Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Σεπτέμβρης ή Σταυρίτες ή Τρυγομηνάς....


 «Τραγούδι του τρυγητού»: «Αμπέλι μου πλατύφυλλο/ και καλοκλαδεμένο,/ δέσε σταφύλια κόκκινα,/ να μπω να σε τρυγήσω,/ να κάμω αθάνατο κρασί,/ μοσχοβολιά γιομάτο». Κώστας Κρυστάλλης
Ο Σεπτέμβριος, ή Σεπτέμβρης, ή Σταυρίτες (ποντιακά), είναι ο ένατος μήνας του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο και πρώτος μήνας του Φθινοπώρου. Περιλαμβάνει 30 ημέρες. Ο Σεπτέμβριος ήταν ο 7ος μήνας του Ρωμαϊκού ημερολογίου εξ ου και η ονομασία του. Ο λαός μας συνηθίζει να λέει πως: «Από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνας». Oι καιρικές, όμως, συνθήκες που επικρατούν συνήθως τον Σεπτέμβριο δεν μας επιτρέπουν να το πιστέψουμε! Γιατί, παρ’ όλο που υποτίθεται ότι με την έλευση του Σεπτεμβρίου αρχίζει το φθινόπωρο, κάθε χρόνο φαίνεται ότι ακόμη και σε όλη τη διάρκεια του μήνα το καλοκαίρι καλά κρατεί. Ο καιρός όμως σιγά-σιγά αρχίζει ν’ αλλάζει και να μας προετοιμάζει για τον επερχόμενο χειμώνα. Στο τελευταίο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου, άλλωστε, ξεκινάει επίσημα και το φθινόπωρο, με την άφιξη του Ήλιου στο φθινοπωρινό ισημερινό σημείο της τροχιάς του στις 22 του μήνα

Ινδικτιών

Ο Σεπτέμβριος είναι επίσης και ο μήνας της επιστροφής των μαθητών στα σχολεία για μια νέα χρονιά. Από τις αρχές, άλλωστε, του 4ου αιώνα μ.Χ. ο Σεπτέμβριος καθιερώθηκε ως η αρχή του εκκλησιαστικού αλλά και του πολιτικού έτους, επειδή η 1η Σεπτεμβρίου συνέπιπτε με την αρχή της ινδικτιώνος. Ακόμη και σήμερα, άλλωστε, η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία εξακολουθεί να εορτάζει την 1η Σεπτεμβρίου ως «αρχή της ινδίκτου». Όπως μας πληροφορεί η Μαρίνα Δετοράκη:
    «Η λέξη ινδικτιών σημαίνει κατ’ αρχήν τον προσδιορισμό του ετήσιου ποσού που έπρεπε να καταβάλλουν οι Ρωμαίοι πολίτες ως φόρο. Συνεκδοχικά, πήρε τη σημασία της οικονομικής χρονιάς, και όταν οι φόροι ρυθμίζονταν με βάση μια περίοδο περισσοτέρων ετών, ινδικτιών ονομάστηκε το σύνολο αυτών των ετών… Κατέληξε έτσι να σημαίνει ένα θεσμοθετημένο κύκλο 15 ετών, συνεχώς επαναλαμβανόμενο (όπως η εβδομάδα ή ο μήνας), που χρησιμοποιήθηκε για τη χρονολόγηση πράξεων και γεγονότων… που τελικά παγιώθηκε ως το δημοφιλέστερο σύστημα χρονολόγησης για τους Βυζαντινούς, και η 1η Σεπτεμβρίου ως η αρχή του έτους τους».    
— Μαρίνα Δετοράκη
Γι’ αυτό, άλλωστε, σε ορισμένες περιοχές της χώρας μας η 31η Αυγούστου ονομάζεται «κλειδοχρονιά» επειδή «κλειδώνει» (τελειώνει) ο προηγούμενος χρόνος, ενώ η 1η Σεπτεμβρίου ονομάζεται «αρχιχρονιά».
Λαογραφία

 

Ο Σεπτέμβριος, όμως, έχει κι άλλες ονομασίες, όπως «Σταυριάτης» ή «Σταυρίτης» λόγω της μεγάλης γιορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού στις 14 του μήνα. Όπως μας αναφέρει ο Γεώργιος Ν. Αικατερινίδης:
    «Η μέρα της γιορτής αυτής σε πολλά μέρη αποτελεί χρονικό σταθμό στις τοπικές αγροτικές και ποιμενικές εργασίες και λαμβάνεται ως η αρχή ή το τέρμα για τις σχετικές συμβάσεις. Αλλά σταθμό αποτελούσε παλαιότερα και για τους ναυτικούς, οι οποίοι τότε σταματούσαν τα μακρινά ταξίδια με ιστιοφόρα, όπως συμβούλευε η παροιμία: “Του Σταυρού, σταύρωνε και δένε”. Στις εκκλησίες μοιράζεται τη μέρα αυτή βασιλικός, εκκλησιαστική συνήθεια που πηγάζει από την παράδοση ότι στο μέρος όπου βρέθηκε ο Τίμιος Σταυρός είχε φυτρώσει το αρωματικό αυτό φυτό, που για το λόγο αυτό λέγεται και σταυρολούλουδο… Με το βασιλικό από την εκκλησία και με αγιασμό της ημέρας ετοιμάζεται το νέο προζύμι για όλη τη χρονιά».    
— Γεώργιος Ν. Αικατερινίδη
 Κυρίως, όμως, ο Σεπτέμβριος είναι γνωστός με την ονομασία «Τρυγομηνάς» ή «Τρυγητής». Όπως γράφει, με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο, η Αικατερίνη Πολυμέρου-Καμηλάκη:
  «Την καθολική και πυρετώδη συμμετοχή της κοινότητας αποδίδει η παροιμιακή φράση “θέρος, τρύγος, πόλεμος”. Η συμμετοχή όλων των κατοίκων του οικισμού αναδείκνυε τον τρύγο σε ευχάριστη εργασία, που συχνά έπαιρνε το χαρακτήρα πανηγυριού… Η μεταφορά των σταφυλιών στο ληνό (πατητήρι, αργαστήρι, καρούτα, πατερό, τραπεζονιά, σκαφόνι κ.ά.) γίνεται με ζώα, με κάρα ή με μηχανικά μέσα, σήμερα πια στα πατητήρια. Το πατητήρι διαφέρει από περιοχή σε περιοχή ως προς το σχήμα και τη χωρητικότητα. Αλλού είναι κτιστή παραλληλεπίπεδη δεξαμενή με κλίση του δαπέδου προς την πλευρά απ’ όπου εξέρχεται ο μούστος, αλλού είναι ένας μεγάλος ξύλινος ή πλεχτός φορητός κάδος, που τοποθετείται κατά το πάτημα πάνω σε κτιστή δεξαμενή (υπολήνιο, αποδοχάρι, δοχειό κ.ά.), μέσα στην οποία ρέει ο μούστος. Το πάτημα των σταφυλιών γίνεται από τους “πατητάδες”. Το γλεύκος (μούστος, απόσταμα, βράσμα, λαγάρι, πρόσυρο κ.ά.) μεταφέρεται και αποθηκεύεται συνήθως σε μεγάλα βαρέλια, που έχουν πλυθεί με ειδικά αρωματικά φυτά (σχίνο, μυρτιά, δάφνη κ.ά.) κι έχουν απολυμανθεί με θειάφι ή έχουν ρετσινωθεί. Μέσα εκεί ο μούστος “βράζει”, ζυμώνεται και γίνεται κρασί».    
— Αικατερίνη Πολυμέρου-Καμηλάκη
Όπως γράφει και ο Κώστας Κρυστάλλης (1868-1894) στο «Τραγούδι του τρυγητού»: «Αμπέλι μου πλατύφυλλο/ και καλοκλαδεμένο,/ δέσε σταφύλια κόκκινα,/ να μπω να σε τρυγήσω,/ να κάμω αθάνατο κρασί,/ μοσχοβολιά γιομάτο». Ο τρυγητός των αμπελιών και η δημιουργία του κρασιού είναι, άλλωστε, μια πανάρχαια διαδικασία που ανάγεται στην περίοδο της γεωργικής επανάστασης πριν από περίπου 7.000 χρόνια, ενώ και οι αρχαίοι Έλληνες ασχολήθηκαν με την οινοποιία τουλάχιστον από το 1700 π.Χ. Η σχετική μάλιστα μυθολογία για το κρασί, και η σύνδεσή του με το θεό Διόνυσο, είναι ιδιαίτερα πλούσια. Γιατί το κρασί αντιμετωπιζόταν ανέκαθεν όχι μόνο ως βασικό συστατικό της διατροφής, αλλά και της θρησκείας, αφού οι Έλληνες πίστευαν ότι το αίμα του σταφυλιού είναι αίμα του θεού Διονύσου και ότι πίνοντας κρασί μεταλαμβάνουν από το αίμα του θεού.
Η λατρεία του Διονύσου συνάντησε αρκετές δυσκολίες. Αρχικά, μάλιστα, και μια κάποια καχυποψία απέναντι στο κρασί, όπως αποτυπώνεται σε πολλούς σχετικούς μύθους. Πάρτε, για παράδειγμα, έναν αττικό μύθο που συνδέει τον αστερισμό της Παρθένου με το κρασί. Σύμφωνα με το μύθο αυτό, ο αστερισμός της Παρθένου αντιπροσωπεύει την Ηριγόνη, την κόρη του Ικάριου που πρώτος υποδέχτηκε τον Διόνυσο στην Αττική και από τον οποίο έμαθε την τέχνη να φτιάχνει το κρασί. Στον τόπο που έγινε η συνάντηση εκείνη φυτεύτηκε το πρώτο αμπέλι και η περιοχή ονομάστηκε από τότε Διόνυσος.
Πηγή:Βικιπαίδεια


