «Αεροποστάλ» (Aeropostal) την πρώτη επιβατική γαλλική αεροπορική εταιρεία που τώρα είχε 24 αεροπλάνα – μεταφοράς ταχυδρομείου μεν αλλά και με θέσεις για 10 επιβάτες. Η συμβολή του Εξυπερύ στην εταιρεία αυτή αλλά και η παράλληλη αναγνώρισή του στον φιλολογικό τομέα του απέφεραν μια κρατική αναγνώριση, τον Σταυρό των Ιπποτών της Λεγεώνας της Τιμής.

Μια περίοδος επαγγελματικής και λογοτεχνικής περιπέτειας

Το 1929 η Αεροποστάλ επεκτείνεται στη Νότια Αμερική με πτήσεις μεταξύ Ρίο ντε Τζανέιρο και Μπουένος Άιρες και ο Εξυπερύ ορίζεται σταθμάρχης της εταιρείας στην Αργεντινή. Σε μια αποστολή ο φίλος του Γκυγιωμέ θα χαθεί για μέρες στις χιονισμένες Άνδεις και ο Εξυπερύ θα κάνει τα αδύνατα δυνατά για να τον βρει τελικά, κάτω από απίστευτα άγριες συνθήκες, σε μια χώρα που έχει ως λαϊκό απόφθεγμα πως: «Τον χειμώνα οι Άνδεις δεν επιστρέφουν τις ψυχές που παίρνουν». Την ίδια ώρα ο Μερμόζ δοκιμάζει με επιτυχία νυκτερινές πτήσεις μεταξύ Γαλλίας και Αργεντινής, που για εκείνη την εποχή θεωρούνται ως μοναδικό επίτευγμα τόλμης και πρωτοπορίας. Ο Εξυπερύ θα σημαδευτεί για πάντα από εκείνες τις στιγμές της δοκιμασίας και της φιλίας για όλη του τη ζωή με ένα πνεύμα που σύντομα θα αποτυπώνει συνέχεια στα βιβλία του μέχρι το τέλος της ζωής του.
Το 1931 γνώρισε την Κονσουέλο Σουνσίν, μία γυναίκα που τον εντυπωσίασε και αποφάσισε να την κατακτήσει σε μια ασυνήθιστη πτήση πάνω απ' το Μπουένος Άιρες. Την παντρεύτηκε σύντομα αν και διέφεραν ως χαρακτήρες παρόλο που ενώ κι εκείνη σύχναζε σε φιλολογικούς κύκλους την ενδιέφεραν περισσότερο οι πεζές πραγματικότητες της ζωής και δεν κατάφερε ποτέ να αποτελέσει την μούσα μιας ψυχής σαν του Εξυπερύ. Το 1933 η Αεροποστάλ αντιμετώπισε οικονομική κρίση και αγοράστηκε από ένα όμιλο, ο οποίος μετονομάστηκε σε Air France. Ο Εξυπερύ δεν συμφώνησε με την τότε διοίκηση και αποφάσισε να φύγει αν και αυτό σήμαινε ότι άρχιζαν γι αυτόν οι οικονομικές δυσκολίες. Θα αποφασίσει να βρει διέξοδο στα βιβλία του και συγγράφει το έργο του «Νυχτερινή Πτήση» που αποσπά λογοτεχνικό βραβείο και ένα συμβόλαιο για μια παραγωγή του Χόλλυγουντ, ταινία που γυρίζεται με πρωταγωνιστή τον Κλαρκ Γκαίημπλ με τον εμπορικότερο τίτλο: «Άνεμος, Άμμος και Άστρα».
Μεταξύ 1935 και 1936 γυρίζονται ακόμα δύο ταινίες από αισθηματικές του νουβέλες, το «Αν-Μαρί» και το «Σαββατοκύριακο στο Αλγέρι». Αυτό του προσφέρει μια πρόχειρη επίλυση του οικονομικού προβλήματος αλλά επειδή δεν θέλει να απομακρυνθεί από την αεροπορία προσλαμβάνεται ως δοκιμαστής πιλότος σε ένα νέο μεγάλο υδροπλάνο με το οποίο η Αιρ Φρανς σκοπεύει να κάνει μόνιμα δρομολόγια στο Αλγέρι. Το πρωτότυπο του μοντέλου ωστόσο υποφέρει από κατασκευαστική αστάθεια και ο Εξυπερύ πέφτει θύμα σοβαρού ατυχήματος, τα τραύματα του οποίου θα τον κάνουν να υποφέρει επί χρόνια. Τέλη του 1936 η Αιρ Φρανς του προσφέρει ένα συμβόλαιο για μια πειραματική προσπάθεια να δημιουργηθούν πτήσεις από τη Γαλλία στη Σαϊγκόν. Ο Εξυπερύ θα αγοράσει με δικές του οικονομίες ένα αεροπλάνο με το οποίο επιχειρεί μια πρώτη προσπάθεια αλλά τσακίζεται από αμμοθύελλα στην Λιβυκή έρημο και τελικά σώζεται συμπτωματικά από κάποιους Βεδουίνους. Μετά από αυτήν την περιπέτεια απομακρύνεται από τον αεροπορικό τομέα και πέφτει σε μια κατάσταση απογοήτευσης, την οποία επιδεινώνει η απώλεια του Μερμόζ πάνω από τον Ατλαντικό. Το 1937 επιστρέφει στον τομέα των διηπειρωτικών πτήσεων με την Αιρ Φρανς με σκοπό τη διάσχιση του Ατλαντικού και εγκαινίαση δρομολογίων μεταξύ Ευρώπης και Κεντρικής Αμερικής. Ένα νέο όμως ατύχημα στη Γουατεμάλα τον φέρνει πολύ κοντά στον θάνατο. Πέρασε πολύ καιρό σε νοσοκομείο της Νέας Υόρκης για να ανακάμψει και καθώς η περαιτέρω συνέχιση των αεροπορικών περιπετειών του φάνηκε να απομακρύνεται, αποφάσισε να συνεχίσει αποκλειστικά με τα βιβλία του. Ένας μικρός όμιλος Γάλλων επιχειρηματιών και φίλων της τέχνης που ζούσαν στην Αμερική του συμπαραστάθηκαν πολύ. Εκείνη την περίοδο γράφει τα δύο αριστουργήματά του, την «Γη των Ανθρώπων» και τον «Μικρό Πρίγκιπα». Το 1938 επιστρέφει στη Γαλλία και εργάζεται ως δημοσιογράφος - πολεμικός ανταποκριτής στον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας. Τα άρθρα του είναι υπέρ των φιλοκυβερνητικών δυνάμεων κι εναντίον του Φράνκο. Το 1939 τα δύο τελευταία του βιβλία του εξασφαλίζουν ένα ακόμα βραβείο από τη Γαλλική Ακαδημία.

Πιλότος Πολέμου

Στην Αμερική τον βρίσκουν τα νέα της κήρυξης του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και αποφασίζει να προσφερθεί για υπηρεσία και προτιμά την δίωξη αλλά ο στρατιωτικός γιατρός τον βρίσκει πολύ ηλικιωμένο και αρκετά αδύναμο για τέτοια καθήκοντα. Ο Εξυπερύ θα χρησιμοποιήσει τη φήμη του και τα μέσα του, καθώς είναι ο διασημότερος Γάλλος αεροπόρος την ώρα εκείνη. Τελικά συμβιβάζεται με την θέση του Σμηναγού Αναγνώρισης. Στις 3 Νοεμβρίου 1939 παρουσιάστηκε στον Επισμηναγό Ρενέ Γκαβουάλ της 2/33 Μοίρας Αναγνώρισης, στο αεροδρόμιο του Ορκόντ στην περιοχή της Καμπανίας, νοτιοδυτικά της Ρενς. Η σύντομη εκείνη περίοδος τον γεμίζει με περισσότερη εμπειρία για τους χαρακτήρες και την μοίρα των ανθρώπων καθώς οι συνθήκες που αντιμετωπίζει είναι ιδιαίτερα απογοητευτικές. Τα αεροπλάνα της Μοίρας του είναι ελάχιστα για να φυλάξουν ένα μέτωπο από την Ελβετία ως τον Ατλαντικό και οι επιδόσεις τους μπροστά στα γερμανικά: «...εξασφαλίζουν μόνο μια ευκαιρία για δόξα...» έλεγε ειρωνικά , εννοώντας τον βέβαιο θάνατο. Παρόλα αυτά παίρνει μέρος σε όλες τις απελπισμένες προσπάθειες να ενημερώσει την γαλλική ανώτατη διοίκηση για τα σημεία που οι Γερμανοί περνούν τα σύνορα έστω κι όταν τον περιζώνουν επικίνδυνα τα πολύ ικανά και γρήγορα Μέσσερσμιτ δίνοντάς του ολοένα και λιγότερες ευκαιρίες να ξεφεύγει. Σε μια από αυτές τις αποστολές στο Αρράς διακινδυνεύει τόσο πολύ που οι συνάδελφοί του τον θεωρούν ήδη νεκρό αλλά εκείνος έχει καταφέρει να διαφύγει πετώντας εξαιρετικά χαμηλά και κρυπτόμενος μέσα στους πυκνούς καπνούς από τις εκρήξεις των βομβών. Η τελευταία του αποστολή είναι στην Αμπεβίλ κατά την υποχώρηση στη Δουνκέρκη. Οι παρατηρήσεις που κάνει δίνουν την ευκαιρία στον Γάλλο διοικητή στο έδαφος να κατορθώσει, έστω και πρόσκαιρα, την ανακοπή της γερμανικής επίθεσης: ο αξιωματικός εκείνος λέγεται Σαρλ Ντε Γκωλ.
Μετά την πτώση της Γαλλίας ο Εξυπερύ είναι οργισμένος από την απαράδεκτη γαλλική διοίκηση που φάνηκε ανύπαρκτη σε κάθε ενέργειά της παρόλο που αριθμητικά και υλικά η Γαλλία υπερτερούσε της Γερμανίας. Όταν η διάδοχη Κυβέρνηση του Βισύ τον μεταθέτει σε μια βάση στο Μπορντώ το θέαμα που βλέπει τον κάνει να μείνει άφωνος. Υπάρχει σωρεία καινούργιων αεροπλάνων που δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ στη μάχη, πιστεύει ότι η Γαλλία βρίσκεται σε μια κατάσταση αποχαύνωσης και προδοσίας και αποφασίζει να την εγκαταλείψει. Η κυβέρνηση του Βισύ του προσφέρει μια θέση στη Βουλή με σκοπό να εκμεταλλευτεί το όνομά του αλλά εκείνος αρνείται. Αμέσως τα βιβλία του απαγορεύονται και πέφτει σε δυσμένεια. Προσπαθεί να δραπετεύσει μέσω της φρανκικής Ισπανίας αλλά τότε θυμούνται τα αντιφρανκικά του άρθρα κατά τον εμφύλιο πόλεμο και του απαγορεύουν την διέλευση. Τελικά θα βρει ευκαιρία να φύγει για τις ΗΠΑ, με τις οποίες η Γαλλία του Βισύ επίσημα δεν βρίσκεται σε πόλεμο.
Στις ΗΠΑ ο Εξυπερύ θα συγγράψει σε βιβλίο τις πρόσφατες πολεμικές του εμπειρίες, το «Πιλότος Πολέμου», ένα βιβλίο που γεμίζει ανθρωπιά, έντονη φιλοσοφία και απογοήτευση για την Γαλλία. Αλλά ένα τέτοιο έργο γραμμένο από έναν που μόλις γύρισε απ' τον πόλεμο έχει μεγάλο εκδοτικό ενδιαφέρον ενώ ταυτόχρονα του προτείνουν το γύρισμα ταινίας με θέμα τον «Μικρό Πρίγκιπα». Ενώ έτσι τα οικονομικά του βελτιώνονται αισθητά του φτάνουν ξαφνικά τα νέα του θανάτου του Γκιγιωμέ που εβλήθη, πιθανόν κατά λάθος, από ιταλικό μαχητικό. Ο εσωτερικός του κόσμος γκρεμίζεται ενώ την ίδια ώρα η γυναίκα του γκρινιάζει περισσότερο για τις τουαλέτες που άφησε πίσω στην Γαλλία και νοιώθει πολύ λίγο να νοιάζεται για τον Αντουάν. Εκείνος κρατάει πάντα στα χέρια του την εικόνα των φίλων του απ' το Ταχυδρομείο του Νότου κι όταν η Κονσουέλο του υπενθυμίζει ότι αυτοί είναι πια νεκροί της απαντά με πόνο «Όχι... οι νεκροί είμαστε εμείς...». Στις μέρες που ακολουθούν ο Ντε Γκωλ καλεί όλους τους Γάλλους εκτός Γαλλίας να στρατευθούν μαζί του και του γίνονται προτάσεις να τον υποστηρίξει. Ο Εξυπερύ πιστεύει ότι μόνο αν η Αμερική μπει στον πόλεμο υπάρχει σοβαρή ελπίδα για την Γαλλία και αρνείται, χαμένος πιθανόν και στην προσωπική του απογοήτευση, αλλά αυτό εκνευρίζει αφάνταστα τον Ντε Γκωλ και από τότε οι άλλοτε συμπολεμιστές θα παραμείνουν για πάντα εχθροί μεταξύ τους.

Επιστροφή στον πόλεμο και τελευταία αποστολή

Όταν το 1943 οι Αμερικανοί αποβιβάζονται στη Βόρεια Αφρική, ο Εξυπερύ νοιώθει ότι η στιγμή να επιστρέψει στην μάχη ήρθε, αλλά η πολιτική κατάσταση της Γαλλίας που χωρίζεται σε Γκωλικούς και πρώην ανθρώπους του Βισύ που δειλά τώρα παρουσιάζονται ως αντι-γερμανοί, τού προκαλεί αποστροφή και τον φέρνει σε δύσκολη θέση. Επιπλέον η φυσική του κατάσταση δεν του επιτρέπει πάντα να γίνει δεκτός ως πιλότος, έχοντας μάλιστα φτάσει και στην ηλικία των 44 ετών. Θα χρειαστεί να βάλει φίλους του να ζητήσουν απ' την Αμερικανική κυβέρνηση να τον βοηθήσουν μέχρι που επεμβαίνει ο ίδιος ο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ που προτιμά, όπως δήλωσε, να αφήσει τον Εξυπερύ επιτέλους να πετάει στον αέρα παρά να του βάζει μπελάδες στο έδαφος. Του επιτρέπουν να επιστρέψει στο παλιό του σμήνος 2/33, που τώρα εδρεύει στο Οράν. Οι παλιοί του φίλοι και συμπολεμιστές, κι ειδικά ο πρώην και νυν διοικητής του 2/33, Ρενέ Γκαβουάλ, τον υποδέχονται με πολύ ενθουσιασμό και αγάπη τόσο που ξανανιώνει μετά από πολύ καιρό να ζει και πάλι σε ένα ζεστό συντροφικό περιβάλλον. Πολιτικά ωστόσο αρνείται να εκφρασθεί υπέρ του ενός η του άλλου πολιτικού γαλλικού στρατοπέδου που αντιπροσωπεύουν οι στρατηγοί Ζιρώ και Ντε Γκωλ. Ο Ντε Γκωλ ειδικά δεν θέλει να ακούσει γι αυτόν και σε κάποια στιγμή θυμού, απαγορεύει ακόμα και την διάδοση των βιβλίων του, κάτι που εξοργίζει και αγανακτεί τον συγγραφέα που ανακράζει «...αυτοί οι Γκωλικοί κι ο πολύς πατριωτισμός τους μου δίνουν στα νεύρα... φορώ την γαλλική στολή και κινδυνεύω να σκοτωθώ όσο κι ο οποιοσδήποτε άλλος Γάλλος ...». Εκείνη την περίοδο ο Εξυπερύ κάνει πολλούς εχθρούς που τον κατηγορούν από αντι-πατριώτη ως και φιλοναζιστή. Ο ίδιος τραυματισμένος ψυχικά αποφασίζει να κλειστεί ακόμα περισσότερο στον εαυτό του και θεωρεί ότι η μόνη πραγματική συντροφιά του είναι οι πιλότοι στο σμήνος του.
Το 2/33 του μεταφέρεται στην Κορσική και εκείνος αναλαμβάνει αποστολές αναγνώρισης πάνω απ' την υπό κατοχή ακόμα Γαλλία. Ο Αμερικανός όμως γενικός διοικητής των συμμαχικών μοιρών τον περιορίζει να τερματίσει μετά την 5η του αποστολή καθόσον το αεροπλάνο που του δίνουν να πετάξει ένα P38F-5B, έχει μέγιστο όριο ηλικίας για τους πιλότους του το 28ο έτος. Ο Γκαβουάλ δεν τολμά όμως να το εφαρμόσει από φόβο ότι αυτό θα τον συντρίψει ψυχικά. Το αεροπλάνο εκείνο προκαλεί όντως μεγάλες δυσκολίες στον παλαίμαχο πιλότο γιατί είναι φτιαγμένο για πολύ μεγάλα ύψη και μια-δύο φορές ο Εξυπερύ χάνει τις αισθήσεις του από έλλειψη οξυγόνου ενώ τα παλιά του τραύματα δεν τον αφήνουν να ησυχάσει από τους πόνους. Ο Γκαβουάλ τον παρακολουθεί θορυβημένος, ο Εξυπερύ έχει πάντα μέσα στο χειριστήριό του τη φωτογραφία των νεκρών του φίλων απ' την εποχή του Ταχυδρομείου του Νότου, είναι πολύ αφηρημένος και τα βράδια ξενυχτάει γράφοντας. Εκείνη την εποχή ο συγγραφέας, μέσα στα ατέλειωτα χαρτιά που γεμίζουν το ακατάστατο δωμάτιό του έχει αρχίσει άλλα δύο έργα, το «Κάστρο» (Citadelle) και τα «Γράμμα σε ένα όμηρο». Την 31/07/1944, νωρίς το πρωί, ο πίνακας επιχειρήσεων του 2/33 έχει προγραμματισμένο τον Εξυπερύ σε μια αναγνωριστική πτήση στην παραλία Γένοβας - Αντζιο, καθώς επίκειται η εκεί απόβαση. Ο Γκαβουάλ ελπίζει ότι ο ξενυχτισμένος Εξυπερύ απλά δεν θα παρουσιαστεί αλλά εκείνος εμφανίζεται πανέτοιμος και μάλιστα του εμπιστεύεται τα γραπτά του. Ο Γκαβουάλ δεν το θεωρεί αυτό καλό σημάδι και κυριολεκτικά πανικοβάλλεται όταν διαπιστώνει ότι το δωμάτιο του Εξυπερύ είναι τακτοποιημένο και το κρεβάτι άθικτο, απόδειξη ότι ο συγγραφέας δεν κοιμήθηκε όλο το βράδυ. Τρεις και μισή ώρες μετά την απογείωση ο Εξυπερύ θεωρείται αγνοούμενος και ο Γκαβουάλ υποψιάζεται αυτοκτονία. Επί κάπου 50 και περισσότερα χρόνια οι έρευνες για να βρεθεί το αεροπλάνο εκείνο δεν καρποφόρησαν και δημιούργησαν μεγάλο θόρυβο γύρω από την εξαφάνιση εκείνη, που ως ένα βαθμό εκμεταλλεύτηκαν και τουριστικά ορισμένοι καθώς η φήμη του Εξυπερύ έφτασε το αποκορύφωμά της στην μεταπολεμική εποχή. Τελικά το μπρασελέ του Εξυπερύ που του είχε χαρίσει η Κονσουέλο ανακαλύφθηκε από ένα ψαρά (Ζαν-Πώλ Μπιάνκο) δυτικά της Τουλόν τον οποίο αρχικά δεν πίστεψε κανείς, μιας και βρέθηκε πολύ πιο μακριά από την θέση που προέβλεπε η διαδρομή της τελευταίας αποστολής του Εξυπερύ. Αλλά το αεροπλάνο αυτή τη φορά εντοπίστηκε και αναγνωρίστηκε από τον αριθμό του (228233) από τον δύτη-αρχαιολόγο Luc Vanrell. Τα συντρίμμια του αεροπλάνου του συγγραφέα εκτίθενται σήμερα στο Μουσείο Αεροπορίας του Λε Μπουρζέ (Παρίσι).
Από μια τυχαία φράση που βρέθηκε ανάμεσα στα τελευταία του χειρόγραφα και έλεγε: …«Κάποια μέρα θα χαθώ πάνω σε έναν μαρτυρικό σταυρό που θα είναι η Μεσόγειος»… σχεδόν όλοι πίστεψαν ότι ο Εξυπερύ αυτοκτόνησε καθώς ήταν πολλαπλά λυπημένος απ' την απώλεια των συντρόφων του, την αδιαφορία της γυναίκας του και την στάση του Στρατηγού Ντε Γκωλ, ο οποίος είχε πεισματωθεί από την αρχική άρνηση του συγγραφέα να ενταχθεί στο Γκωλικό στρατόπεδο. Εντούτοις στις αρχές του 2008, ένας παλαίμαχος Γερμανός πιλότος, ο Χορστ Ρήπερτ, 88 ετών, δήλωσε ότι πολύ πιθανόν αυτός ήταν εκείνος που τον κατέρριψε συνδυάζοντας την μέρα και τον τόπο όπου εντοπίστηκε το αεροπλάνο του Εξυπερύ. Δήλωσε μάλιστα ότι ως νέος θαύμαζε τον συγγραφέα και θα ευχόταν τελικά να μην ήταν εκείνος που τον είχε καταρρίψει.
Μια φράση του που έχει χαραχτεί συχνά σε πλάκες ως το πιο αυθεντικό ρητό του που τον αντιπροσωπεύει είναι η παρακάτω :
«Το ουσιώδες διαφεύγει από τα μάτια, βλέπει κανείς σωστά μόνο με την καρδιά»

Ο Μικρός Πρίγκιπας

Το βιβλίο του «Ο Μικρός Πρίγκιπας» γράφηκε μεν για παιδιά, αλλά είναι ένα αρκετά φιλοσοφημένο έργο το οποίο κατακρίνει και ειρωνεύεται τον κόσμο των μεγάλων. Τα σχέδια του βιβλίου είναι δικά του.
Στον Μικρό πρίγκιπα υπάρχουν σχεδόν ανεξάρτητα κεφάλαια με μια μικρή διδακτική ιστορία στο καθένα.
Το βιβλίο λοιπόν, είναι αντιπολεμικό και μιλά για την αγάπη και τη φιλία, οι οποίες για να αναπτυχθούν πρέπει να υπάρχει ειρήνη. Είναι ένα συμβολικό παραμύθι που γράφτηκε στην Αμερική, όπου είχε καταφύγει ο συγγραφέας μετά την υποταγή της Γαλλίας στη Γερμανία. Το περιεχόμενό του είναι ένα μήνυμα στη δοκιμαζόμενη πατρίδα του μακριά απ' την οποία νιώθει εξόριστος, χαμένος, όπως ο μικρός πρίγκιπας μακριά απ' τον πλανήτη του. Υπάρχουν παραμυθικοί ρόλοι: πρίγκιπας, τριαντάφυλλο, αλεπού, καθώς και συμβολισμοί που υποκρύπτουν: βαθμιαία πορεία προς τη γνώση μέσω της κοινωνικοποίησης, μετάβαση από τον κόσμο του παιδιού στη ζωή, στις σχέσεις και υποχρεώσεις του ενηλίκου.

Πηγή:Βικιπαίδεια

Τρίτη 24 Ιουνίου 2014

"...του Αη Γιάννη θά ήτανε θαρρώ..."

"τα μονοκοτυλήδονα

και τα δικοτυλήδονα

ανθίζανε στον κάμπο

σου το' χαν πει στον κλήδονα

και σμίξανε φιλήδονα

τα χείλη μας, Μαλάμω!" Γ.Σεφέρης "Δημοτικό τραγούδι", Στροφή.

Τα έθιμα του Αη Γιάννη στις 24 Ιουνίου – Κλήδονας, Λαμπαδάρης

Ο Ιούνιος είναι ο πρώτος μήνας του καλοκαιριού. Δεν έχει ιδιαίτερα μεγάλες γιορτές και οι αγρότες με τις φορτωμένες ασχολίες τους δεν έχουν το χρόνο για πανηγύρια και τελετές. Με το μήνα αυτό συμπίπτει η ακμή της εποχής, οι θερινές τροπές του ηλίου, που θεωρούνταν σημαντικές και επικίνδυνη καμπή του χρόνου. Για το λόγο αυτό ζητούσαν να προφυλαχθούν με διάφορους τρόπους από κάθε κίνδυνο.



Από τα αρχαία χρόνια υπήρχαν διάφορα έθιμα που είχαν σχέση με τις θερινές τροπές του ηλίου και που αργότερα πέρασαν στο Χριστιανικό κόσμο και συνδέθηκαν με το Γενέθλιον Ιωάννη του Προδρόμου (24 Ιουνίου). Κατά τον Ευαγγελιστή Λουκά, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ήταν έξι μήνες μεγαλύτερος από το Χριστό. Αφού λοιπόν η Εκκλησία όρισε τη γέννηση του Θεανθρώπου στις 25 του Δεκέμβρη, δηλαδή στις χειμερινές τροπές του ηλίου, επόμενο ήταν το Γενέθλιον του Ιωάννη του Προδρόμου να συμπέσει στις 24 του Ιουνίου, δηλαδή στις θερινές τροπές του ηλίου. Έτσι διατηρήθηκαν ορισμένες συνήθειες που έχουν σχέση με το θερινό ηλιοτρόπιο και την αντίληψη ότι κάτι συμβαίνει στον ήλιο αυτή την ημέρα και μας επηρεάζει.
Ο ‘Κλήδονας’ είναι ένα πανάρχαιο έθιμο. Η ίδια η λέξη υπάρχει από την εποχή του Ομήρου, «κλήδων» ονομαζόταν ο προγνωστικός ήχος, και κατ' επέκταση το άκουσμα σιωνισμού ή προφητείας, ο συνδυασμός τυχαίων και ασυνάρτητων λέξεων ή πράξεων κατά τη διάρκεια μαντικής τελετής, στον οποίο αποδιδόταν προφητική σημασία.



Ο «Κλήδονας» είναι μια λαϊκή μαντική διαδικασία, από τις πιο τελετουργικές όλων των παραδόσεων του τόπου μας, σύμφωνα με τον οποίο αποκαλύπτεται στις άγαμες κοπέλες η ταυτότητα του μελλοντικού τους συζύγου. Την παραμονή του Αϊ-Γιαννιού, οι ανύπανδρες κοπέλες μαζεύονται σε ένα από τα σπίτια του χωριού, όπου αναθέτουν σε κάποια ή σε κάποιες από αυτές να φέρουν από το πηγάδι ή την πηγή το"αμίλητο νερό". Στη Θράκη οι γονείς της κοπέλας που θα αναλάβει αυτό το έργο, πρέπει να βρίσκονται εν ζωή. Η ονομασία οφείλεται στο γεγονός ότι η κοπέλα και η συνοδεία της πρέπει να ολοκληρώσουν την αποστολή αυτή, τηρώντας απόλυτη σιωπή.


Επιστρέφοντας στο σπίτι όπου τελείται ο κλήδονας, το νερό μπαίνει σε πήλινο δοχείο, στο οποίο η κάθε κοπέλα ρίχνει ένα προσωπικό της αντικείμενο, το λεγόμενο ριζικάρι. Στη συνέχεια το δοχείο σκεπάζεται με κόκκινο ύφασμα, το οποίο δένεται γερά με ένα κορδόνι ("κλειδώνεται") απαγγέλοντας ένα στιχάκι για να τους βοηθήσει ο Αη Γιάννης στην προφητεία και τοποθετείται σε ταράτσα ή άλλο ανοιχτό χώρο. Εκεί παραμένει όλη τη νύχτα υπό το φως των άστρων. Οι κοπέλες επιστρέφουν ύστερα στα σπίτια τους. Λέγεται ότι τη νύχτα αυτή θα δουν στα όνειρά τους το μελλοντικό τους σύζυγο.
Την παραμονή της γιορτής των γενεθλίων του Αγίου Ιωάννη, εκτός από την τέλεση του κλήδονα, ανάβουν και φωτιές. Μια μεγάλη φωτιά στήνεται στην πλατεία του χωριού ή σ' ένα μέρος ανοιχτό, ώστε να φαίνεται από παντού. Άλλες μικρότερες φωτιές ανάβουν σε όλους τους μαχαλάδες προσπαθώντας ο κάθε ένας να ανάψει την μεγαλύτερη φωτιά, πάνω από τις οποίες πηδάνε όλοι οι κάτοικοι του χωριού. Σύμφωνα με τη λαϊκή πίστη, η δύναμη της φωτιάς, επιφέρει την κάθαρση και οι άνθρωποι απαλλαγμένοι από το κακό μπορούν να εισέλθουν καθαροί και ακμαίοι σε μια καλύτερη χρονική περίοδο.





Ανήμερα του Αϊ-Γιαννιού, σε άλλες περιοχές πριν βγει ο ήλιος ώστε να μην εξουδετερωθεί η μαγική επιρροή των άστρων και σε άλλες γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι όταν ο ήλιος «τρέμει», οι γυναίκες συναθροίζονται και πάλι για να ανοίξουν το πήλινο αγγείο.

Στην Κρήτη και τη Θράκη, καθισμένη στο κέντρο της συντροφιάς, η υδροφόρος νεαρή ανασύρει ένα-ένα από το αγγείο τα αντικείμενα, που αντιστοιχούν στο "ριζικό" κάθε κοπέλας και μια άλλη, κάποια που έχει ποιητικό ή μαντικό ταλέντο απαγγέλλει ταυτόχρονα τυχαίες μαντινάδες. Η μαντινάδα ή το δίστιχο που αντιστοιχεί στο αντικείμενο (ριζικάρι) της κάθε κοπέλας θεωρείται ότι προμηνάει το μέλλον της και σχολιάζεται από τους υπόλοιπους, που προτείνουν τη δική τους ερμηνεία σε σχέση με την ενδιαφερόμενη.



Στην Κεφαλονιά έπαιρναν αμίλητο νερό και έχυναν μέσα λιωμένο μολύβι- μέταλλο. Όπως έπεφτε το λιωμένο μολύβι μέσα στη λεκάνη με το κρύο νερό, κρύωνε απότομα και έπαιρνε διάφορα σχήματα. Η παλιότερη, η γηραιότερη από την παρέα των κοριτσιών, η «εξηγήστρα», μελετούσε τα σχήματα και έδινε διάφορες εξηγήσεις, δηλαδή καταλάβαινε ποια θα είναι τα μελλούμενα του κοριτσιού που του είχαν ονοματίσει «τη ριξιά» του μολυβιού.