Ονομασίες του μήνα Σεπτέμβρη, Εργασίες, Εθιμα και Προλήψεις....

  Ο ένατος μήνας του έτους. Έχει 30 ημέρες και είναι ο πρώτος μήνας του φθινοπώρου. Το όνομά του το οφείλει στο λατινικό αριθμητικό septum (= επτά) και ήταν ο έβδομος μήνας του ρωμαϊκού ημερολογίου. Ονομαζόταν και  «χρονογράφος», γιατί επικρατούσε η πίστη ότι κατά τον μήνα αυτό ο χάρος «γράφει» εκείνους που πρόκειται να πεθάνουν κατά τη διάρκεια του χρόνου.Οι αγροτικές εργασίες έδωσαν κι άλλες ονομασίες στο μήνα αυτό, όπως Σταυριάτης ή Σταυρίτης και Σταυρός, Πετμεζάς, Χινόπωρος, Ορτυκολόγος (λόγω του περάσματος των ορτυκιών που αποδημούν), Τρυγομηνάς ή Τρυγητής (λόγω τρύγου) κ.ά. Θεωρείται επίσης ο μήνας των μεγάλων παζαριών (εμποροπανηγύρεις).                ΕΡΓΑΣΙΕΣ:
                Τρύγος.
                Όργωμα χωραφιών, για αν σπείρουν πρώιμα δημητριακά (σιτάρι, κριθάρι, σίκαλη), ή διάφορα όσπρια (φακή, κουκιά, μπιζέλια κ.λ.π.)
                Φύτεμα αειθαλών δέντρων & φραουλών.
                Σπέρνουν ραδίκια, σπανάκια, αντίδια, μαρούλια, κάρδαμο, ρόκα, μαϊντανό, αντράκλα, ραπανάκια, λάχανα & κουνουπίδια.
                Συνεχίζεται το μάζεμα του καπνού.
                Απολυμαίνουν τα κοτέτσια.
                Πάχυνση βοδιών & χοίρων.
                ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:
                1η Σεπτεμβρίου (εορτή του αγίου Συμεών του Στυλίτη): Οι έγκυες γυναίκες απείχαν από κάθε εργασία, για να μην γεννηθεί το παιδί τους με το σημάδι του αγίου (Συμεών/ σημαδεύω). Την ίδια μέρα γιορταζόταν η «Αρχιχρονιά», ένα έθιμο, κατάλοιπο των βυζαντινών χρόνων, καθώς οι βυζαντινοί τον είχαν ως πρώτο μήνα του επίσημου ημερολογίου.
               
I. Στη Χώρα της ΚΩ, το βράδυ της 31ης Αυγούστου, δηλ. της τελευταίας ημέρας του μήνα, αστρονομούν, όπως λένε, δηλ. αφήνουν κάτω από τ’ άστρα ένα μεγάλο καρπούζι, με πολλά σπόρια, ένα ρόδι, μια σκελίδα σκόρδο, ένα κυδώνι, ένα φύλλο από τον «πλάτανο του Ιπποκράτη» κι ένα τσαμπί σταφύλι. Το πρωί της «Αρχιχρονιάς» γυναίκες και παιδιά σηκώνονται πριν βγει ο ήλιος και κατεβαίνουν στην παραλία παίρνοντας μαζί, τους «αστρονομημένους» αυτούς καρπούς που φύλαγαν για ένα χρόνο στο εικονοστάσι, τους πετούν στη θάλασσα και βουτάνε στο νερό τους καινούργιους. Βρέχουν το πρόσωπό τους, μαζεύουν θαλασσινό νερό από σαράντα κύματα και βότσαλα από την ακρογιαλιά. Στο δρόμο για το σπίτι σταματούν στον «πλάτανο» και αγκαλιάζουν τον κορμό του για να πάρουν τα χρόνια του και τη δύναμή του.
                Στο σπίτι πια κρεμούν την καινούρια «Αρχιχρονιά» στο εικονοστάσι, σα σύμβολο αφθονίας για την καινούρια χρονιά. Ρίχνουν λίγα βότσαλα στα μπαούλα, να μην τρώνε οι ποντικοί τα ρούχα, βάζουν λίγα στις τσέπες τους «για το καλό», σκορπίζουν μερικά στην αυλή και ραντίζουν το σπίτι με θαλασσινό νερό για την γλωσσοφαγιά.
               
II. Στη ΡΟΔΟ, τη μέρα αυτή κρεμούν στο μεσιά - το μεσαίο χοντρό δοκάρι, που βαστάζει τη στέγη - τη δική τους «Αρχιχρονιά»: ένα άσπρο σακουλάκι γεμάτο στάχυα και σιτάρι. Γύρω απ’ αυτό δένουν μια αρμαθιά καρύδια, ένα κρεμμύδι, ένα σκόρδο, ένα κεχρί, καρπό βαμβακιού κι ένα τσαμπί σταφύλι. Αν δεν κάνουν την «Αρχιχρονιά», δεν αρχίζουν καμιά αγροτική εργασία. Την «Αρχιχρονιά» αυτή την ξεκρεμούν από το μεσιά την Πρωτοχρονιά το πρωί. Τα καρύδια και το τσαμπί που γίνεται σταφίδα το τρώνε, ενώ το σιτάρι, το σκόρδο και το κρεμμύδι τα φυλάγουν για να τα ρίξουν μέσα στο σπόρο, όταν θα αρχίσουν τη σπορά. Το θεωρούν καλό ν’ ανακατευτούν με το σπόρο οι καρποί της «Αρχιχρονιάς».
               
III. Στο άλλο άκρο της Ελλάδας, στη ΣΩΖΟΠΟΛΗ ΘΡΑΚΗΣ, οι κάτοικοι, το πρωί της 1ης Σεπτεμβρίου, ράντιζαν ο καθένας με αγιασμό το σπίτι του, τα αμπέλια του και τα δίχτυα του, για να ευλογηθούν και να δώσουν πολλά σταφύλια και πολλά ψάρια αντίστοιχα.
                Ένας δάσκαλος, πριν αρκετά χρόνια, στα Χάσια Κοζάνης, διηγείται τι συνέβαινε την πρώτη μέρα που άνοιγαν τα σχολεία:
                Στα σχολεία των χωριών τούτων, όταν ανοίξει το σχολείο, έρχονται οι μαθητές, φιλούν το χέρι του δασκάλου. Τους καταγράφει. Έπειτα αρχίζουν με τη σειρά και φέρνουν οι μαθητές μια πίτα, ένα ψωμί, κρασί.
                Όταν όμως θα αλλάξουν τα βιβλία ή τις τάξεις, τότε ο κάθε μαθητής θα παρουσιάσει τα νέα βιβλία του στο δάσκαλο να τα ράψει κι ο δάσκαλος τα ράφτει όλα τα βιβλία και τα φυλάγει επάνω στον πάγκο. Οι μαθητές φέρνουν τότε ένα δώρο στο διδάσκαλο, μαντίλι ή τσιράπια ή κότα ή αρνί, ό,τι θέλει ο καθένας, στους δε μαθητές φέρνουν μύγδαλα ή καρύδια ή ζαχαρωτά. Όλοι φέρνουν μικροί και μεγάλοι.
                Τότε οι μαθητές σηκώνονται όρθιοι, έρχονται στην παράδοση, στρώνουν μια βελέντζα ή παλτό καταγής. Σηκώνεται ο δάσκαλος, παίρνει το βιβλίο ενός μαθητή της δευτέρας ή της τρίτης κ.λ.π. τάξης στα χέρια και λέγει: «να αξιώσετε το μαθητή αυτό στην Β ή Γ ή Δ τάξη». Όλοι τότε οι μαθητές σηκώνουν εκείνον το μαθητή με τη βελέντζα καθισμένο μέσα και τον σέρνουν άνω κάτω και φωνάζουν «άξιος», τον ανεβάζουν και τον κατεβάζουν 3 φορές. Κατόπιν εκείνος φιλεί το χέρι του δασκάλου και παίρνει τα βιβλία. Ο δάσκαλος του εύχεται Καλή Πρόοδο και μοιράζει στα παιδιά ό,τι φρούτα έφερε ο μαθητής. Έτσι όλοι οι μαθητές αξιώνονται, όχι την ίδια μέρα, αλλά τις άλλες. Τέλος με τη σειρά φέρουν ο καθένας στο δάσκαλο το κανίσκι του με το ψωμί, πίτα, αυγά, κρασί, ρακή κ.ά.
                ΓΙΟΡΤΕΣ:
                Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (8/9). Η γέννηση αυτή σηματοδοτεί τη λύση της κατάρας της προπατορικής ενοχής.
               
Η ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (14/9). Στις εκκλησίες μοιράζεται την ημέρα αυτή βασιλικός, που πηγάζει από την παράδοση, ότι στο μέρος όπου βρέθηκε ο Τίμιος Σταυρός είχε φυτρώσει το αρωματικό αυτό φυτό, γι’ αυτό και ο βασιλικός λέγεται και «σταυρολούλουδο». Με το βασιλικό αυτό από την εκκλησία και με αγιασμό της ημέρας ετοιμαζόταν το νέο προζύμι για όλη τη χρονιά.
                Μία γιορτή που αποτελούσε χρονικό σταθμό στις τοπικές αγροτικές & ποιμενικές εργασίες και λαμβανόταν σαν αρχή ή το τέρμα για τις σχετικές συμβάσεις.
                ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:
                «Τον Σεπτέμβρη τα σταφύλια, τον Οκτώβρη τα κουδούνια».
                «Αν βρέξει ο τρυγητής, χαρά στον τυροκόμο».
                «Τον τρυγητή τ’ αμπελουργού, πάνε χαλάλι οι κόποι».
                «Στον τρυγητή σιτάρι σπείρε και στο πανηγύρι σύρε».
                «Του Σεπτέμβρη οι βροχές, πολλά καλά μας φέρνουν».                 «Βοηθάει ο Αι- Γιάννης και ο Σταυρός, γιομίζει το αμπάρι κι ο ληνός».
                «Θέρος, τρύγος, πόλεμος».
                «Μάρτη και Σεπτέμβρη ίσια τα μεσάνυχτα» [=ισημερία]
                «Του Σταυρού αρμένιζε και του Σταυρού δένε».
                «Του Σταυρού κοίτα και τ’ Αϊ Γιωργιού ξεκίνα».
                «Του Σταυρού σταύρωνε και δένε».
                «Του Σταυρού σταύρωνε και σπέρνε».

Πηγή:Λαογραφία

τραγούδι για το Σεπτέμβρη

Απ' τον πατέρα Φθινόπωρο
και τη μαμά βροχή
γεννήθηκε πρώτο παιδί

Σεπτέμβρης τ' όνομα του
κι ήρθε σαν δροσιά
απ' τ' ουρανού την αγκαλιά
Μαζί του ήρθε του τρύγου η χαρά
σταφύλια κόκκινα γλυκά και ζουμερά
Μύρισε ο μούστος έτρεξε κρασί
ο Διόνυσος και οι νύμφες του
χορέψανε τρελά ως την αυγή

Φίλους είχε μονάχα δύο
τα γκρίζα σύννεφα
και τον άνεμο

Μαζί του ήρθε του τρύγου η χαρά.
Πηγή:Paidika
 

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014

Γαύδος το νησί των εξορίστων...