Προς το σούρουπο, όταν τελειώσει η μαντική διαδικασία, η κάθε κοπέλα γεμίζει το στόμα της με μια γουλιά αμίλητο νερό και στέκεται μπροστά σε ανοιχτό παράθυρο, έως ότου ακούσει το πρώτο ανδρικό όνομα. Αυτό πιστεύεται ότι θα είναι και το όνομα του άνδρα που θα παντρευτεί. Μετά το τέλος όλης αυτής της διαδικασίας στήνεται μεγάλο γλέντι στο οποίο συμμετέχει όλο το χωριό.


Μάλιστα λένε πως ο Άι-Γιάννης φέρνει τύχες και γι' αυτό έπρεπε από την παραμονή να έχουν τακτοποιήσει όλες τις οικιακές δουλειές. Αυτός είναι ο λόγος που τον Άγιο αυτόν τον λέμε και Ριζικάρη.

 Πηγή: paterikos.blogspot.gr

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

Ναός Επικούριου Απόλλωνα ένα πανανθρώπινο μνημείο

 Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα στις Βάσσες της Φιγαλείας είναι ένας από τους σπουδαιότερους και επιβλητικότερους της αρχαιότητας. Αφιερώθηκε από τους Φιγαλείς στον Απόλλωνα διότι τους βοήθησε να ξεπεράσουν μια επιδημία πανώλης. Ο ναός υψώνεται επιβλητικά στα 1.130 μέτρα, στο κέντρο της Πελοποννήσου, πάνω στα βουνά μεταξύ Ηλείας, Αρκαδίας και Μεσσηνίας και βρίσκεται 14 χλμ. νότια της Ανδρίτσαινας και 11 χλμ. βορειοανατολικά των Περιβολίων. Ο ναός ανεγέρθηκε το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ. (420-410 π.Χ;) και αποδίδεται στον Ικτίνο, τον αρχιτέκτονα του Παρθενώνα. Το μνημείο αυτό με την πανανθρώπινη σημασία και συνάμα ένα από τα καλύτερα σωζόμενα της κλασικής αρχαιότητας ήταν το πρώτο στην Ελλάδα που ανακηρύχθηκε Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO το 1986. Τμήμα της ζωφόρου του ναού αποσπάστηκε το 1814 και εκτίθεται στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο.

Τοποθεσία - Μετάβαση

Ο κλασικός ναός είναι θεμελιωμένος πάνω στο φυσικό βράχο του όρους Κωτιλίου σε ειδικά διαμορφωμένο γήπεδο. Η τοποθεσία του ναού ονομαζόταν στην αρχαιότητα Βάσσες (μικρές κοιλάδες) και φιλοξενούσε από τον 7ο αιώνα π.Χ. ιερό του Απόλλωνος Βασσίτα που είχαν ιδρύσει οι γειτονικοί Φιγαλείς, οι οποίοι λάτρευαν τον θεό με την προσωνυμία Επικούριος δηλαδή βοηθός, συμπαραστάτης στον πόλεμο ή στην αρρώστια. Ο πρώτος ναός γνώρισε και μεταγενέστερες φάσεις, γύρω στο 600 και γύρω στο 500 π.Χ., από τις οποίες σώζονται πολυάριθμα αρχιτεκτονικά μέλη. Η μετάβαση στον Ναό του Επικούριου Απόλλωνα γίνεται από το παραλιακό χωριό Θολό, μέσω Νέας Φιγάλειας (Φιγαλείας) Ηλείας κατά μήκος του ποταμού Νέδα. Ο δρόμος είναι μεν ασφαλτοστρωμένος αλλά λίαν κοπιαστικός λόγω στενότητας και στροφών. Τονίζεται ότι πρόκειται για κοπιαστική μετάβαση και επιστροφή. Η πρόσβαση αυτή είναι δυτική. Από Ανατολικά η πρόσβαση γίνεται μέσω Τρίπολης και Μεγαλόπολης. Η οδική σήμανση είναι άριστη.

Αρχιτεκτονική και διάκοσμος

Ο αρχαίος περιηγητής Παυσανίας που τον επισκέφθηκε, θαμπώθηκε από την ομορφιά του και τον κατέταξε δεύτερο μετά της Τεγέας σε κάλλος και αρμονία. Ο ναός ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους κλασικούς ναούς της αρχαιότητας γιατί δεν εμφανίζει ανατολικομεσημβρινό προσανατολισμό αλλά είναι κατασκευασμένος με διεύθυνση από βορά προς νότο λόγω οικονομίας του χώρου ή για λατρευτικούς λόγους που συνδέονται με τις παραδόσεις των Αρκάδων μιας και άλλοι ναοί της περιοχής φέρουν ίδιο προσανατολισμό.

Θραύσμα μετόπης με απεικόνιση Αμαζόνας. Εκτίθεται στο Βρετανικό Μουσείο

Θραύσμα ποδιού από κολοσσιαίο άγαλμα που βρέθηκε στις Βάσσες. Εκτίθεται στο Βρετανικό Μουσείο
Ο ναός συνδυάζει αρχαϊκά, κλασικά και παραδοσιακά αρκαδικά χαρακτηριστικά. Έτσι προσφέρει ένα ελκυστικό μείγμα του παλιού και του νέου, του αγροτικού και του εκλεπτυσμένου. Η επιμήκης περίπτερη δομή (39,87x16,13 μέτρα) είναι κατασκευασμένη κυρίως από γκρίζο ασβεστόλιθο τοπικής προέλευσης. Η εξωτερική κιονοστοιχία του εξάστηλου ναού ακολουθεί έναν εξαιρετικά αυστηρό δωρικό ρυθμό (οι μετόπες δεν είναι λαξευμένες). Όμως στο εσωτερικό, έξοχης ποιότητας γλυπτική συνταιριάζεται με έναν πιο περίτεχνο αρχιτεκτονικό ρυθμό. Το εμπρόσθιο τμήμα του πρόναου και του οπισθόδομου με δύο κίονες εν παραστάσει (in antis) αναδιατυπώνουν το δωρικό ρυθμό. Χαρακτηρίζεται λοιπόν ως ναός δωρικός, δίστυλος εν παραστάσει περίπτερος. Αντιθέτως στον σηκό μια σειρά εντοιχισμένων ιωνικών κιόνων στέκονται απέναντι σε χαμηλούς τοίχους στήριξης. Στο νότιο τμήμα όπου βρίσκεται το άδυτο, οι δύο τελευταίοι ιωνικοί κίονες του σηκού στέκονται στο μακρινό άκρο λοξών τοίχων, ενώ ανάμεσά τους βρίσκεται ένας κορινθιακός κίονας, μόνος στο κέντρο του ναού. Το κιονόκρανο του κίονα αυτού αποτελεί «το αρχαιότερο σωζόμενο δείγμα και θεωρείται πρότυπο για όλα τα "Κορινθιακά" μνημεία του ελληνικού, ρωμαϊκού και μεταγενέστερων πολιτισμών» . Η διακόσμηση είναι αξιοσημείωτη ειδικά λόγω των διαφορετικών υλικών που χρησιμοποιούνται: οι τοίχοι, οι βάσεις και οι κίονες είναι από ασβεστόλιθο, τα ιωνικά κιονόκρανα και το κορινθιακό κιονόκρανο είναι από μάρμαρο Δολιανών όπως και οι λαξευτές μετόπες της εξωτερικής ζωφόρου του κυρίως ναού, οι βάσεις της ιωνικής ζωφόρου στο εσωτερικό του τεμένους, τα ερείσματα και τα κεραμίδια της οροφής.



Ζωφόρος


Ο Ναός το 1821 (Dodwell Edward).
Στις αρχές του 19ου αιώνα η ζωφόρος ανασκάφηκε από τα ερείπια και δόθηκε προς πώληση. Τελικά αγοράστηκε από την βρετανική κυβέρνηση. Στην αρχαιοελληνική αρχιτεκτονική η ζωφόρος κοσμούσε το εξωτερικό του ναού αλλά στις Βάσσες η ζωφόρος περιέτρεχε το εσωτερικό του σηκού. Η ζωφόρος αναπαριστά δύο θέματα: τη μάχη ανάμεσα στους Έλληνες, με αρχηγό τον Ηρακλή (διακρίνεται από τη λεοντή του) και τις Αμαζόνες και τη μάχη μεταξύ Λαπιθών και Κενταύρων. Το δεύτερο ήταν συχνό θέμα στην αρχαιοελληνική τέχνη και εμφανίζεται στις μετόπες του Παρθενώνα. Εδώ οι γυναίκες των Λαπιθών απεικονίζονται να κρατούν σφιχτά τα μικρά παιδιά τους καθώς προσπαθούν να αντισταθούν στους Κενταύρους.
Αν και η απόδοση αυτής της ζωφόρου είναι ανομοιογενής στην ποιότητα, δραματική ζωηρότητα και βίαιη κίνηση διέπουν το όλο σχέδιο. Τα υπερβολικά στροβιλιζόμενα ενδύματα των Λαπιθών γυναικών και των Αμαζόνων απηχούν και ενισχύουν την αίσθηση της κίνησης που χαρακτηρίζει τις ίδιες τις μορφές. Λόγω αυτών των χαρακτηριστικών ορισμένοι μελετητές παραλλήλισαν τη σύνθεση με στοιχεία του μπαρόκ . Τη ζωφόρο ίσως φιλοτέχνησε ο γλύπτης Παιώνιος, δημιουργός της περιφημης Νίκης που εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας.

Ανασκαφές


Το εξωτερικό του ναού το 1985 πριν την τοποθέτηση του στεγάστρου
Ο ναός παρέμεινε σε χρήση κατά τα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια όπως φαίνεται από τις επιδιορθώσεις που δεχόταν η κεραμοσκεπή. Με την κατάρρευση της στέγης λόγω της φθοράς των ξύλινων δοκαριών της επήλθε η πρώτη σημαντική καταστροφή. Η ανθρώπινη επέμβαση ήταν ένας άλλος φθοροποιός παράγοντας. Το 1765 ο ναός ταυτίσθηκε επιτυχώς από το Γάλλο αρχιτέκτονα J. Bocher. Το 1812 διενεργήθηκαν οι πρώτες συστηματικές ανασκαφές από τους: J. Foster, C. R. Cockerell, K. H. von Hallerstein, G. Gropius, J. Linckh, O. M. Stackerlberg, και P. O. Brondsted και έφεραν στο φως τις πλάκες της ζωφόρου και το κορινθιακό κιονόκρανο.
Τα ευρήματα μεταφέρθηκαν στη Ζάκυνθο, με τη συγκατάθεση του Βελή πασά, που είχε δωροδοκηθεί για το σκοπό αυτό. Το 1814 η ζωφόρος αγοράστηκε με εντολή του Αγγλου αντιβασιλιά πρίγκηπα Γεωργίου και το 1815 κατέληξε στο Βρετανικό Μουσείο. Ο Άγγλος διανοούμενος Christian Muller χαρακτήρισε την υφαρπαγή των μνημείων πράξη βανδαλισμού, αντίστοιχη με αυτή του λόρδου Έλγιν.
Το 1902 έγινε συστηματική ανασκαφή της περιοχής από την πρώτη Αρχαιολογική Εταιρία Αθηνών υπό τους αρχαιολόγους Κ. Κουρουνιώτη Κ. Ρωμαίο και Π. Καββαδία. Περαιτέρω ανασκαφές έλαβαν χώρα το 1959, 1970 και 1975-80 υπό την διεύθυνση του Ν. Γιαλούρη. Το 1975 δημιουργήθηκε η Επιτροπή Συντηρήσεως του Ναού του Επικουρίου Απόλλωνος με καθήκοντα τον προγραμματισμό και τη σύνταξη μελετών συντήρησης και αναστήλωσης. Το 1982 η Επιτροπή ανασυστάθηκε και το Υπουργείο Πολιτισμού ανέλαβε την αποκατάσταση του μνημείου. Το σαθρό έδαφος στο οποίο είναι χτισμένος, οι ψυχρές κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή και το ασβεστολιθικό υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένος, επέβαλαν τη μόνιμη κάλυψη του με στέγαστρο από το 1987. Σύμφωνα με τον προγραμματισμό του υπουργείου το στέγαστρο, το αντισεισμικό ικρίωμα και οι άλλες εγκαταστάσεις θα απομακρυνθούν μετά την ολοκλήρωση των απαραίτητων επεμβάσεων.

Πηγή:Βικιπαίδεια

 

 

 

 



























Πέμπτη 5 Ιουνίου 2014

Φρεντερίκο Γκαρθία Λόρκα ένας απ' τους κορυφαίους ποιητές παγκόσμια

Φρεντερίκο Γκαρσία Λόρκα

 

Λούζεται η αγάπη μου
στο Γουαδαλκιβίρ,
και τ’ άνθη παίρνουν ευωδιά
απ’ το γλυκό κορμί της

Τρέξε πέτα χελιδόνι
φέρ’ της Βενετιάς βελόνι
να κεντήσει στο μαντίλι
τη χαρά της να μου στείλει...

(Federico García Lorca, 5 Ιουνίου 1898 - 18 Αυγούστου 1936) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Ισπανούς ποιητές και θεατρικούς συγγραφείς, από τους κορυφαίους εκπροσώπους της ισπανικής γενιάς του '27. Πέρα από το λογοτεχνικό του έργο, ασχολήθηκε επίσης με τη ζωγραφική και τη μουσική.

Τα πρώτα χρόνια

Γεννήθηκε στο Φουέντε Βακέρος, το 1898. Ο πατέρας του ήταν αγρότης κι η μητέρα του δασκάλα πιάνου, προσφέροντας τα πρώτα μαθήματα και στον ίδιο τον Λόρκα. Φοίτησε σε σχολείο Ιησουϊτών στη Γρανάδα και μετά από πιέσεις του πατέρα του, γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Γρανάδα, την οποίαν όμως εγκατέλειψε σύντομα, για να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία, τη μουσική και τη ζωγραφική. Το 1919, εγκαταστάθηκε στη Φοιτητική Κατοικία του Πανεπιστημίου της Μαδρίτης, που τότε λειτουργούσε ως ανοιχτό πανεπιστήμιο, πολιτιστικό κέντρο, της ισπανικής πρωτεύουσας. Εκεί συνάντησε τον Σαλβαδόρ Νταλί, τον σκηνοθέτη Λουίς Μπουνιουέλ, τον ποιητή Ραφαέλ Αλμπέρτι και τον Χιμένεθ. Την ίδια περίοδο συνέθεσε τα πρώτα του ποιήματα που κυκλοφόρησαν το 1921, με τίτλο Βιβλίο Ποιημάτων. Λίγο νωρίτερα, το 1918, είχε δημοσιεύσει το έργο Εντυπώσεις & Τοπία περιδιαβαίνοντας την Καστίλη.

Πρώτα έργα

Το 1922, συνεργάστηκε με τον συνθέτη Μανουέλ ντε Φάγια στο Φεστιβάλ Λαϊκής Μουσικής, στη Γρανάδα. Στις παραδόσεις της λαϊκής και τσιγγάνικης μουσικής, πίστευε πως βρίσκει τη βάση των ποιητικών και πνευματικών του ενορμήσεων. Δημιούργημα του, εκείνη την εποχή, ήταν το Ποίημα Του Κάντε Χόντο, λαϊκό τραγούδι της Ανδαλουσίας, που τραγουδιέται από τσιγγάνους με συνοδεία κιθάρας και λίγο αργότερα, το 1924, ξεκίνησε να γράφει το Ρομανθέρο Χιτάνο, έργο που ολοκλήρωσε τελικά το 1927, σύνθεση 18 ποιημάτων με σταθερή στιχουργική μορφή, έκφραση μιας από τις αρχαιότερες μορφές ισπανικής ποίησης. Την ίδια περίοδο συνέθεσε και την Ωδή Στον Σαλβαντόρ Νταλί ενώ παράλληλα έγραψε το θεατρικό έργο Μαριάνα Πινέδα, που πρωτοπαρουσιάστηκε στη Βαρκελώνη, την ίδια χρονιά, σε σκηνογραφία Νταλί, σημειώνοντας επιτυχία.