Εξόριστοι στο «νησί του θανάτου»

 Ήταν 30 του Μάη του 1933, όταν είδε το φως της δημοσιότητας η δραματική έκκληση των 30 εξόριστων κομμουνιστών της Γαύδου, με την οποία ζητούσαν από τους εργαζόμενους –πέρα από την άμεση οικονομική ενίσχυση τους, για να μην πεθάνουν από τις αρρώστιες και την πείνα– ν’ αγωνιστούν μαζί τους για την κατάργηση της Γαύδου ως τόπου εξορίας, για τη γενική αμνηστία στους φυλακισμένους!  Του Δημήτρη Δαμασκηνού, εκπαιδευτικού Δ.Ε. – ιστορικού.

Σήμερα βέβαια η Γαύδος δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τους υπόλοιπους, ελκυστικούς εκδρομικούς προορισμούς που υπάρχουν στην Κρήτη. Αντίθετα πολλοί την προτιμούν ως εναλλακτικό τόπο διακοπών και την επισκέπτονται κυρίως το καλοκαίρι, γιατί απολαμβάνουν τις ομορφιές του νησιού και τη φυσικότητα του τοπίου, μακριά από τους ασφυκτικά δομημένους χώρους και τους ενοχλητικούς θορύβους της πόλης, μπορώντας μέσα στη βραδινή σιγαλιά ν’ αφουγκραστούν την απεραντοσύνη του Λιβυκού Πελάγους.

Πριν 81, ωστόσο, χρόνια η κατάσταση ήταν κάπως… διαφορετική. Τότε αυτό το έρημο, ορεινό και άγονο νησί, όπου σπάνιζαν οι άνθρωποι, τα δέντρα και τα ζα (1) , αυτό το ξερονήσι που παρήγαγε μόνο θανατηφόρους σκορπιούς, στο οποίο πέθαναν αρκετοί εξόριστοι κομμουνιστές από την πείνα, τις στερήσεις και τις αρρώστιες, είχε δίκαια τη φήμη πως ήταν το «νησί του θανάτου» (2), αφού στη Γαύδο λειτούργησε στο Μεσοπόλεμο, από το 1929 έως το 1941, η πιο σκληρή εκτόπιση.



Ο γραμματέας των αρτεργατών Τσαπώνης, εξόριστος στη Γαύδο το 1935

Σε κανένα άλλο νησί η απομόνωση από τον έξω κόσμο δεν ήταν τόσο ολοκληρωτική. Η έλλειψη τροφής και η απουσία μιας στοιχειώδους υγειονομικής υποδομής συνέθεταν το αποτύπωμα της κρατικής βαρβαρότητας που άφηνε τραχιά τα σημάδια της πάνω στα σώματα των εκτοπισμένων που με την εφαρμογή του «ιδιώνυμου» το 1929 (3) άρχισαν να πληθαίνουν:
«Ξεκινώντας απ’ τις Βαστίλλες της Ελληνικής κεφαλαιοκρατίας και τις έδρες των επιτροπών ασφαλείας», θα γράψουν το Μάη του 1933 στην έκκλησή τους, «εξαντλημένοι απ’ τη πολύχρονη φυλάκιση που πλησιάζει και τους πιο γερούς στη φυματίωση, ύστερα από αναρίθμητες ταλαιπωρίες στα τμήματα μεταγωγών, διασχίζουμε με τα πόδια τη μισή Κρήτη, φορτωμένοι τις αποσκευές μας, οι περισσότεροι νηστικοί, ξενυχτάμε στα μεσαιωνικά μπουντρούμια του Ασκίφου και των Σφακιών με τις βαρειές αλυσίδες, το βαθύ σκότος και τα νερά. Κι ό,τι απ’ τις δυνάμεις μας δεν έχει εξαντλήσει ο δρόμος έρχεται ν’ αποτελειώσει η πολυήμερη πείνα κι’ αναμονή στα Σφακιά ώσπου το καΐκι να μας ξεμπαρκάρει στη μαύρη Γαύδο» (4).

Αφόρητη ήταν η πείνα και η απομόνωση στο νησί:

«Μ’ ένα επίδομα 10 δραχμών που δεν το παίρνουν ούτε οι μισοί, είμαστε αναγκασμένοι σε υπερβολικά εξογκωμένες τιμές ν’ αγοράζουμε ό,τι μπορούμε για να ικανοποιήσουμε για μια στιγμή τις ανάγκες μας…

Το καΐκι που θα μας συνδέσει με τον άλλο κόσμο έρχεται κάθε 8 μέρες κι’ αυτό όταν θα το επιτρέψει ο καιρός. Οι πείνες που δοκιμάζουμε εξαιτίας του, πολύ συχνά μια μέρα τη βδομάδα και πολλές μέρες στα τέλη του μήνα μας εξαντλούνε ακόμα περισσότερο. Αναγκαζόμαστε να τρώμε κεδρόκοκα για να χορτάσουμε την πείνα μας παρ’ όλο τον κίνδυνο που διατρέχουμε – και πολλοί από μας δεν τον ξέφυγαν – να βγάζουμε αίμα.

Τα ρούχα μας, τα παπούτσια μας φθείρονται στο δρόμο, που κάνουμε για τη μεταφορά των τροφίμων χωρίς να μπορούμε να τ’ αντικαταστήσουμε. Ο αριθμός των ξυπόλητων και των γυμνών μεγαλώνει. Μια και μιάμιση ώρα θέλουμε για να μεταφέρουμε τα τρόφιμα – 25 με 30 οκάδες βάρος καθένας – ως την τρώγλη που μένουμε. Πολλοί λυγίζουν στο δρόμο» (5) .

Μα δεν τελειώνουν τα βάσανά τους εκεί, αφού από την αφόρητη ζέστη του καλοκαιριού και το τροπικό κλίμα όλοι οι εξόριστοι είναι άρρωστοι, κύρια από τη γαυδιώτικη ελονοσία, καθώς ο οργανισμός τους παλεύει νηστικός, χωρίς φάρμακα, χωρίς γιατρό:

«Κι’ ακόμα δεν ήρθε το καλοκαίρι, δεν ήρθαν οι ζέστες, δεν άρχισε ο λίβας να φυσάει. Και προ πάντων δεν άρχισαν ακόμα να βουίζουν τα κουνούπια. Πώς θα τα βγάλουμε πέρα; Πόσους Καραντεμίρηδες θα θρηνήσει φέτος η εργατική τάξη; Πώς θα αντιμετωπίσουμε όλη αυτή την κατάσταση;» (6).

Ο Καραντεμίρης είχε πεθάνει από ασθένεια που του μεταδόθηκε στη Γαύδο την επόμενη μέρα της μεταφοράς του από το νησί στη φυλακή, στα Σφακιά της Κρήτης.«Καιρού επιτρέποντος», θα επιβεβαιώσουν οι εξόριστοι της Ανάφης στον Μπερτ Μπέρνς που τους επισκέφτηκε το 1935, «ένα καΐκι ταξιδεύει μια φορά τη εβδομάδα ανάμεσα στο νησί και στα Σφακιά, όπου η φυλακή είναι κρύα και ανθυγιεινή. Αντί να οδηγήσουν τον ασθενή (σ.σ. που έπασχε από τύφο) στο νοσοκομείο μόλις μεταφέρθηκε στο νησί, οι αστυνομικοί τον έκλεισαν στη φυλακή, όπου και πέθανε την επόμενη μέρα» (7). Και δεν ήταν ο μόνος νεκρός…

Και η έκκληση καταλήγει:

«Σύντροφοι στο πόδι! Στις προσπάθειες σας για την άμεση οικονομική μας ενίσχυση αγωνισθείτε για να γίνει σύνθημα της μάζας, σύνθημα εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων της πόλης και του κάμπου η κατάργηση της Γαύδου, η γενική αμνηστεία στους φυλακισμένους και εξορίστους αγωνιστές της εργατικής τάξης».

Γαύδος, 15 Μάη 1933

Αυτός που πρώτος υπογράφει την έκκληση ήταν ο Τάκης Φίτσος που εξορίστηκε στη Γαύδο ήδη από το 1931. Το 1931, άλλωστε, είχε ήδη σταλεί εκεί ο Θανάσης Κλάρας (ο πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ Άρης Βελουχιώτης) και ο Ανδρέας Τζήμας (Σαμαρινιώτης) που συνυπογράφουν την έκκληση μαζί με τον Κ. Μελίκογλου και 24 ακόμα εξόριστους (8).


Ομάδα εξόριστων στη Γαύδο στα τέλη του 1935

Η συγκλονιστική έκκληση των εξόριστων άσκησε στην εποχή της ιδιαίτερη –βέβαια- επίδραση μεταξύ των προοδευτικών εργαζομένων ενεργοποιώντας παράλληλα κι ένα ολόκληρο κίνημα αλληλεγγύης για τη σωτηρία τους. Ωστόσο, δε φαίνεται να συγκίνησε ιδιαίτερα τις κρατικές και κυβερνητικές αρχές, οι οποίες συνέχιζαν να στέλνουν σ’ αυτό το διαβολονήσι κι άλλους αγωνιστές σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, όχι μόνο άνδρες αλλά και πολλές νέες και μορφωμένες γυναίκες (9). Το 1932 υπήρχαν στο νησί 47 εξόριστοι (10), ενώ το ’34-35 εξορίστηκαν στη Γαύδο ο Μήτσος Παρτσαλίδης, ο Μιλτιάδης Πορφυρογένης και ο Βασίλης Μπαρτζιώτας.


Ο αριθμός των εξόριστων στη Γαύδο παρουσιάζει ανάμεσα στα 1929 έως το 1941 διακύμανση αποτυπώνοντας ως πολιτικό βαρόμετρο τον αυταρχικό κατήφορο του Μεσοπολέμου, που διεθνώς σημαδεύτηκε από την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομική κρίση του 1929-1933, την άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη και την απειλή ενός νέου Παγκόσμιου Πολέμου. Στο εσωτερικό σημειώνονται διαρκή στρατιωτικά κινήματα που διακόπτονται από σύντομες περιόδους επαναφοράς της κοινοβουλευτικής «νομιμότητας» με αδιάλειπτη, ωστόσο, καταδίωξη των πρωτοπόρων αγωνιστών του εργατικού κινήματος και των συνδικαλιστικών και πολιτικών τους οργανώσεων μέχρι την επιβολή της δικτατορίας του Ι. Μεταξά την 4η Αυγούστου του 1936.

Είναι αλήθεια πως η μεγάλη στροφή στη ζωή του Θανάση Κλάρα και η οργανική ένταξή του στο εργατικό κίνημα γίνεται στην Αθήνα το 1924, όταν ο μετέπειτα πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ συνδέθηκε στενά με τον συμπατριώτη του Τάκη Φίτσο, ο οποίος στάθηκε δάσκαλός του, τον βοήθησε να ξεκαθαρίσει τις ανησυχίες του, να διευρύνει τους ορίζοντές του. Μα και στο βιβλίο του «Άρης Βελουχιώτης - Ο πρώτος του αγώνα», και ο Π. Λαγδάς χαρακτηρίζει τον Θανάση Κλάρα «μαθητή» του Φίτσου. Ο Τάκης Φίτσος και ο Θανάσης Κλάρας θα βρεθούν συνεξόριστοι στη Γαύδο το 1931-1933.

Ο Μπερτ Μπερνς, πάντως, που επισκέφτηκε το νησί στις αρχές του 1936, όταν είχε δοθεί –μετά το νόθο δημοψήφισμα για την επιστροφή του βασιλιά- αμνηστία από την κυβέρνηση Δεμερτζή βρίσκει μόνο δεκατρείς εξόριστους στο νησί (11). Σύμφωνα με μια άλλη μαρτυρία το 1936 υπήρχαν στη Γαύδο 24 εξόριστοι, οι οποίοι ωστόσο εικοσαπλασιάστηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, ξεπερνώντας τους κατοίκους του νησιού (12).

Tο σωζόμενο «σπίτι του Βελουχιώτη»  στο Σαρακήνικο της Γαύδου  που έχτισε για τις ανάγκες της το 1931-1933  η πρώτη φουρνιά εξόριστων με γραμματέα
της κολλεκτίβας τον Tάκη Φίτσο. Xτίστηκε από τους ίδιους τους εξόριστους και ήταν ιδιοκτησία της Oμάδας Συμβίωσης. 

Αφημένοι από τους αρμόδιους να αργοπεθάνουν αβοήθητοι, οι εξόριστοι αντιστέκονται με αξιοθαύμαστη πειθαρχία, οργανώνοντας τη συλλογική τους ζωής μέσα από την Ομάδα Συμβίωσης Πολιτικών Εξόριστων (ΟΣΠΕ), ή αλλιώς «κολλεχτίβα», η οποία κάλυπτε όλες τις πτυχές της καθημερινότητας, από το μαγείρεμα και την καθαριότητα μέχρι τις αγροτικές εργασίες και της πολιτιστικές εκδηλώσεις (14).

Οι εξόριστοι κατασκευάζουν έναν αυτοσχέδιο χειρόμυλο και φτιάχνουν φούρνο για να ψήνουν το ψωμί, ενώ δημιουργούν κι ένα πρότυπο περιβόλι με ντομάτες σε μια ιδιόκτητη ρεματιά. Ανοίγουν καφενείο, βάζουν σε κυκλοφορία το χαρτονόμισμα της μιας δραχμής που… τυπώνουν, σφραγίζοντας κάθε σελίδα από το συνταγολόγιο του γιατρού για τη διευκόλυνση των συναλλαγών στο νησί. Κατακτούν από την αστυνομία το δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης, ενώ αναλαμβάνουν διάφορες εκπαιδευτικές δραστηριότητες, κάνουν πολιτική διαφώτιση και μαθαίνουν γραφή κι ανάγνωση τους ελάχιστους εξόριστους που είναι αναλφάβητοι. Το μεγαλύτερο τους επίτευγμα, όμως, είναι πως έχτισαν στο Σαρακήνικο, μια έρημη, άνυδρη, ακατοίκητη κι ακαλλιέργητη περιοχή, το δικό τους σπίτι, για να κατοικήσουν εκεί.