Οι κορυφαίες δημιουργίες του

Τα έτη 1929-1930, αναζήτησε νέες πηγές έμπνευσης και ταξίδεψε στις ΗΠΑ και στην Κούβα. Οι εμπειρίες του στις Ηνωμένες Πολιτείες αξιοποιήθηκαν στο ποίημα Ένας Ποιητής Στη Νέα Υόρκη. Επέστρεψε στην Ισπανία το 1931 και συνέθεσε το Ντιβάνι Της Ταμαρίτ, ενώ παράλληλα δούλεψε και πάνω σε έργα για το κουκλοθέατρο. Εκεί έδειξε ξεκάθαρα πως επέλεγε ως κύρια ενασχόλησή του, τη συγγραφή θεατρικών και τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του ολοκλήρωσε τις κορυφαίες του δημιουργίες: Το Σπίτι Της Μπερνάρντα Άλμπα, Ματωμένος Γάμος, Γέρμα, Θρήνος Για Τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, τραγωδίες με θέμα τη κοινωνική καταπίεση κι έκδηλο το ανθρώπινο στοιχείο.
Με την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας, οργάνωσε μία θεατρική ομάδα υπό την ονομασία La Barroca, η οποία με τη βοήθεια του Υπουργείου Παιδείας, έδωσε παραστάσεις κλασσικών έργων σε χώρους εργατών κι αγροτικές περιοχές. Το 1936 υποδέχθηκε τον Αλμπέρτι, καθώς επέστρεψε από τη Μόσχα. Συνέταξε μια διακήρυξη συγγραφέων κατά του φασισμού κι ξεκίνησε να γράφει μια σειρά θεατρικών σκηνών με μορφή επιθεώρησης, ωστόσο τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, ξέσπασε ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος.

Το τραγικό τέλος

Στις 18 Αυγούστου του 1936, σε ηλικία 38 ετών, δολοφονήθηκε στην περιοχή της Γρανάδα από ένα εκτελεστικό απόσπασμα 12 ατόμων, αποτελούμενο από αστυνομικούς, εθελοντές αλλά και κρατούμενους, τους οποίους υποχρέωσαν να διαπράξουν τη δολοφονία του Λόρκα υπό την απειλή της εκτέλεσης. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν γνώριζαν καν ποιος είναι αυτός που είχαν διαταχθεί να δολοφονήσουν . Για τη δολοφονία κατηγορήθηκαν ακροδεξιοί πολιτικοί και επιχειρηματικοί κύκλοι, μέλη επιφανών οικογενειών της Γρανάδας, καθώς και κάποιοι προερχόμενοι από την άκρως συντηρητική οικογένεια του πατέρα του, οι οποίοι ήταν έξαλλοι με τον πατέρα και ως εκδίκηση σκότωσαν τον γιο. Ο τάφος του δε βρέθηκε ποτέ ενώ νέα στοιχεία δίνουν νέο στίγμα για τον εντοπισμό του
Άλλα έργα του: Τα Μάγια Της Πεταλούδας 1925, Τα Πρώτα Τραγούδια 1926, Τραγούδια 1927, Δόκτωρ Περλιμπλίν & Μπελίσα (Οι Φασουλήδες Του Κατσιπόρα) 1928.

Πηγή:Βικιπαίδεια


Τρίτη 15 Απριλίου 2014

Κασσιανή, η ζωή της, το έργο της

Η Κασσιανή ή Κασ(σ)ία, ή Εικασία, ή Ικασία (μεταξύ 805 και 810 - πριν το 865) ήταν βυζαντινή ηγουμένη, ποιήτρια, συνθέτρια, και υμνογράφος στην οποία κα αποδίδεται το ψαλλόμενο την Μεγάλη Τρίτη τροπάριο που αρχίζει με τις λέξεις: "Κύριε η εν πoλλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή..".
Η ζωή και το έργο της καλύπτεται από μια ασάφεια. Αρχικά, το όνομά της, το οποίο απαντάται στις πηγές με τις τέσσερις προηγούμενες παραλλαγές. Το πρώτο, (Κασσιανή), προέκυψε επειδή ίσως το όνομά της δεν ήταν συνηθισμένο και της δόθηκε όνομα καλογερικό, δηλαδή τη θηλυκή μορφή του γνωστού καλογερικού ονόματος Κασσιανός. Το δεύτερο, (Κασ(σ)ία), χρησιμοποιείται από την ίδια στην ακροστιχίδα του μοναδικού σωζόμενου κανόνα της. Τέλος οι δύο τελευταίες παραλλαγές, (Εικασία ή Ικασία), προέκυψαν από το λάθος ενός αντιγραφέα που προσέθεσε το γράμμα «Ι».[1]
Πρώτος βυζαντινός χρονογράφος που παρέχει στοιχεία περί της ζωής της Κασσιανής είναι ο Συμεών ο Μάγιστρος, τον οποίο και ακολουθούν πολλοί άλλοι μεταξύ δε αυτών ο Λέων ο Γραμματικός, ο Ιωάννης Ζωναράς κ.ά. Η Κασσιανή είναι μία από τους πρώτους μεσαιωνικούς συνθέτες τα έργα των οποίων σώζονται αλλά και μπορούν να ερμηνευτούν από σύγχρονους ειδικούς και μουσικούς. Περίπου 50 από τους ύμνους έχουν διασωθεί και 23 από αυτούς περιλαμβάνονται στα λειτουργικά βιβλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο ακριβής αριθμός τους είναι εξαιρετικά δυσχερές να προσδιοριστεί, καθώς πολλοί ύμνοι αποδίδονται σε διαφορετικά πρόσωπα σε διάφορα χειρόγραφα, ενώ συχνά δε σώζεται το όνομα του υμνογράφου.
Επιπλέον, σώζονται 789 μη λειτουργικοί της στίχοι. Πρόκειται κυρίως για «γνωμικά», όπως για παράδειγμα το παρακάτω:
«Απεχθάνομαι τον πλούσιο άντρα που γκρινιάζει σαν να ήταν φτωχός.»
Τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία σαν αγία στις 7 Σεπτεμβρίου.
Η ζωή της
Γεννήθηκε μεταξύ του 805 και του 810 στην Κωνσταντινούπολη και ήταν γόνος φεουδαρχικής οικογενείας. Ο πατέρας της Κασσιανής, επιφανές μέλος αυτής της οικογένειας φαίνεται πως του είχε απονεμηθεί ο τίτλος του Κανδιδάτου στην αυλή της Βασιλεύουσας. Όταν μεγάλωσε συνδύαζε τη σωματική ομορφιά με την εξυπνάδα της. Τρεις βυζαντινοί χρονικογράφοι, ο Συμεών ο μεταφραστής, ο Γεώργιος Αμαρτωλός και ο Λέων ο Γραμματικός, αναφέρουν ότι έλαβε μέρος στην τελετή επιλογή νύφης για τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, την οποία είχε οργανώσει η μητριά του Ευφροσύνη. Σε αυτή, που τοποθετείται χρονικά ή στο 821 ή στο 830,ο αυτοκράτορας επέλεγε τη σύζυγο της αρεσκείας του δίνοντας της ένα χρυσό μήλο. Θαμπωμένος από την ομορφιά της Κασσίας, ο νεαρός αυτοκράτορας την πλησίασε και της είπε: «Ὡς ἂρα διά γυναικός ἐῤῥρύη τὰ φαῦλα» «Από μία γυναίκα ήρθαν στον κόσμο τα κακά [πράγματα]», αναφερόμενος στην αμαρτία και τις συμφορές που προέκυψαν από την Εύα. Η Κασσία, ετοιμόλογη, του απάντησε: «Ἀλλά καὶ διά γυναικός πηγάζει τά κρείττω» «Και από μία γυναίκα [ήρθαν στον κόσμο] τα καλά [πράγματα]», αναφερόμενη στην ελπίδα της σωτηρίας από την ενσάρκωση του Χριστού μέσω της Παναγίας. Με βάση την παράδοση ο ακριβής διάλογος ήταν:
-Εκ γυναικός τα χείρω.
-Kαι εκ γυναικός τα κρείττω.
Ο εγωισμός του Θεόφιλου τραυματίστηκε με αποτέλεσμα να απορρίψει την Κασσιανή και να επιλέξει τη Θεοδώρα από την Παφλαγονία της Μικράς Ασίας για σύζυγό του.
Πάντως το επεισόδιο αυτό αμφισβητείται από τους νεώτερους ιστορικούς. Τα κύρια επιχειρήματα είναι ότι οι διηγήσεις του επεισοδίου εμφανίζονται 100 περίπου χρόνια αφού έζησε ο Θεόφιλος,το διήγημα περιέχει μοτίβα από την περιοχή του μύθου και της μεταγενέστερης δημώδους παράδοσης η οποία δημιουργήθηκε σταδιακά μέσα στους εικονολατρικούς κύκλους ως αντίδραση ενάντια στο μεροληπτικό εγκώμιο της αυτοκράτειρας Θεοδώρας.
Οι επόμενες πληροφορίες που σώζονται για την Κασσιανή είναι ότι το 843 ίδρυσε ένα κοινόβιο στα δυτικά της Κωνσταντινούπολης, κοντά στα τείχη της πόλης, του οποίου έγινε και η πρώτη ηγουμένη.[7 Αν και πολλοί ερευνητές αποδίδουν την επιλογή της αυτή στην αποτυχία της να γίνει αυτοκράτειρα, μία επιστολή του Θεόδωρου του Στουδίτου αποδίδει διαφορετικά κίνητρα στην ενέργεια της αυτή. Διατηρούσε στενή σχέση με τη γειτονική Μονή Στουδίου, η οποία έμελλε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην επανέκδοση βυζαντινών λειτουργικών βιβλίων τον 9ο και το 10ο αιώνα, με αποτέλεσμα τη διάσωση των έργων της (Kurt Sherry, σελ. 56). Στη συνέχεια η Κασσιανή εξαφανίζεται από το ιστορικό προσκήνιο, αν και καμιά βυζαντινή ή άλλη πηγή, κοσμική ή εκκλησιαστική δεν μας πληροφορεί αν εξορίστηκε από τους εικονομάχους ή τους εικονόφιλους αυτοκράτορες.
Το υμνογραφικό της έργο
Στην Κασσιανή αποδίδονται μια σειρά από λειτουργικά ποιήματα: ένας κανόνας Περί των νεκρών ο οποίος σώζεται μόνο σε ένα χειρόγραφο και στην ακριστιχίδα του αναφέρεται το όνομα της ποιήτριας. Επίσης στην ποιήτρια αποδίδεται το τετραώδιο του Μεγάλου Σαββάτου Άφρων γηραλέε. Σώζονται επίσης 21 Στιχηρά Ιδιόμελα, δηλαδή μικρότερα ποιήματα προς τιμήν διαφόρων Αγίων για ορισμένες μέρες του εκκλησιαστικού έτους, από τα οποία σήμερα χρησιμοποιούνται στην επίσημη λειτουργία μόνο 7. Γενικά είναι δύσκολο να διαπιστωθεί η συγγραφική αυθεντικότητα των κομματιών, γιατί δεν μπορούν να στηριχθούν στοιχεία πάνω στα χαρακτηριστικά του συγγραφικού ύφους.
Εκτός από τα λειτουργικά ποιήματα η Κασσιανή συνέταξε μια σειρά από πνευματώδη ημιθρησκευτικά επιγράμματα, που τους έχει αποδοθεί ο χαρακτηρισμός Γνώμαι κι έτσι εμφανίζονται στα χειρόγραφα. Έχουν γραφεί στον βυζαντινό 12σύλλαβο, ο οποίος ρυθμίζεται σύμφωνα με τον τονισμό της λέξης και σπάνια υπερβαίνουν τις δύο γραμμές σε έκταση. Σ΄αυτές περιγράφονται ανθρώπινες ιδιότητες και χαρακτήρες. Σε αυτά εξυμνείται η φιλία, η εξυπνάδα η σιωπή κατά την κατάλληλη στιγμή. Επίσης καυτηριάζονται διάφορες ανθρώπινες αδυναμίες όπως η φιλαργυρία, η ανοησία, το ψεύδος κ.α.
Το τροπάριο της Κασσιανής
  Με βάση την παράδοση ο αυτοκράτορας Θεόφιλος συνεχίζοντας να είναι ερωτευμένος μαζί της, επιθυμούσε να την δει για μία τελευταία φορά πριν πεθάνει κι έτσι πήγε στο μοναστήρι όπου βρισκόταν. Η Κασσιανή ήταν μόνη στο κελί της γράφοντας το τροπάριο της όταν αντιλήφθηκε την άφιξη της αυτοκρατορικής ακολουθίας. Τον αγαπούσε ακόμη αλλά πλέον είχε αφιερώσει τη ζωή της στο Θεό γι αυτό και κρύφτηκε, μη επιθυμώντας να αφήσει το παλιό της πάθος να ξεπεράσει το μοναστικό της ζήλο. Άφησε όμως το μισοτελειωμένο ύμνο πάνω σε ένα τραπέζι. Ο Θεόφιλος ανακάλυψε το κελί της και μπήκε σε αυτό ολομόναχος. Την αναζήτησε αλλά μάταια. Εκείνη τον παρακολουθούσε μέσα από μία ντουλάπα στην οποία είχε κρυφτεί. Ο Θεόφιλος στενοχωρήθηκε, έκλαψε και μετάνιωσε που για μία στιγμή υπερηφάνειας έχασε μία τόσο όμορφη και έξυπνη γυναίκα. Στη συνέχεια βρήκε τα χειρόγραφα της Κασσιανής επάνω στο τραπέζι και τα διάβασε. Μόλις ολοκλήρωσε την ανάγνωση κάθισε και πρόσθεσε ένα στίχο στον ύμνο. Σύμφωνα με την παράδοση ο στίχος αυτός ήταν «ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη». Φεύγοντας εντόπισε την Κασσιανή που κρυβόταν στην ντουλάπα αλλά δεν της μίλησε, σεβόμενος την επιθυμία της. Η Κασσιανή βγήκε από την κρυψώνα της μετά την αναχώρηση του αυτοκράτορα, διάβασε την προσθήκη του και στη συνέχεια ολοκλήρωσε τον ύμνο.

Πηγή:Βικιπαίδεια


Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Απρίλης ο Ανοιξιάτης, ο Αιγιωργίτης,ο Κερασάρης

Απρίλη-Απρίλη δροσερέ και Μάη καμαρωμένε
Που χιόνισε τ' Αη Νικολά το Μάη το καλοκαίρι
Μας ψόφησες τα πρόβατα, τα γίδια κινδυνεύουν
Και τα παιδιά μας έφυγαν, πάησαν κα το Ρωμέικο.

 Ο Απρίλιος, ή Απρίλης, ή Απρίλτς (Ποντιακά), είναι ο τέταρτος μήνας του έτους κατά το Ιουλιανό και το Γρηγοριανό Hμερολόγιο, ο όγδοος κατά το Εκκλησιαστικό που αρχίζει τον Σεπτέμβριο, ο δεύτερος κατά το παλαιό ρωμαϊκό ημερολόγιο, και ο δέκατος στο αττικό ημερολόγιο ο οποίος ονομάζονταν Μουνιχιών και αντιστοιχούσε στο χρονικό διάστημα 24 Μαρτίου-22 Απριλίου του Γρηγοριανού ημερολογίου. Ο Απρίλιος περιλαμβάνει 30 ημέρες.