Ήταν ένα δύσκολο έργο που ολοκληρώθηκε το 1933. «Οι σύντροφοι δεν διέθεταν υλικά και εργαλεία. Το σπίτι κτίστηκε από πέτρες και χώμα, χωρίς τσιμέντο και παρ’ ό,τι δεν θύμιζε και πολύ σπίτι, ήταν σαφώς καλύτερο από τις κατοικίες των χωρικών, ώστε στο νησί να αποκαλείται ‘παλάτι’» (15). Μάλιστα οι εξόριστοι, φρόντισαν να του δώσουν και τον «κρητικό ρυθμό». Δηλαδή, ακολούθησαν την αρχιτεκτονική παράδοση.
Αυτός ο άθλος θα εμπνεύσει τον νεαρό τότε Γιάννη Ρίτσο να γράψει στις «Πυραμίδες» το 1935:
Στο στομάχι του Χρυσού, το Φως πεινά
μα οι εξόριστοι στων Γαύδων τ’ ακρωτήρια
χτίζουν μέσα τους, τα νέα τους ορμητήρια,
τ’ αυριανά

Η Γαύδος ως τόπος εξορίας λειτούργησε μέχρι τις 30 του Μάη του 1941. Εκείνη τη μέρα, παρά την αυστηρή επιτήρηση δραπέτευσαν 7 εξόριστοι, μεταξύ των οποίων οι Λ. Στρίγγος, Μάρκος Βαφειάδης, Μήτσος Βλαντάς, Πολ. Δανιηλίδης (16), ενώ με την αναστάτωση που επακολούθησε τη γερμανική εισβολή, όλοι σχεδόν οι εξόριστοι διέφυγαν στην Κρήτη και αρκετοί πήραν μέρος τόσο στη μάχη της Κρήτης όσο και στην Αντίσταση.

Στο συμφωνητικό που υπογράφηκε στις 14 του Μάρτη του 1933 ανάμεσα στον ιδιοκτήτη του οικοπέδου και στους αντιπροσώπους της κολλεχτίβας των εξόριστων της Γαύδου, η δεύτερη υπογραφή (αριστερά) ανήκει στον Θανάση Κλάρα (Άρη Βελουχιώτη).
Το πρώτο είναι το ιδιωτικό συμφωνητικό, που δίνει το δικαίωμα στους εξόριστους να χτίσουν το δικό τους σπίτι στη θέση Σαρακήνικο της Γαύδου. Το δεύτερο, επίσης, συμφωνητικό καθιερώνει την καταβολή ενοικίου απ’ τους εξόριστους και ορίζει ποιος θα εκμεταλλεύεται τα προϊόντα του μικρού κήπου που δημιούργησαν (17) .


Σημειώσεις - Παραπομπές: 

1. Γκριτζώνας Κώστας, «Ομάδες Συμβίωσης», Φιλίστωρ, 2000, σελ. 32.
2. Γκριτζώνας Κώστας, ο.π. σελ. 34-35.
3. Βλ. Κούνδουρου Ρ.Σ., «Η ασφάλεια του Καθεστώτος, Πολιτικοί κρατούμενοι, εκτοπίσεις και τάξεις στην Ελλάδα 1924-74», Αθήνα, εκδ. Καστανιώτη, 1978, σελ. 74.
4. Έκκληση εξόριστων Γαύδου, Σώστε μας, σώστε μας! Μια φωνή από το νησί της Γαύδου όπου αργοπεθαίνουν οι εξόριστοί μας. Αγωνιστείτε για τη Γενική Αμνηστεία! εφημερίδα: Ο Νέος Ριζοσπάστης, Τρίτη 30 Μάη 1933, σελ. 1-2.
5. Έκκληση εξόριστων Γαύδου, Σώστε μας, σώστε μας! ο.π., σελ. 1-2.
6. Έκκληση εξόριστων Γαύδου, Σώστε μας, σώστε μας! ο.π., σελ. 1-2
7. Μπερτλς Μπερτ, «Εξόριστοι στο Αιγαίο. Αφήγημα πολιτικού και ταξιδιωτικού ενδιαφέροντος», μτφρ. Γιάννης Καστανάρας, πρόλογος-εισαγωγή Ντέιβιντ Κλόουζ - Άλκης Ρήγος, Φιλίστωρ, 2002, σελ. 162-163.
8. Έκκληση εξόριστων Γαύδου, Σώστε μας, σώστε μας! ο.π., σελ. 1-2.
9. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του παλαίμαχου δημοσιογράφου και αγωνιστή Βάσου Γεωργίου στο βιβλίο του «Η Ζωή μου», ο οποίος είχε ζήσει και ο ίδιος κρατούμενος στη Γαύδο τα χρόνια της 4ης Αυγούστου, λίγο πριν από τον πόλεμο, μεταξύ των 50 εξόριστων, οι γυναίκες ήταν 13 με 15... «Όταν βλέπει πολλές νέες αγωνίστριες στο Καστρί, στην αυλή του δίπατου σπιτιού ξαφνιάζεται. "Εδώ έχουμε γυναικοκρατία", είπε ο γραμματέας της ομάδας, γελώντας» [Βλ. Σέρβος Δημήτρης (κείμενα – φωτογραφίες), Γαύδος, Το «νησί του διαβόλου» για τους εξόριστους κομμουνιστές! Ιστορικά στοιχεία από αφηγήσεις Αύρας Παρτσαλίδου και Βάσου Γεωργίου, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Σάββατο 28 Οχτώβρη 2000 - Κυριακή 29 Οχτώβρη 2000, σελ. 16. & Ξένου –Βενάρδου Αλίκη, ΓΑΥΔΟΣ: Εδώ έζησε η Καλυψώ! ... αλλά και γυναίκες εξόριστες, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Κυριακή 5 Αυγούστου 2001, σελ. 18].
10. Εταιρία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων 1940-1974 (ΕΔΙΑ) - Υπουργείο Αιγαίου, Αιγαίο. Αρχιπέλαγος Μαρτυρίων, ο.π., σελ. 161).
11. Βόγλης Πολυμέρης, Η ζωή στις φυλακές και την εξορία τα χρόνια του Μεταξά, εφημερίδα Ελευθεροτυπία – Βιβλιοθήκη, 04/08/2006.
12. Εταιρία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων 1940-1974 (ΕΔΙΑ) - Υπουργείο Αιγαίου, Αιγαίο. Αρχιπέλαγος Μαρτυρίων, ο.π., σελ. 162.
13. Πηγή ΕΣΥΕ – επεξεργασία ΕΔΙΑ. Βλ. Εταιρία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων 1940-1974 (ΕΔΙΑ) - Υπουργείο Αιγαίου, Αιγαίο. Αρχιπέλαγος Μαρτυρίων, ο.π., σελ. 161.
14. Βόγλης Πολυμέρης, Η ζωή στις φυλακές και την εξορία τα χρόνια του Μεταξά, ο.π., 04/08/2006.
15. Μπερτλς Μπερτ, «Εξόριστοι στο Αιγαίο», ο.π., σελ. 342 - 345.
16. Γκριτζώνας Κώστας, «Ομάδες Συμβίωσης», Φιλίστωρ, 2000, σελ. 33.
17. Σέρβος Δημήτρης (κείμενα - επιμέλεια), Εξόριστοι στη Γαύδο. Γαύδος… ο.π., σελ. 19. 