 

Ο Απρίλιος στην αρχαιότητα

Η λέξη Απρίλιος ετοιμολογείται από το λατινικό Aprillis, από το ρήμα aperire, που σημαίνει «ανοίγω». Είναι ο μήνας κατά τον οποίο ο καιρός «ανοίγει» και έρχεται η Άνοιξη, όπως σημειώνεται στο Μέγα Συναξαριστή. Ο Απρίλιος μέχρι την εποχή του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Ιουλίου Καίσαρα περιελάμβανε 29 ημέρες και από τότε 30. Το 65 μ. Χ. ο Νέρων προσπάθησε, χωρίς επιτυχία, να μετονομάσει τον Απρίλιο σε Νερώνιο (Neronius) σε ανάμνηση της σωτηρίας του μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του στην οποία συμμετείχε και ο δάσκαλός του Σενέκας, που τελικά αυτοκτόνησε για να αποφύγει τον εξευτελισμό.Πολλές, πάντως, ήσαν οι γιορτές των αρχαίων Ρωμαίων οι οποίες ήσαν αφιερωμένες σε διάφορους θεούς τους, όπως στην Αφροδίτη και τον Απόλλωνα (την 1η Απριλίου), στην Κυβέλη (τα Μεγαλήσια΄ από τις 4 έως τις 10 Απριλίου), ενώ στις 22 Απριλίου γιορτάζονταν (με ανάλογες κρασοκατανύξεις) τα Vinalia priora, οι πρώτες γιορτές κρασιού του έτους. Στα τέλη του μήνα ξεκινούσαν επίσης και τα Floralia, τα Ρωμαϊκά Ανθεστήρια, προς τιμήν της θεάς της βλάστησης και της Άνοιξης, της Flora.



Ο Απρίλιος στην Ελληνική λαογραφία

Ο ελληνικός λαός αποκαλεί τον μήνα αυτόν και με τα ονόματα Απρίλης, Απρίλες, και Λαμπριάτης από την συμπτωματικά μεγάλη θρησκευτική εορτή που τελείται συνήθως το μήνα αυτό. Ο Απρίλιος και ο Μάιος θεωρούνται οι καθ΄ αυτού μήνες των λουλουδιών εξ ου και η ονομασία Απριλομάης: "Ο Απρίλης με τα λούλουδα κι ο Μάης με τα ρόδα". Χάρη στην ανοιξιάτικη σύνδεσή του ο Απρίλης τραγουδήθηκε ιδιαίτερα από τους ποιητές αλλά κι από τον λαό μας: «Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθό Απρίλη» και «Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε». Η ενασχόληση, επίσης, του λαού μας με την γεωργία μάς έχει κληροδοτήσει και πολλές άλλες παροιμίες και δημώδη στιχάκια. Για τις απριλιάτικες βροχές, για παράδειγμα, λέγεται το εξής: «Αν κάνει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σε κείνο το ζευγά που ‘χει πολλά σπαρμένα». Σ’ άλλες πάλι περιοχές ο Απρίλης αποκαλείται και «Γρίλλης» (γκρινιάρης) επειδή στον μήνα αυτόν τελείωναν τα αποθέματα της προηγούμενης συγκομιδής και δημιουργούνταν οικογενειακές γκρίνιες. Αποκαλείται και τιναχτοκοφινίτης επειδή τινάζουν τα κοφίνια για να τα καθαρίσουν: «Απρίλης, γρίλλης, τιναχτοκοφινίτης». Αναφέρεται, επίσης, και ως Αϊ-γεωργίτης λόγω της εορτής του Αγίου Γεωργίου στις 23 του μήνα, η οποία γιορτάζεται με διάφορους αθλητικούς και ιππικούς αγώνες. Οι κτηνοτρόφοι, και οι Σαρακατσάνοι, θεωρούν τον Άγιο Γεώργιο προστάτη τους, ενώ στις παραδόσεις, τα παραμύθια και τα τραγούδια συνδέεται με τον αρχαίο μύθο του Περσέα και της Ανδρομέδας.

Πρωταπριλιά

Η «Πρωταπριλιά» με τα αθώα ψέματά της είναι ένα πανευρωπαϊκό έθιμο. Στην Ελλάδα το αρχαίο αυτό έθιμο έφτασε, μάλλον, την εποχή των Σταυροφοριών κι έχει τις ρίζες του στους αρχαίους Κέλτες. Επειδή τον Απρίλιο ο καιρός καλοσύνευε συνήθιζαν την πρωταπριλιά να πηγαίνουν για ψάρεμα. Τις περισσότερες φορές γύριζαν φυσικά με άδεια χέρια, κι έτσι κατέφευγαν σε ψεύτικες ιστορίες για μεγάλα ψάρια. Στη χώρα μας διαγωνίζονται για το ποιος θα πει το μεγαλύτερο ψέμα, όπως το: «Έλα να πούμε ψέματα/ ένα σακί γιομάτο/ φόρτωσα ένα μπόντικα/ σαράντα κολοκύθια/ κι απάνου στα καπούλια του/ ένα σακί ρεβύθια».

Ο Απρίλιος και το Πάσχα

Ο Απρίλης είναι ο κατ’ εξοχήν μήνας όπου γιορτάζεται το Πάσχα, αν και ορισμένες φορές το Ορθόδοξο Πάσχα μπορεί να γιορταστεί μέχρι και στις 8 Μαΐου (όπως έγινε το 1983). Το Πάσχα έχει τις ρίζες του στην αρχαία Αίγυπτο, όπου γιορτάζονταν η εαρινή ισημερία, κι από εκεί πέρασε στους Εβραίους ως «Πεσάχ», σε ανάμνηση της Εξόδου τους από την αιχμαλωσία, και τέλος έφτασε και στους χριστιανούς αφού ταυτίστηκε με τον σταυρικό θάνατο του Ιησού Χριστού την περίοδο του Εβραϊκού Πάσχα, το οποίο γιορταζόταν κατά την ημέρα της πρώτης εαρινής πανσελήνου.
Στους πρώτους τρεις αιώνες της χριστιανοσύνης, όμως, οι διάφορες εκκλησίες γιόρταζαν την μεγάλη αυτή φεγγαρογιορτή σε διαφορετικές ημερομηνίες. Άλλες μεν κατά το παράδειγμα των αποστόλων Ιωάννη και Παύλου, κατά την ημέρα του θανάτου του Χριστού την 14η του Εβραϊκού μηνός Νισσάν, μία δηλαδή ημέρα πριν από την γιορτή του Εβραϊκού Πάσχα και σε οποιαδήποτε ημέρα της εβδομάδας και αν συνέπιπτε, άλλες δε πάντοτε κατά την Κυριακή που έπονταν της πρώτης εαρινής πανσελήνου.
Λόγω των διαφορών αυτών στον εορτασμό του Πάσχα από τις διάφορες εκκλησίες η Α’ Οικουμενική Σύνοδος, που συγκάλεσε ο Μέγας Κωνσταντίνος στη Νίκαια της Βιθυνίας, το 325 μ.Χ., θέσπισε τα του προσδιορισμού της εορτής του Πάσχα με μία εγκύκλιο επιστολή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όπου εκτίθεται ο γνωστός από τότε ως «Όρος της Νικαίας». Σύμφωνα μ’ αυτόν: «Το Πάσχα θα πρέπει να εορτάζεται την Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της άνοιξης, κι αν η πανσέληνος συμβεί Κυριακή τότε να εορτάζεται την επομένη Κυριακή (για να μην συμπέσει με τον εορτασμό του Εβραϊκού Πάσχα).» Ο εορτασμός του Πάσχα λοιπόν συνδέθηκε άμεσα με την εαρινή ισημερία και την πρώτη πανσέληνο της άνοιξης.
Πολλά, όμως, από τα σημερινά έθιμα της γιορτής αυτής προέρχονται από την αρχαιότητα και τους γιορτασμούς των αρχαίων προς τιμήν του Άττι, του Διονύσου και του Άδωνι, που τελούνταν κι αυτές την Άνοιξη. Τα έθιμα αυτά της Λαμπρής περιλαμβάνουν τα κόκκινα αυγά, σύμβολο γονιμότητας και αναγέννησης, και τις κούνιες, έθιμο υγείας κι ευεξίας. Σε συνδυασμό με το Πάσχα έχουμε επίσης και τις εορτές της Κυριακής των Βαΐων, και την προηγούμενη ημέρα του Λαζάρου, που θεωρείται γιορτή «νεκραναστάσιμη» και «σύμβολο χαρμολύπης» η οποία «προτυπώνει την Ανάσταση του ίδιου του Χριστού και αναδεικνύει την βεβαιότητα της ανάστασης όλων των κεκοιμημένων». Την εβδομάδα, τέλος, της Διακαινησίμου, που ακολουθεί το Πάσχα και ονομάζεται «Ασπροβδόμαδο», οι γιορτασμοί της Λαμπρής συνεχίζονται με χορούς και τραγούδια σε ξωκλήσια και πλατείες.

Πηγή: Βικιπαίδεια

 

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Οι πρώτες δημοτικές εκλογές στην Ελλάδα...

Άραγε τι μπορεί να έχει αλλάξει από τότε μέχρι σήμερα; Ότι δεν υπάρχουν πια λαδοφάναρα στους δρόμους ή ότι δεν διαρκούν  πέντε ολόκληρες μέρες;


Πριν από 174 χρόνια διενεργούνται οι πρώτες αυτοδιοικητικές εκλογές στην Ελλάδα στις απαρχές του νεοσύστατου τότε ελληνικού κράτους. Μπορεί η εκλογική διαδικασία να έχει αλλάξει όμως κάποια πράγματα παραμένουν μέχρι και σήμερα κοινά.
Η επικράτεια στη διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν χωρισμένη σε εγιαλέτια, σαντζάκια και καζάδες -όπως οι σημερινοί νομοί- αλλά και σε κοινότητες. Οι κοτζαμπάσηδες ήταν οι αντίστοιχοι δήμαρχοι, η εξουσία των οποίων περιοριζόταν στην τήρηση της τάξης και στη διευθέτηση των δικαστικών διαφορών. Η φορολογία και γενικότερα η οικονομία ήταν ευθύνη της κεντρικής διοίκησης η οποία είχε και την εποπτεία. Την είσπραξη των φόρων ανέθετε όμως και σε ιδιώτες ανα περιοχή οι οποίοι αύξαναν το φόρο προς όφελός τους.
Οι βάσεις της δημιουργίας της τοπικής αυτοδιοίκησης τίθενται μετά την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού κράτους. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω βασιλικού διατάγματος που έφερε τον τίτλο «Περί διαιρέσεως του βασιλείου και της διοίκησής του».
Ο εξωθεσμικός ρόλος των προυχόντων, ο τοπικισμός και η αυθαιρεσία στη φορολόγηση ήταν μερικοί από τους λόγους που οδήγησαν την βαυαρική αντιβασιλεία να καταργήσει το κοινοτικό σύστημα αιώνων. Με το βασιλικό διάταγμα του 1833 δημιουργούνται τρεις βαθμίδες εξουσίας στην τοπική αυτοδιοίκηση ο νομάρχης, ο έπαρχος και ο δημογέροντας. Ο τελευταίος αντικαθίσταται μετά από ένα χρόνο από το θεσμό του δημάρχου και το δημοτικό συμβούλιο. Ο νέος διοικητικός χάρτης του κρατιδίου περιλάμβανε δημαρχίες που υπάγονταν σε 47 επαρχίες και 10 νομαρχίες.
Οι πρώτες δημοτικές εκλογές πραγματοποιούνται το 1834 στο Ναύπλιο και στους νομούς Αργολίδας και Κορινθίας, όχι όμως και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Η Αθήνα και ο Πειραιάς μπαίνουν στην διαδικασία εκλογής τοπικών συμβουλίων το 1835 και 1836 αντίστοιχα. Η ψηφοφορία ήταν υποχρεωτική όμως υπήρχαν αρκετοί περιορισμοί. Ο κάθε ψηφοφόρος ή υποψήφιος θα έπρεπε να έχει συμπληρώσει το 25ο έτος, να έχει την ιδιότητα του δημότη και να διαμένει μόνιμα στο δήμο. Βασική προϋπόθεση όμως ήταν η οικονομική και κοινωνική θέση. Αυτό αποτέλεσε τροχοπέδη στην επιλογή διοίκησης από τους χαμηλοεισοδηματίες κατοίκους, ενώ επέτρεψε σε συγκεκριμένες ομάδες την εναλλαγή στην εξουσία.
Οι περιοριστικοί όροι για τους ψηφοφόρους είχαν ως αποτέλεσμα στις εκλογές του 1835, από τους 13.000 κατοίκους να ψηφίσουν μόλις οι 800. Η ψήφος τους δεν εξασφάλιζε ότι ο εκλεγμένος τοπικός “άρχων” θα ήταν και αυτός που θα διοικούσε. Υπήρχε το Δημαιρεσιακό όργανο, το οποίο έκανε μία πρώτη επιλογή υποψηφίων. Η αντιβασιλεία όμως έκανε την τελική επιλογή και διόριζε τον εκλεκτό της ενώ είχε δικαιώμα να τον παύσει από τα καθήκοντά του. Έτσι, οι δήμαρχοι είχαν πολύ περιορισμένη εξουσία και λογοδοτούσαν για τις αποφάσεις τους στον νομάρχη και στο έπαρχο, ενώ για την επιβολή δημοτικών φόρων χρειαζόταν βασιλική άδεια.
Οι πρώτες εκλογές στην Αθήνα πραγματοποιούνται στο διάστημα 15-20 Μαρτίου 1835. Αντίπαλοι στις εκλογές ήταν όσοι βρίσκονταν υπό την επιρροή του Βαυαρού αρχιγραμματέα Άρμανσμπεργκ (κυβερνητικοί) και όσοι ήταν αντίθετοι στην βασιλεία (αντικυβερνητικοί). Ο προεκλογικός αγώνας χαρακτηρίστηκε από τις συνήθεις καταγγελίες για νοθεία και από την αντιπαλότητα μεταξύ νέων υποψηφίων και γηραιότερων. Οι 800 Αθηναίοι που προσήλθαν στις κάλπες βρέθηκαν επί πέντε μέρες στο μοναδικό εκλογικό τμήμα της πόλης στην Αγία Ειρήνη, στην οδό Αιόλου. Με 650 από τις 800 ψήφους, εκλέχτηκε η παράταξη των αντικυβερνητικών, η οποία και εξέλεξε του περισσότερους δημοτικούς συμβούλους. Η εξέλιξη αυτή εξόργισε το Άρμανσμπεργκ. Έτσι παρενέβη και διόρισε δήμαρχο τον Ανάργυρο Πετράκη αντί του εκλεγμένου Δημητρίου Καλλιφρονά. Ο νέος δήμαρχος διοίκησε υπό την επίβλεψη των Βαυαρών, οι οποίοι και τον καθαίρεσαν μετά από δύο χρόνια.
Πηγη:tvxs

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2014

Παρουσίαση του βιβλίου μου Το Ξύλινο Βήμα της Αυγής



Το Ξύλινο Βήμα της Αυγής
Μυθιστόρημα
Θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους εσάς που μου ανοίξατε την αγκαλιά σας κείνο το απόγευμα του Φλεβάρη. Ελπίζω να αγαπήσετε τους ήρωές μου, όπως τους αγάπησα κι εγώ. Θα ήθελα να ξέρετε ότι η παρουσία σας μου έδωσε τη δύναμη να συνεχίσω και να πω μετά από πολύ καιρό ότι τίποτα δεν πάει χαμένο. 
Ένα μεγάλο ευχαριστώ στις αγαπημένες μου φίλες, Χαρινέλα Τουρνά και Μαίρη Τριβιζά, απ' τα χρόνια της αθωότητας και Γεωργία Σταυριανέα, απ' τα χρόνια εκείνα της πάλης, που μίλησαν για το βιβλίο μου, καθώς και  Άννα Χριστοδουλοπούλου, αγαπημένη φίλη κι αυτή, που διάβασε τόσο όμορφα ένα απόσπασμα απ' το βιβλίο, μα πάνω απ' όλα που αγκάλιασαν με τόση αγάπη το όνειρό μου. 
Τέλος, θέλω να ευχαριστήσω τις ανιψιές μου Δανάη και Αθηνά και τα αδέλφια  μου Γεωργία και Απόστολο που άνοιξαν το σπιτικό τους για να χωρέσει η τόσο σημαντική στιγμή της ζωής μου. 


Χαιρετισμός της Γεωργίας Σταυριανέα...

Για την «Αυγή»…
Πολύ λυπάμαι που απόψε δεν μπορώ να είμαι κοντά σας δια ζώσης, όμως η καρδιά και η σκέψη μου είναι μαζί σας.
Λόγοι προσωπικοί με εμποδίζουν να είμαι ανάμεσά σας, αλλά πάντα υπάρχει τρόπος να δηλώσεις την αγάπη σου ακόμα και από απόσταση.
Ο λόγος που βρίσκεστε απόψε εδώ, δεν είναι απλά η παρουσίαση ενός βιβλίου. Είναι κάτι περισσότερο. Είναι η επιβεβαίωση ότι:  όποιος θέλει ΜΠΟΡΕΙ…
Δέκα χρόνια πριν, με την καλή μου φίλη τη Βάνα γεννήσαμε μια τρελή ιδέα και την κάναμε βιβλίο.
«Μη ξεχάσεις το κλειδί πάνω στην πόρτα» το βαφτίσαμε και μπήκαμε στο χορό της συγγραφής.
Μοιραστήκαμε χαρές και πίκρες, κακοήθειες και παινέματα για αυτό το βιβλίο που εμείς γράψαμε μόνο από «κέφι». Ήταν η πρώτη μας εμπειρία αλλά όχι πλέον η ….τελευταία γιατί, δύο χρόνια μετά ακολούθησε ο  «Ο χορός των Θεριστών», ένα επίσης σπουδαίο βιβλίο, όχι γιατί το λέμε εμείς… αλλά γιατί είναι!!!
Δεν ξέρω αν τα βιβλία πήγαν καλά ή κακά… Έτσι κι αλλιώς για  μας ήταν μόνο ένα όμορφο ταξίδι που ακόμα κρατάει…
Μπαίνοντας στο κύκλωμα του βιβλίου και των εκδοτών, ανακαλύψαμε πως δεν είχαμε καμία πιθανότητα να βαδίσουμε σε αυτή την «πραγματικότητα». Ήταν «μακράν» από τα δικά μας δεδομένα.
Παραδέχομαι πως προσωπικά παραιτήθηκα και απογοητεύτηκα.  Σχεδόν είχα αποσυρθεί.
Ήρθε όμως η Βάνα με το πείσμα της να μου δείξει και να μου αποδείξει  πως μπορούμε και χωρίς εκείνους!
Κρατάτε στα χέρια σας την απόδειξη. Τα λόγια είναι περιττά.
Το μήνυμα μας προς τους εκδότες είναι πως: εκείνοι χωρίς εμάς δεν ΜΠΟΡΟΥΝ, εμείς όμως χωρίς αυτούς ΜΠΟΡΟΥΜΕ.
Ένα ευχαριστώ στην αδελφή μου τη Βάνα που πάντα μου διδάσκει αισιοδοξία και δύναμη…
Εύχομαι ολόψυχα καλό δρόμο στο «Ξύλινο Βήμα της Αυγής».  «Βάνα… συνέχισε να περπατάς! Σ’ αγαπώ πολύ!»



Μαίρη Τριβιζά
Δημοσιογράφο
Παρουσίαση του μυθιστορήματος 
Το Ξύλινο Βήμα της Αυγής της Βάνας Σμπαρούνη

Καλησπέρα σας,
Αρχικά θα ήθελα να  ευχαριστήσω την αγαπημένη μου φίλη Βάνα, για την μεγάλη χαρά και τιμή που μου κάνει να με εμπιστευτεί για την παρουσίαση του τρίτου κατά σειρά, αλλά αυτούσια  προσωπικού συγγραφικού  πονήματός  της.
Ας μου επιτραπεί  μία σύντομη αναφορά στο πρόσωπο της συγγραφέως , μιας χαρισματικά ήρεμης δύναμης,ενός πλάσματος δοτικού, μιας και είχα την τύχη να μοιραστώ μαζί της  εμπειρίες από τα ευαίσθητα μαθητικά μας  χρόνια, τα ανιδιοτελή, τα χρόνια  των έντονων εφηβικών ανησυχιών, αγωνίστρια  και δυναμική  αλλά
συνάμα μία αστείρευτη πηγή αισιοδοξίας  για τους γύρω της , με ευδιάκριτο το πηγαίο πνευματώδες  χιούμορ της, είναι ένας άνθρωπος  που  δεν κρύβεται  πίσω  από  εύσχημα  λόγια, παραμένοντας πάντα αληθινή.

Κάνοντας  χρήση  της  πρώτης επαγγελματικής  μου  ταυτότητας, αυτής  της  δημοσιογράφου,  θα  ήθελα να επισημάνω, ότι  μία από  τις  πιο  κοινότοπες  ερωτήσεις  που  κάνουν  οι  δημοσιογράφοι  στους  συγγραφείς , αφορά  σε αυτό  το  διαβόητο  αμάγαλμα  φαντασίας  και πραγματικότητας.  Η  αλήθεια  είναι  πως  στην
πραγματικότητα  ενός  συγγραφέα  -και όχι  μόνο την  «επαγγελματική» -φαντασία  και  πραγματικότητα διαπλέκονται  συχνά  με ένα  πολλές  φορές  αναπάντεχο  τρόπο.

«Όλα τα  μυθιστορήματα  είναι  μεταφορές της  πραγματικότητας», είχε πεί ο Τζόν  Φόουλς.

Ωστόσο, πιστεύω ακράδαντα ότι το να γράφεις βιβλία, δεν είναι μία απόδραση από την  πραγματικότητα, αλλά κυρίως  μία βουτιά στο κέντρο της.
Αληθινό δεν είναι εκείνο που συμβαίνει, αλλά και εκείνο που  «μπορεί» να συμβεί,  είτε στη ζωή , είτε στο μυαλό.
Και πολλές φορές εκείνα που διαδραματίζονται στο νού, τείνουν  να  αποδειχθούν  ακόμη  πιο  ερεθιστικά  και  πιο διδακτικά από  εκείνα  που  συμβαίνουν στην  ίδια τη ζωή.

Αυτό που πρέπει να  συγκρατήσετε στη  συγκεκριμμένη  διήγηση, είναι ότι  η  ουσία  του  βιβλίου, ο κινητήριος μοχλός της δράσης,  είναι η διαρκής  αναζήτηση  της  αλήθειας.

Ο βασικός  ήρωας –εν προκειμένω- η φιγούρα  της  ευαίσθητης  ζωγράφου, Εριέττας,  μετεωρίζεται  ανάμεσα σε 
σκοτεινούς  οικονομικούς  κύκλους,  ενός  συντηρητικού  νησιωτικού  τόπου, όπου  εντέχνως  διαστρεβλώνουν  τα πραγματικά  γεγονότα.  Εξαπολύουν  μύδρους  εναντίον  της, ενίοτε και  υπαινιγμούς  για  τη νοητική  της ακεραιότητα, έχοντας  φυσικά στόχο την  συγκάλυψη  των  δόλιων  συνεργών  και  την  τελική  παραπλάνηση της κοινής  γνώνης.

Ακούσια  μάρτυρας   η Εριέττα σε  ιντριγκαδόρικες  τακτικές,  προσπαθεί  απεγνωσμένα να  απαλλαγεί  από  το αδιέξοδο  που  της δημιουργεί  ο περίγυρός της,.
Ζώντας απομονωμένη, στο  λόφο της  Αυγής,  γίνεται  εύκολη  λεία  για  τους  επαγγελματίες  δολοπλόκους, οικονομικούς
προύχοντες  και εξουσιομανείς  παράγοντες  του τόπου  και όχι μόνο,  βιώνει  έντονες  συγκρουσιακές  ανατροπές,  ως την
καταλυτική  ώρα  της αποκάλυψης  της αποστομωτικής  αλήθειας  που αφορά  στον  θάνατο του παππού της.

Είναι χαρακτηριστική η στωϊκότητα  της  Εριέττας, που αν και  ζεί  μόνη  και χτυπημένη  από  τη μοίρα,  παραμένει εν τέλει ενεργά παρούσα  στη  νησιωτική  καθημερινότητα, αντιμετωπίζοντας  με άκρατο  δυναμισμό  και  αποφασιστικότητα  τους
υπαίτιους  μέχρι  τέλους.
λλωστε, όπως  αναφέρεται  και  στη  βάση  της  φιλοσοφίας  του  Μάρτιν Χάϊντεγκερ, η οντολογική σημασία του “Da Sein”,
είναι  «το να είσαι εκεί», ένας τρόπος ύπαρξης  που  είναι μεν  ευσυνείδητος,  διαρκώς  συνδεδεμένος με τον κόσμο, αλλά
συνάμα εμπεριέχει το παράδοξο , του να ζείς  με άλλα  ανθρώπινα  πλάσματα,  ενώ ουσιαστικά  είσαι  μόνος  με  τον εαυτό  σου.
Σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης,  θα  διαπιστώσετε ότι δημιουργείται μία αμφίδρομη διαδικασία, όπως  άλλωστε
συμβαίνει σε κάθε ταξίδι. Από τη μία υπάρχει η  χαρά  της  εξερεύνησης,  καίριες  οι φιγούρες  του ντεντέκτιβ Μισέλ
Ντεκώ και του φραντσέζου  Θεοντό  Λυζιέν, που επιδίδονται  σε  έναν αδιάκοπο  αγώνα  αναζήτησης  των  ενόχων,μιάς  επίπονης  διακρίβωσης  των  λογικοφανών  αιωρούμενων  θέσφατων.
Από την άλλη  πάλι  υπάρχει  η  μαγεία  της  διαρκούς  επιστροφής  στην  αμφιλεγόμενη  μεν  πραγματικότητα,
βασιζόμενη  η  Εριέττα ενστικτωδώς  στην πεποίθηση, ότι  σύντομα  θα  προβάλλει  καθαρό  το  παρόν  ομιχλώδες τοπίο,
απαλλαγμένο  από τα  μιάσματα και  τους  διαφθορείς ,  έχοντας  αρωγούς  σ’αυτόν  τον  άνισο αγώνα,  την  κορούλα της
Αλμπα,  τη Στέλλα Αυγερινού, τον  αφοσιωμένο φίλο  της  Λουκή.
Η Βάνα  Σμπαρούνη  με  την  παρούσα αφήγησή  της  , είναι  προφανές  ότι  καθίσταται  περισσότερο  από  ποτέ επίκαιρη.
Οι  γλαφυρές  καταγραφές  της  καταδεικνύουν  την  αυτονόητη  και  σχεδόν  θεσμοθετημένη  ατιμωρησία  της
παραβατικότητας  των  εκβιασμών,  της αυθαιρεσίας  και  διαφθοράς,  που  οικοδομούν  εκείνο  το  υπόβαθρο  της
κοινωνικής  ψυχολογίας  που  καθιστά  «φυσική» , παθητικά  ανεκτή, αν  και  από  όλους  «μετά βδελυγμίας»
αποδοκιμασμένη,  την  αμνείστευση  ειδεχθών  κακουργημάτων.
Η ιδιαίτερη  αναφορά  και  το  συνεχές  ενδιαφέρον  σε  μία  αλυσιδωτή  επαλληλία  παραγόντων  που  «σκοτίζουν  τον
νου», τυφλώνουν  και μωραίνουν  τους  διαχειριστές  της  ζωής  των  εξουσιαζομένων  οδηγώντας  έτσι  στην  καταστροφή
της  έννοιας  της  κοινωνίας.
Αν και  η  διάσταση  της  κοινωνίας  του  νησιού  είναι  περιορισμένη,  εν  τούτοις  εθίζεται στην  ατιμωρησία των  εκάστοτε
ηγητόρων ,  επιτρέποντας  έτσι σε αυτήν τον  εξωφρενικό  παραλογισμό  και  το  σκάνδαλο, καταλύοντας  κάθε  έννοια
ευνομούμενης  πολιτείας.  Ας  ανατρέξουμε  στην  κατά  τα  άλλα  ευυπόληπτη  ομάδα,  πατέρας Πλουμπής,  Φώτης Μπαλτάς και  στους  αναμφίβολα  διαμορφωτές  της  κοινής γνώμης,  τα  Μ.Μ.Ε.
Μέσα λοιπόν  από  αυτήν  την  τόσο  ενδιαφέρουσα  διαδρομή  εναλλασσόμενων  τοπίων,  ευανάγνωστων  συναισθημάτων
και  χαρακτήρων , ακόμη  και  των  θρυμματισμένων  εικόνων,  ξεπηδάει  η  απερίγραπτη αύρα,  το  ανείπωτο , το  άρρητο  που  αναδύει  «το ξένο» και  γίνεται  αίφνης  τόσο οικείο,  ένα  βιβλίο  ανοικτό  στον   κόσμο.
Κι όπως  έλεγε  ο «γιος  Αυγουστίνος», ο κόσμος  είναι  ένα  βιβλίο  και  όσοι  δεν  έχουν  ταξιδέψει,  έχουν  διαβάσει  μόνο
μία σελίδα.

Σας αφήνω  λοιπόν,  να ανακαλύψετε την  συναρπαστική  διαδρομή  του  βιβλίου «Το  Ξύλινο Βήμα  της  Αυγής» της  Βάνας
Σμπαρούνη.


Βανιώ,

Σου  εύχομαι  καλοτάξιδο  το  βιβλίο  σου,  με την  υπόσχεση  ότι  η  δημιουργική  σου  έμπνευση  θα  συνεχίσει  να  μας  χαρίζει  ιστορίες  μεστές  από  ανομολόγητες  αλήθειες,  βάζοντας  το  προσωπικό  σου  λιθαράκι,  σε  ετούτο  τον 
αλλοτριωμένο  κόσμο.

« Αυτόν  που πρέπει και  οφείλουμε  να   αλλάξουμε  και  όχι  απλώς  να  ερμηνεύουμε», όπως  είπε  και  ο  Κάρλ  Μάρξ.

Σας  ευχαριστώ  θερμά.