Αναδημοσίευση από την εφημερίδα: "Χανιώτικα Νέα", Σάββατο, 24/05/2014 Ένθετο: Διαδρομές , σελ. 10-11.
Πηγή: momentum-gr.blogspot.gr
tvxs

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

Η ιστορία πίσω από την Ημέρα της Μητέρας

 Πριν τις κάρτες και τα δώρα, η Ημέρα της Μητέρας συμβόλιζε το πένθος των γυναικών για τους νεκρούς στρατιώτες και την ανάγκη για ειρήνη. Όταν με τον καιρό εξελίχθηκε σε μια εμπορική γιορτή, η μεγαλύτερη υποστηρίκτριά της προσπάθησε με κάθε τρόπο να σταματήσει αυτήν την εξέλιξη και τελικά πέθανε αδέκαρη σε ένα σανατόριο. Φυσικά, η Ημέρα της Μητέρας συνέχισε να υπάρχει χωρίς αυτήν και σήμερα γιορτάζεται με διάφορες μορφές σε ολόκληρο τον κόσμο.

 Το 1850 η επικεφαλής της οργάνωσης των γυναικών στην δυτική Βιρτζίνια, Ann Reeves Jarvis, δημιούργησε ομάδες εργασίας για τη βελτίωση των συνθηκών υγιεινής, σε μια προσπάθεια να μειωθεί η βρεφική θνησιμότητα από τις ασθένειες και το μολυσμένο γάλα, αναφέρει η ιστορικός Katharine Antolini του West Virginia Wesleyan College. Οι ομάδες αυτές, συν τοις άλλοις, βοηθούσαν τραυματίες στρατιώτες και από τις δύο πλευρές στη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου.

Στα μεταπολεμικά χρόνια η Jarvis και άλλες γυναίκες οργάνωναν την ίδια μέρα πικνικ και άλλες εκδηλώσεις, με σκοπό να προάγουν την ειρήνη και να ενώσουν τους πρώην εχθρούς. Μάλιστα, η Julia Ward Howe, συνθέτης του «Battle Hymn of the Republic», έγραψε το 1870 την «Προκήρυξη της Ημέρας της Μητέρας», στην οποία καλούσε τις γυναίκες να λάβουν ενεργό πολιτικό ρόλο στην προώθηση της ειρήνης. Μέχρι τότε, η Jarvis είχε καταφέρει να κινητοποιήσει γυναίκες σε ολόκληρη την πολιτεία της Βιρτζίνια.

Αυτή που είναι πραγματικά υπεύθυνη γι' αυτό που σήμερα αποκαλούμε Ημέρα της Μητέρας είναι η κόρη της Jarvis, Ann, η οποία καθιέρωσε την γιορτή και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της πολεμώντας την εξελιγμένη της μορφή. Μετά το θάνατο της μητέρας της, η Ann, που δεν έκανε ποτέ παιδιά, έγινε η κινητήρια δύναμη πίσω από τους πρώτους εορτασμούς της Ημέρας της Μητέρας, το 1908.

Μετά από μεγάλες προσπάθειες της Ann, οι εκδηλώσεις για την Ημέρα της Μητέρας διεξάγονταν όχι μόνο στην Βιρτζίνια, αλλά σε πολλές αμερικανικές πολιτείες, μέχρι που, το 1914, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Γούντροου Ουίλσον όρισε επίσημο εορτασμό κάθε δεύτερη Κυριακή του Μαΐου.

«Για την Ann Jarvis εκείνη την ημέρα πήγαινες στο σπίτι σου, περνούσες χρόνο με την μητέρα σου και την ευχαριστούσες για όλα όσα έκανε», εξηγεί η Antolini, της οποίας η διατριβή φέρει το όνομα «Anna Jarvis και η υπεράσπιση της ημέρας της μητέρας της». Όμως στα μάτια της Jarvis, όλο αυτό μετατράπηκε σε αποτυχία.

Η ιδέα της γρήγορα εξελίχθηκε σε ένα εμπορικό χρυσωρυχείο για την αγορά, με λουλούδια, γλυκά και ευχετήριες κάρτες, κάτι που δεν άρεσε στην Jarvis, η οποία αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος της κληρονομιάς της ώστε η γιορτή να επιστρέψει στις ρίζες της.

Δημιούργησε την «Ένωση για την Ημέρα της Μητέρας» και προσπάθησε να πάρει τον έλεγχο της γιορτής. Οργάνωσε μποϊκοτάζ, απείλησε με αγωγές και απιτέθηκε ακόμη και στην Eleanor Roosevelt, όταν αυτή χρησιμοποίησε την γιορτή για να μαζέψει χρήματα για φιλανθρωπικές οργανώσεις. Μάλιστα, το 1923, διέλυσε τη σύνοδο των ζαχαροπλαστών στην Φιλαδέλφια. Παρόμοιες διαμαρτυρίες ακολούθησαν για πολλά χρόνια αργότερα.

Οι έντονες προσπάθειες της Ann Jarvis για αλλαγή της γιορτής συνεχίστηκαν μέχρι τον θάνατό της, στα 84, σε σανατόριο της Φιλαδέλφιας. «Αυτή η γυναίκα, η οποία πέθανε αδέκαρη, ήταν μια γυναίκα που, αν ήθελε, μπορούσε να επωφεληθεί οικονομικά από την Ημέρα της Μητέρας», δηλώνει η Antolini. «Όμως αυτή καταφέρθηκε εναντίον όσων έκαναν κάτι παρόμοιο και το πλήρωσε, οικονομικά και σωματικά».

Πηγή:tvxs

Τρίτη 19 Αυγούστου 2014

Λόρδος Βύρων ο μεγάλος φιλέλληνας

Ο Τζορτζ Γκόρντον Μπάιρον, 6ος Βαρώνος Μπάιρον γνωστός στην Ελλάδα ως Λόρδος Βύρων (αγγλικά George Gordon Byron, 6th Baron Byron, Λορντ Μπάιρον), 22 Ιανουαρίου 1788 - 19 Απριλίου 1824)

 



Πριν 190 χρόνια: Ο λόρδος Βύρων στο Αργοστόλι. Του Πάνου Τριγάζη

«Οι σκλάβοι ξεσηκώθηκαν
κι εγώ θα κάνω πίσω;
το στάχυ ξαναωρίμασε
κι εγώ δεν θα θερίσω;»

«Ημερολόγιο της Κεφαλλονιάς», 19 Ιουνίου 1823
(απόδοση Δημήτρης Βαβάνης-Ρεντής)