 Χαρινέλα Τουρνά, Δρ Φιλοσοφικής

Μυθιστορηματικό Τοπίο
Οι συντεταγμένες της δυνητικής ή μιας από τις δυνητικές πραγματικότητες του χώρου είναι ένα νησί, το Λιθονήσι. Το λεπτομερειακό, σχεδόν φωτογραφικό σκηνικό χρησιμοποιείται όταν επιδιώκεται αίσθηση αληθοφάνειας ή ως καθοριστικός παράγοντας στη ζωή και δράση των χαρακτήρων. Το μυθιστορηματικό σκηνικό δημιουργεί αναμονές,  υποβάλλει σημασίες  και βοηθά τον αναγνώστη να αποκτήσει συνείδηση του όλου συμπλέγματος των αλληλοαντικρουόμενων αξιών: οι σκοτεινές ψυχικές καταστάσεις είναι ενσωματωμένες στο χώρο ή συνεπάγονται απ’ αυτόν προκαλώντας ανάλογα συναισθήματα στους χαρακτήρες. 
Η σχέση ανάμεσα στο γενικό μυθιστορηματικό σκηνικό, τη μικρή κοινωνία ενός νησιού, και στα επιμέρους σκηνικά, το σπίτι των Λοϊζων, το μύλο, το περιστερώνα, το νεκροταφείο, την πανσιόν κ.λπ. αποκαλύπτει την πλοκή και τη χαρακτηρολογία, αφού αμοιβαία συμπληρώνονται και αλληλοκαθορίζονται. Η αφαιρετική επεξεργασία των σκηνικών σε κάποιες περιπτώσεις διευρύνει το νόημα και αποδεσμεύεται από τα όρια που θέτει το συγκεκριμένο χωροχρονικό πλαίσιο.
Τα δυναμικά επιμέρους σκηνικά λειτουργούν σαν ένας μυθιστορηματικός χαρακτήρας, αφού η περιγραφική μυθιστορηματική γραφή της Βάνας Σμπαρούνη μοιάζει να παρατηρεί τον εξωτερικό κόσμο μέσα από την αντίληψη και το ψυχισμό των χαρακτήρων, απλώνοντας ένα δίκτυ. Γενικά το μυθιστορηματικό σκηνικό του έργου Το Ξύλινο Βήμα της Αυγής λειτουργεί μεταφορικά αφού δίνει την εντύπωση πως χρησιμοποιείται ως προβολή ή εξαντικειμένιση ψυχολογικών καταστάσεων των χαρακτήρων ή μιας διάχυτης πνευματικής κατάστασης.

Το σπίτι των Λοϊζων

          Βρισκόταν στην πλαγιά του λόφου της Αυγής, από τα παράθυρά του απλωνόταν σαν ζωγραφικός πίνακας όλο το νησί. «Πέτρα-πέτρα κτισμένο έμοιαζε με αρχοντική φιγούρα τυλιγμένη στο πέπλο της μυστηριακής ευλογίας των θεών, που αντάμωνε σε σταυροδρόμι τη μυστική ομορφιά των αντιθέσεων με τους απρόβλεπτους ήχους των καιρών». Ο λόφος συμβολίζει το αυγινό φως της ψυχής μας, τον φύλακα άγγελο κάθε ανθρώπου, που είναι η δική του ψυχική δύναμη.


Ο περιστερώνας και ο αλευρόμυλος
 
          Ο περιστερώνας κατασκευασμένος από τον Βάϊο Λοϊζο μια πύρινη και συνάμα παιδική ψυχή, ήταν χτισμένος λίγα μέτρα πιο κάτω από το λόφο της Αυγής. Ένα λιθόκτιστο διώροφο και ορθογώνιο οικοδόμημα. Εκείνο που τον ομόρφαινε ήταν τα λεπτοδουλεμένα διακοσμητικά σχέδια που κάλυπταν τις επιφάνειες των εξωτερικών τοίχων.  Φιλοξενούσε ταχυδρομικά περιστέρια, που θα διαδραματίσουν ρόλο σχεδόν ενός μυθιστορηματικού προσώπου, αφού κομίζουν μηνύματα από τη φυλακισμένη Αρετή
          Ο αλευρόμυλος. Η περιγραφή έχει κάτι από φιλμ- νουάρ: νύχτα ασέληνη και υγρή το ξαφνικό πέταγμα κάποιας νυχτερίδας θύμιζε σκηνή θρίλερ: πεζουλάκι μπροστά από την ξύλινη πόρτα του μύλου που τρίζει στον άνεμο… 

 Η πανσιόν και ο Φάρος

           
          Το μέρος που θα έμενε ο Μισέλ Ντεκό το διάστημα της παραμονής του στο νησί ήταν μια μικρή πανσιόν στην καρδιά της χώρας, η οποία ανήκε σε δύο ιδιόρρυθμες εβδομηντάχρονες ακόμα όμως κοτσανάτες δίδυμες αδελφές, στην Αριστέα και την Μερόπη. Το διώροφο αρχοντικό της οδού Ρόδων με τον ολόβλαστο κήπο μπροστά του είχε μεταμορφωθεί σε μια κουκλίστική πανσιόν με το όνομα Αγκάθα λόγω του ότι οι δίδυμες κυρίες ήταν φανατικές αναγνώστριες της γνωστής Βρετανίδας συγγραφέα αστυνομικών βιβλίων.
          Λιτή και υποβλητική η περιγραφή της Αρετής για το Φάρο του πατέρα της Χαρίτωνα και της μητέρας της,  της Ελισσώς που καταλήγει με την Εριέττα να λέει: «ας κρατήσουμε πάντα μέσα μας αναμμένη τη λάμπα κάποιου φάρου, να μη σβήνει ποτέ. Όταν θα έλθει η στιγμή εκείνη της μεγάλης ανατροπής, το φως του, το μακρινό, μα όχι ανωφέλευτο θα μας παρηγορήσει με κάποια λόγια του Ελύτη: θεέ μου τι μπλε ξοδεύεις για να μην σε βλέπουμε; 


 Το μοναστήρι του Αγίου Ρωμανού

Μοναστήρι του Αγίου Ρωμανού κτισμένο στις αρχές του 17ου αι. που «φάνταζε από μακριά σαν σκηνικό κινηματογραφικού έργου αλλοτινής εποχής» Ιδρύθηκε με αφορμή έναν εμποδισμένο έρωτα  από τη Λαβίνα Ζαφόλια και μετέπειτα μοναχή Παμφίλη που υπήρξε η κρυφή ελπίδα κάθε φτωχού και καταπιεσμένου εκείνης της εποχής, αλλά και μια άλλη πιο σύγχρονη ιστορία ρομαντικού έρωτα καταπνίχθηκε ανάμεσα στη ηγουμένισσα Θεοκλητεία, που ήταν η μοναδική γυναίκα που αρματώθηκε, στα 18 της και βγήκε στο βουνό με την αντάρτικη ομάδα του Βάϊου και  παππού της Εριέττας, μυστικό που θα αποκαλυφθεί δραματικά, καθώς το κουβάρι ξετυλίγεται σταδιακά, όπως αποστομωτικά θα πει η Άλμπα: «Η αλήθεια και η γνώση προστατεύουν τον άνθρωπο κι όχι η άγνοια» Η αλήθεια ζητάει να βγει στο φως παρά την αόρατη δύναμη που μας τυλίγει στον ιστό της.




Νεοκλασσικό, Νεκροταφείο και Καστροπολιτεία
 Ψηλοτάβανο νεοκλασικό της οδού Φρύνης, όπου μεγάλωσε η Στέλλα, ένας οίκος ανοχής
Το πρώτο νεκροταφείο των Ταξιαρχών στο οποίο ο λιτός και απέριττος τάφος του Βάϊου Λοϊζου, ο μόνος που βρισκόταν πάνω στο μικρό λόφο έχοντας αγνάντι ένα κομμάτι γαλάζιου ουρανού. Η επίσκεψη του Θεοντόρ την ώρα  που κανένα πουλί δεν πετούσε, ούτε κελαηδούσε, όταν όλα είχαν κουρνιάσει μέσα στα φυλλώματα των κυπαρισσιών και η συνάντησή του με τον Σωτήρη Ναυπλιώτη, πρωτοπαλίκαρο του Βάιου στο αντάρτικο θα ξετυλίξει το κουβάρι των γρίφων  και των ένοχων μυστικών.
Στην Απερετζίνα μια μικρή πανέμορφη καστροπολιτεία, που τα σπίτια της κατέληγαν σ’ ένα μικρό αγνάντι, όπου θα παιχθεί η τελική πράξη.






ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ ή μεταμορφώσεις του εγώ ως υπαρξιακές επιλογές
          Φωτεινές περιοχές παροχής πληροφοριών εναλλάσσονται με σκοτεινούς θύλακες αβεβαιότητας ως ζυμώσεις του αναπάντεχου. Στο μυθιστόρημά της Βάνας Σμπαρούνη η έννοια του χρόνου χάνει την ευθύγραμμη πορεία της. Παρελθόν, παρόν, μέλλον, οι τρεις αυτοί χρονικοί άξονες συναιρούνται. Ο κόσμος για τη Βάνα Σμπαρούνη είναι απόρροια μιας αποσπασματικής συλλογής αναμνήσεων, ονείρων και εμπειριών που αντιλαμβάνονται τον κόσμο αποσπασματικά, σ’ ένα λαβύρινθο διασκορπισμένων νοημάτων.  Στους κόλπους αυτού του κόσμου, η φωνή του κλασικού αφηγητή διασπάται και μοιράζεται , διαχέεται σ’ όλους τους χαρακτήρες
          Στο επίπεδο της ίντριγκας, ο αφηγητής επιστρέφει στο νησί για μια ειδική αποστολή που θα τον οδηγήσει στα δύσβατα μονοπάτια αναζήτησης  της  δικής του ταυτότητας, Ό,τι αρχικά μοιάζει σαν θρίλερ με φόντο το μεταπολεμικό νησί αποκαλύπτεται να είναι σιγά σιγά μια οικογενειακή τραγωδία: άσβεστα προσωπικά μίση και έρωτες.  Ο βασικοί χαρακτήρες  της Β.Σ., φτιαγμένοι από κομμάτια γεγονότων που συνδέονται μεταξύ τους αλλά που κυρίως  περιβάλλονται από συμβολική άλω, η οποία σχηματίζει το ανάλογο “ηθικό” και διανοητικό πλαίσιο δράσης τους. Μέσα στο πλαίσιο αυτής της σύνδεσης δίνεται η δυνατότητα της θεώρησης - με τον κώδικα συμβόλων της ψυχανάλυσης- με σκοπό την κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και δράσης στη βάση του γενετήσιου ενστίκτου.
          Η μυθοπλασία της Β. Σ. περιστρέφεται γύρω από το εγώ ως άλλος, ως οντολογική δυνατότητα. Η προσωπική ιστορία των βασικών ηρώων: Βάϊου Λοϊζου, Φώτη Μπαλτά με αποκορύφωση την εμπειρία του Β παγκοσμίου Πολέμου έχει συμβάλει στη δημιουργία του διώνυμου εγώ- άλλος, που αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της προβληματικής της συγγραφέα, όπου χαρακτηριστικό της γραφής της είναι η φρίκη αυτού του πολέμου με τις ακραίες εμπειρίες των συνθηκολογημένων και των άλλων των ιδαλγών: η υπαρξιακή ταυτότητα ως δυνατότητα να είσαι άλλος, ο ηθικός  η αν-ηθικος εαυτός σου

Οι Ιδαλγοί

 
          Βάιος Λοίζος δημοκράτης και πατριώτης, αντάρτης του Ε.Λ.Α.Σ, παππούς της Εριέττας, μύστης και λάτρης της ζωής με υπαρχηγό τον Περικλή Δανέζη έκαναν διακοπές στα ξερονήσια, μετά την ήττα της Αριστεράς. Λάτρης και βαθύς μελετητής της αρχαίας ελληνικής γραμματείας κατέκτησε τη μοναδική γνώση να παλεύει δημιουργικά, μάχιμος δικηγόρος πρόσφερε τις γνώσεις αφιλοκερδώς σε κάθε αδικημένο και κατατρεγμένο. 
          Λουκής Δανέζης, έμπιστος φίλος, αιώνια ερωτευμένος με την Εριέττα, με έναν ξοφλημένο γάμο με υπνωμένα αισθήματα που χρόνια κρύβει μέσα του φέρνοντάς τον να αποζητάει απεγνωσμένα σχεδόν κάθε βράδυ διέξοδο στο τσιπουράδικο του καπετάν Μεμά, παλιού ναυτικού που οργώνοντας τις  θάλασσες είχε δει τους ουρανούς του κόσμου με την καρδιά και αφουγκραστεί τους ανθρώπους ανεπιτήδευτα: «Κάθε άνθρωπος έχει έλθει απ’ ένα αστέρι για να ζήσει στον κόσμο αυτό. Το δικό του αστέρι. Και εκεί επιστρέφει όταν πεθαίνει. Εκεί καταλαγιάζει η ψυχούλα του. Εκεί μόνο βρίσκει απάγκιο κι απαντοχή» είναι η δική του θεωρία για το παιχνίδι που λέγεται ζωή και θάνατος.  Ο καπετάν Μεμάς είναι εκείνος που θα εμψυχώσει την Αρετή με λόγια όπως: «έχε εμπιστοσύνη στη ζωή Αρετούλα. Μόνο αυτή ξέρει να μην καταπνίγει την αλήθεια. Να μην τη στραγγαλίζει. Αργά η γρήγορα θα την αποκαλύψει. Υπομονή χρειάζεται και εμπιστοσύνη» 

Αναμέτρηση με την αλήθεια και το δίκαιο

          Αρετή –Δεσμώτης: μια παράξενη και τραγική ιστορία, που πίσω της κρύβονται οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, το κυνήγι του χρήματος και το πάθος για εξουσία. Βγήκε από τη φυλακή, αφού πρώτα πλήρωσε ένα ποσό εγγύησης η Εριέττα, όταν γινόταν αντικείμενο χλεύης, όσο κι αν εξοργιζόταν,  ανταπέδιδε το πετροβόλημά τους με μια βροντερή σιωπή.
          Εριέττα- Αυγή: Θα αναμετρηθεί με το δίκαιο και την αλήθεια αλλά κυρίως με τον ίδιο της τον εαυτό, όταν θα κάνει την πλήρη στροφή προς τα μέσα της, για να βρει τη δύναμη να αναμετρηθεί με το φόβο, σε ένα δύσκολο και μοναχικό δρόμο, μέχρι να βγει στο ξάγναντο, στην εξιλέωση και στη δικαίωση. 

Πράσινη Αχτίδα
 
          Πρωταγωνιστεί επίσης μια έφηβη που ρωτά το αγόρι της «ξέρεις καθόλου για την πράσινη αχτίδα, και ποιος έχει γράψει γι’ αυτή;» Το αγόρι δεν ξέρει και ούτε μοιάζει να ενδιαφέρεται να μάθει. Το κορίτσι του εξηγεί: «Να, λίγο πριν δύσει ο ήλιος, το τελευταίο πύρινό του μόριο εκπέμπει  μιαν πράσινη αχτίδα. Τυχερός όποιος τη δει έστω και μια φορά» Αναφορά στην τελευταία σκηνή ενός κινηματογραφικού έργου του Ερίκ Ρομέρ, όπου η ηρωίδα μόνη και απελπισμένη περίμενε σε κάποια παραλία να δει την πράσινη αχτίδα. Τελικά όλοι περιμένουμε να δούμε κάποια στιγμή κάτι το μοναδικό και σπάνιο, χωρίς ωστόσο ν’ αναρωτηθούμε ποτέ γιατί στο τέλος αυτό δεν μας φανερώνεται. Ίσως γιατί δεν έχουμε ψάξει μέσα μας να βρούμε το απλό εκείνο μυστικό που εκμυστηρεύτηκε η αλεπού λίγο πριν πει αντίο στον μικρό πρίγκιπα: Βλέπουμε μόνο με την καρδιά. Την ουσία δεν μπορούμε να την δούμε με τα μάτια



 Θηρευτές της αλήθειας

Θεοντόρ Λυζιέν, εκ πεποιθήσεως εργένης που παρά τα εξήντα χρόνια του διατηρεί ακόμη εκείνη τη στόφα του κοσμοπολίτη και τη γοητευτική αύρα του μπον βιβέρ, προβληματιζόταν αν ο άνθρωπος έρχεται στον κόσμο μόνο για να ζήσει και να φύγει ή να έχει και κάποιο προορισμό να επιτελέσει. Παρά τη σφαιρική του μόρφωση δεν είχε καταφέρει να απαντήσει. Δημιουργούσε μακροχρόνιες σχέσεις που κτίζονταν αργά και σταθερά, μέρα στη μέρα, που κρατούσαν στο χρόνο, προκαλούσαν έξαρση της σκέψης και της ψυχής και έβγαζαν κάθε φορά στην επιφάνεια άγνωστα κομμάτια όχι μόνο του δικού του εαυτού αλλά και του άλλου. Δεν ήταν στον χαρακτήρα του να χάνεται σε σκοτεινά, άγνωστα τούνελ του νου και της ψυχής, αναθρεμμένος να βλέπει τη ζωή υπό την οπτική του λογικισμού. …Μπορεί αυτή η πιπίλα να τον βοήθησε στην επαγγελματική του ζωή, όμως στην άλλη του ζωή, εκείνη που είχε να κάνει με τις εσωτερικές διαδρομές της ψυχής και του μυαλού του σχεδόν ποτέ δεν λειτούργησε. Στο μοναστήρι ένιωσε παράξενα σαν να είχε ξανάλθει και αμέσως δημιουργήθηκε μυστικός και γεμάτος έντονους κραδασμούς δίαυλος επικοινωνίας με την ηγουμένη. Η ζωή δεν είναι άλλο παρά ένας συνεχής αιφνιδιασμός ακυρώνοντας ακόμα κι αυτές τις ίδιες τις ερμηνείες των λέξεων. Έρχεται κάποια στιγμή που η βεβαιότητα εξαφανίζεται, λέει ο Θεοντόρ στον Μισέλ «μέχρι χθες είχα έναν εαυτό, ένα όνομα, ένα όνομα στην απόλυτη κατοχή μου, τώρα αναρωτιέμαι ποιος είμαι. Μέσα σε μια νύχτα έχασα μονομιάς όλες τις σταθερές μου και τη θρασύτητα να λέω ότι οι ερωτήσεις λιγοστεύουν μεγαλώνοντας»  και πικρογέλασε.

Φύλακες Άγγελοι
 
          Απέναντι στη Στέλλα Αυγερινού η Εριέττα τηρεί ανθρωπιστική στάση, χωρίς να υπολογίζει τους κινδύνους, γιατί ένιωθε ‘μια πρωτόγνωρη θλίψη για το πλάσμα αυτό, που έμοιαζε με ουρανό δίχως ανατολήΜια γυναίκα που αν και οι πληγές του σώματός της μέρα τη μέρα επουλώνονταν, οι άλλες εκείνες της ψυχής της έμειναν ακόμη σταθερά αφορμισμένες., ώσπου φυγαδεύτηκε στο μοναστήρι του Αγίου Ρωμανού και φιλοξενήθηκε εκεί ζεστά από τις μοναχές. Έμοιαζε με κέρινη κούκλα, τόσο εύθραστη, που με το πρώτο άγγιγμα θα θρυμματιζόταν, ώσπου βγαίνει από τον κλειστό κόσμο της  σιγοτραγουδώντας ένα τρυφερό νανούρισμα: …Δύο άστρα για προσκέφαλο/τον ουρανό για στρώση/και το φεγγάρι αγγαλιά/το φως του να σου δώσει, /να κοιμηθείς και σ όνειρα/γλυκά να ταξιδέψεις,/ Στης νύχτας το απάντημα/Σαν άγγελος να τρέξεις…Από τη στιγμή της αποκάλυψης του μεγάλου μυστικού της δολοφονίας της μητέρας της από τον Ρένο Κονταξή, υπεράνω υποψίας μεγαλοεπιχειρηματία και γόνο καλής οικογένειας των βορείων προαστίων, η κλεψύδρα αναποδογύρισε και κυριεύτηκε από το αίσθημα της εκδίκησης, αποδείχτηκε πιο αδύναμη από τους αδίστακτους ισχυρούς και κατέληξε στη φυλακή. Ο έρωτας του Καστρινού θα την επαναφέρει στην πραγματικότητα, θα του διηγηθεί τα της εξέγερσης, το πώς έφτασε στο σπίτι της Εριέττας και τη διαφωνία της με την Αρετή που υποστήριζε ότι δεν θέλει μια ελευθερία που δεν μυρίζει αξιοπρέπεια, μια ελευθερία προσωρινή, αλλά επιθυμεί μια δικαιωμένη ελεύθερη ζωή 
          Άλμπα, η οποία με τη δύναμη της ηλικίας της φώτιζε τις δύσκολες στιγμές της καθημερινής  ζωής με νότες αισιοδοξίας. Λέει η μητέρα της : «(είδα) μέσα απ΄τα μάτια της ψυχής της Αλμπα που από την πρώτη στιγμή κιόλας έδειξαν μοναδικά την αθωότητα της Στέλλας. Όλοι οι άλλοι είναι απλώς το άλλοθι της όποιας καθεστηκυίας τάξης, για να γράφει ανενόχλητη στα παλιά της υποδήματα την αξιοπρέπεια οποιουδήποτε αρνείται συνειδητά να μπει στο κοπάδι της. Και απευθυνόμενη στον Λουκή που της λέει: αν σε άκουγε κανείς σίγουρα θα σου έβαζε την ταμπέλα της αναρχικής…του απαντά Να απαρνηθώ τον ανθρωπισμό και τη συνείδησή μου; Κοίτα γύρω σου, ο κόσμος γέμισε από ομαδικούς τάφους συνειδήσεων… Και ο Λουκής τρυφερά την αγκάλιασε: Θα μείνω εδώ κοντά σου πλάι σου να διαταράξουμε μαζί την κοινή ησυχία του βρώμικου αυτού κόσμου. 

Εταιρεία εγκλήματος που με την ανοχή της εξουσίας σκορπά ανενόχλητη φόβο και θάνατο.
 
          Η μαντάμ Στεφανί μια κοκότα πολυτελείας των Αθηνών, η οποία εκτός από φίλη του πατέρα Πλουμπή ήταν και μακρινή θεία του Κυριάκου Μωϋσιάδη διατηρούσε ένα μπορντέλ πολυτελείας που το είχε βαπτίσει πρακτορείο μοντέλων, στην πραγματικότητα αλλοδαπών, που τις προωθούσε στο εξωτερικό για μόντελιγκ δήθεν, μάλλον για να βγάζουν έξω από τη χώρα τα κλεμμένα λεφτά.  Σε αυτό το πρακτορείο εργάστηκε και η Στέλλα Αυγερινού για να εκδικηθεί τον πατέρα της
          Φώτης Μπαλτάς, εμπύημα, απόστημα της κοινωνίας.
          Μ.Μ. Ε Είχαν κατακλύσει τον χώρο της αστυνομίας μετά τον ξεσηκωμό των κρατουμένων, περιμένοντας σαν αρπακτικά με τα μαρκούτσια στο χέρι, έτοιμα να κατασπαράξουν, σαν σφήκες που μυρίστηκαν μέλι. Λίβελλος της συγγραφέα  κατά των δημοσιογράφων: υποτελών και εργαλείων των πλουσίων που βρίσκονται στην εξουσία, το ταλέντο τους ιδιοκτησία άλλων ανθρώπων, γίνονται έτσι μαριονέττες και διανοούμενες πόρνες, το αντίθετο από το quaere Verum που σημαίνει να ζητάς την αλήθεια. 


Οι αδίστακτοι
          Ηλίας Μάντακας λειτουργός έννομης τάξης, εμπλεκόμενος  με τους στυγνούς εγκληματίες της συμμορίας. Η κάθαρση θα αρχίσει με τη σύλληψή του.
          Ανέστης Μίχαλος χωροφύλακας, οσφυοκάμπτης, λακές, έρμαιο και άθυρμα στα χέρια του Σαράντη Πλουμπή. Μήπως τελικά αυτή δεν είναι κι η τύχη κάθε απαίδευτου ανθρώπου διερωτάται η συγγραφέας
          Γιώργης Πλουμπής που αναρριχήθηκε κοινωνικά και οικονομικά επί Χούντας, είχε το θράσος να αυτοβαπτιστεί αντιστασιακός και να διεκδικήσει έδρανο στη βουλή μετά την πτώση της δικτατορίας.
          Σαράντης Πλουμπής διαρρήκτης, βανδαλίζει, καταστρέφοντας τους πίνακες της Εριέττας, αλλά η άρρωστη ψυχή του τον οδηγεί σε μια άλλη αποτρόπαιη πράξη, στον αποκεφαλισμό των περιστεριών, στην αδίστακτη πράξη του αυτή η   Εριέττα και η Αρετή διατηρούν την ψυχραιμία τους.
 Ατμόσφαιρα μυστηρίου και υπαρξιακής αγωνίας
          Η Βάνα Σμπαρούνη χρησιμοποιεί την τεχνική της άμεσης έκθεσης, που, ενώ μοιάζει να είναι παραδοσιακή αφήγηση, αποδίδει στην ιστορία ταχύτητα και συγκέντρωση, βασίζεται στην αρχή της αφηγηματικής συντομίας, δηλαδή υποκαθιστά την αναλυτικότητα με μια συμπύκνωση γύρω από έναν άξονα ενός καθοριστικού γεγονότος:  της αναζήτησης της αλήθειας, το οποίο θα λειτουργήσει σαν ένα κατώφλι της ιστορίας, στη βάση του οποίου θα τονιστεί η πολυπλοκότητά της. Η περιβάλλουσα ατμόσφαιρα μυστηρίου που υποβάλλεται διαμορφώνει τις ανάλογες αναγνωστικές αναμονές
          Κάθε φορά που το υποκείμενο της εμπειρίας βρίσκεται σε συγκινησιακή περίσταση, στίχοι τραγουδιών Μαυρουδή, Ανδρέου, ποιημάτων Νερούντα, Βρεττάκου, Δημουλά, νανουρίσματα, σταγόνες σοφίας και τραγούδια όπως αυτό του Ν. Μαυρουδή: Κάθε μια νύχτα είναι μόνο μια σελίδα/μέσ’ το βιβλίο της ζωής μας το κλειστό/που κάθε λέξη έχει κλέψει μιαν ελπίδα/κι αντί μελάνη έχει γραφτεί μ΄ε΄να λυγμό, και τι ψυχή έχει μια νύχτα στους αιώνες/και τι ψυχή έχεις και συ να μ’ αρνηθείς, είμαστε οι δύο μας μες΄ τον κόσμο δυο σταγόνες/και συ μια θάλασσα ζητάς για να χαθείς/ αναβλύζουν και δημιουργούν ένα χώρο  μνημονικό, φαντασιωτικό, φευγαλέο αλλά σημαντικό στη λειτουργία του,  αφού υπ-αινίσσεται το ψυχικό κλυδωνισμό και διχασμό των βασικών χαρακτήρων.
          Σε καλειδοσκοπικό σκηνικό κινεί η Β. Σ τους χαρακτήρες της, που συν-είρονται από ιδέες και πράξεις, συνεπής στην παράδοση που ανήκει, αποτελεί μέρος του καλλιτεχνικού συνόλου το οποίο επιτυχώς υπηρετεί 



 Αποτίμηση
          Η παθογένεια της αστυνομίας, του δικαστικού και «σωφρονιστικού» συστήματος  όπως και της μικρής στενόμυαλης κοινωνίας που ο,τι δεν αντιλαμβάνεται το απαξιώνει και επιδίδεται σε ένα ανθρωποκυνηγητό μια και το ποσό της επικήρυξης δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητο που βίωνε όπως και άλλοι τόποι, τον σύγχρονο κοινωνικό και οικονομικό μεσαίωνα που είχαν επιβάλλει δόλια οι υποταχτικοί και λακέδες των διεθνών τοκογλύφων, δικηγόροι όπως ο Ρουμπάνης πουλημένοι στους πολιτικάντηδες, που υπακούουν στις άνωθεν εντολές, σε αντίθεση με  κάποιους άλλους όπως ο Λουκής που παλεύουν για το δίκιο,  είναι στο στόχαστρο και στο πεδίο βολής της συγγραφέα
           Οι ψυχικοί βασανισμοί-δικοί τους και των άλλων- και η αμείλικτη συμπεριφορά του υπόκοσμου, διαπερνά τη μυθοπλασία της Β. Σ.  και τη «στοιχειώνει».  Το Ξύλινο Βήμα της Αυγής είναι ένα μυθιστόρημα που επιτυγχάνει να γειώσει όλα αυτά τα στοιχεία σε μια σύνθεση που ακόμη  κι αν δεν μπορεί να χαρακτηριστεί με τη στενή έννοια ρεαλιστική, βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με ό,τι είθισται να αποκαλείται πραγματικότητα.
          Οι χαρακτήρες της Β. Σ.  κινούμενοι σε μια «διακειμενική ζώνη», η οποία συγκροτείται από δάνεια χαρακτήρων, αλλά και θεμάτων και μοτίβων, λειτουργούν ως πυρήνες μυθοπλασίας, υπηρετώντας το ευρύτερο «σχέδιό» της. Πρωταγωνιστής, «ανταγωνιστής» και «καταλύτης» δραστηριοποιούμενοι ως  στοιχειακές δυνάμεις στην εμφανή πλοκή αλλά και στον ιστό της,  είναι χαρακτήρες πλασμένοι από τους δαίμονες και τους αγγέλους που εγκατοικούν μέσα μας  και σαν τέτοιοι χρεώνονται στη συνείδηση όλων μας. 

Εν κατακλείδι
 
Ενοποιητικό στοιχείο αυτού του πολύμορφου και κατακερματισμένου εγώ, η λογοτεχνία με μορφή παραθεμάτων από τον Βρεττάκο μέχρι τον Νερούντα ή αναφορών δημιουργεί έναν ιστό ταυτότητας  και αλληλεγγύης μεταξύ των μυθιστορηματικών προσώπων. Το βιβλίο είναι διάτρητο από τις συνειδήσεις των άλλων, ζει τις ζωές των άλλων, πεθαίνει τους θανάτους των άλλων… Στο Ξύλινο Βήμα της Αυγής, ο ανθρώπινος στόχος δέχεται σφαίρες, αλλά είναι αμφίβολο  αν πεθαίνει
          Η Βάνα Σμπαρούνη αντλεί τη θεματολογία της από όλες τις μορφές της κλασικής λογοτεχνίας αλλά και «λαϊκής» μυθολογίας, χωρίς ταμπού: Ντοστογιέφσκι, κόμικς, εξώφυλλα περιοδικών, διαφημιστικές αφίσες, αστυνομικό μυθιστόρημα…
          Στους παραδοσιακούς τύπους μυθοπλασίας επ-αν-έρχεται η Β.Σ που είναι φαινομενικά μόνο εξαντλημένοι υιοθετώντας τους  με σκοπό ε ι ρ ω ν ι κ ό.  Σε αυτή την περίπτωση η συγγραφέας χρησιμοποιεί τις αναμονές που δημιουργούνται στον αναγνώστη επιδιώκοντας να φωτίσει αυτό που ενδιαφέρει κάθε μυθιστοριογράφο: την κατά-νόηση της εποχής του.  Λανθάνει η εξέταση των βασικών χαρακτήρων και της συνάφειάς τους με εμάς και των αντιστοιχιών  που υπάρχουν ανάμεσα σε εμάς και σε αυτούς.