 Λίγοι γνωρίζουν ότι ο Λόρδος Βύρων πριν φθάσει στο Μεσολόγγι (αρχές του 1824), όπου άφησε την τελευταία του πνοή για την ανεξαρτησία μιας πατρίδας που δεν ήταν η δική του, διέμεινε περίπου τέσσερις μήνες στην Κεφαλλονιά.
Πιο συγκεκριμένα, ο Μπάϊρον αποβιβάστηκε στο Αργοστόλι στις 3 Αυγούστου 1823, ακριβώς πριν 190 χρόνια, προερχόμενος από τη Γένοβα, με το πλοίο «Ηρακλής», έχοντας εξασφαλίσει την εκπροσώπηση του  Φιλελληνικού Κομιτάτου του Λονδίνου, το οποίο είχε ήδη πετύχει το πρώτο σημαντικό δάνειο προς την επαναστατημένη Ελλάδα.
Σε σύγκριση με την πρώτη επίσκεψή του στην Ελλάδα (1809-1811), την οποία άρχισε σε ηλικία 21 ετών, ο Λόρδος Βύρων ήταν το 1823 διάσημος ποιητής και κατασταλαγμένος πολιτικά υπέρ των ιδεών του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης.
Στην Ιταλία είχε δράσει, επισκεπτόμενος διάφορες πόλεις επί έξι χρόνια, μέσα από το επαναστατικό κίνημα των Καρμπονάρων, δημιουργώντας με τη δράση του ισχυρούς «πονοκεφάλους» στις υπηρεσίες του Μέτερνιχ, που είχαν τον «επικίνδυνο» Λόρδο Βύρωνα υπό συνεχή παρακολούθηση.
Στη Γένοβα είχε χάσει, από πνιγμό στον Κόλπο Λερίτσι, τον στενό του φίλο, ομοϊδεάτη και ομότεχνό του Πέρσυ Σέλλεϊ, ο οποίος τον είχε μυήσει στην υπόθεση της ελληνικής ανεξαρτησίας και στο κίνημα των Φιλελλήνων, που ήδη αναπτυσσόταν στην Ευρώπη.
Στην Κεφαλλονιά, ο Μπάϊρον έμεινε τον περισσότερο χρόνο στα Μεταξάτα, ενδιάμεσα ενημερωνόταν για την πορεία της Επανάστασης και για τα προβλήματα που είχαν προκύψει από τις διαμάχες ανάμεσα στους ηγέτες της. Κι ένας από τους στόχους του ήταν να συμβάλλει στη συμφιλίωση των αντιμαχόμενων πλευρών. Αυτό προκύπτει και από επιστολές που είχε στείλει από την Κεφαλλονιά στους οικείους του και σε φίλους του στο Λονδίνο.
Στην Κεφαλλονιά έλαβε επιστολή-πρόσκληση του Μάρκου Μπότσαρη, την οποία ο ηρωικός Μάρκος  είχε υπογράψει μια μέρα πριν σκοτωθεί σε μάχη.
Την ίδια περίοδο, έγραψε στο ημερολόγιο του: «Καθώς ήρθα εδώ για να υποστηρίξω όχι μια φατρία, αλλά ένα έθνος και για να συνεργαστώ με τίμιους ανθρώπους και όχι με κερδοσκόπους ή καταχραστές (κατηγορίες που ανταλλάσσονται καθημερινά ανάμεσα στους Έλληνες) θα χρειαστεί πολύ περίσκεψη για ν΄ αποφύγω τη μομφή ότι μεροληπτώ και αντιλαμβάνομαι ότι αυτό θα είναι πολύ δύσκολο, γιατί έχω ήδη λάβει προσκλήσεις από περισσότερα του ενός από τα αλληλοσπαρασσόμενα κόμματα, πάντα με τη δικαιολογία ότι αυτοί είναι οι γνήσιοι εκπρόσωποι του έθνους».
Στις 11 Σεπτεμβρίου 1823 έγραψε από τα Μεταξάτα στον πολύ έμπιστο φίλο του Τζον Καμ Χομπχάουζ ότι «Οι Έλληνες φαίνεται να κινδυνεύουν περισσότερο από τη διχόνοια τους παρά από τις επιθέσεις του εχθρού».
Στον ίδιο, έγραψε από τα Μεταξάτα στις 27 Σεπτεμβρίου 1823: «Απ΄όλες τις πλευρές προσπαθούν (όπως αντιλαμβάνεσαι) να με προσεταιριστούν, αλλά δήλωνα ως τώρα ότι αναγνωρίζω μόνο την ελληνική κυβέρνηση, χωρίς αναφορά στα πρόσωπα που τη συνθέτουν και ότι ως αλλοδαπός δεν έχω καμία σχέση με κλίκες και προσωπικές προτιμήσεις για άτομα». Και πιο κάτω: «Δεν πήγα ακόμα στην ηπειρωτική χώρα, γιατί για να σου πω την αλήθεια δεν νομίζω ότι θα απέφευγα να δώσω την εντύπωση ότι ευνοώ το ένα ή το άλλο κόμμα, αλλά τη στιγμή που θα μπορώ να τους προσφέρω οποιαδήποτε πραγματική υπηρεσία είμαι πρόθυμος να πάω κοντά τους».
* Ο Πάνος Τριγάζης είναι Πρόεδρος του Συνδέσμου «Μπάϊρον» για τον Φιλελληνισμό και τον Πολιτισμό
Πηγή:tvxs
Δύο εξαιρετικά ενδιαφέρουσες  επιστολές του Μπάιρον από την Κεφαλλονιά προς τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, τον οποίο είχε γνωρίσει στην Ιταλία μέσω του Πέρσυ Σέλλεϋ και της Μαίρη Σέλλεϋ.
Στην πρώτη  εξ αυτών με ημερομηνία 1 Οκτωβρίου 1823 εξέφραζε την κατανόησή του για τις συγκρούσεις των Ελλήνων, γράφοντας: «Δεν είναι παράδοξο, βεβαίως, ότι αφυπνίζονται αντιθέσεις σε μια επαναστατημένη χώρα που μόλις απαλλάχτηκε από τόσο μακροχρόνια και βάρβαρη τυραννία».
Πιο κάτω,επισήμαινε «τις συνέπειες που μπορεί να φέρει αυτή η διχόνοια, τα πλεονεκτήματα και τις ευκαιρίες που μπορεί να προσφέρει στους βάρβαρους δυνάστες σας, την ψύχρανση που θα προκαλέσει σε όλους όσους ενδιαφέρονται για τον Αγώνα σας, δηλαδή σε όλους τους φίλους του Διαφωτισμού και της Ανθρωπότητας...».
Στη δεύτερη επιστολή προς τον Μαυροκορδάτο, με ημερομηνία 2 Δεκεμβρίου 1823 έγραφε μεταξύ άλλων: «Θλίβομαι βαθύτατα ακούγοντας ότι οι εσωτερικές έριδες της Ελλάδας συνεχίζονται - και αυτό σε μια στιγμή που η πατρίδα σας θα μπορούσε να θριαμβεύσει παντού, όπως έχει θριαμβεύσει σε μερικούς τομείς.

Η Ελλάδα είναι τώρα αντιμέτωπη με τρεις λύσεις: να κατακτήσει την ελευθερία της ή να γίνει κτήση των ηγεμόνων της Ευρώπης ή τουρκική επαρχία. Τώρα μπορεί να διαλέξει ανάμεσα στις τρεις. Αλλά ο εμφύλιος πόλεμος δεν μπορεί να οδηγήσει παρά στις δύο τελευταίες. Αν η Ελλάδα ζηλεύει την τύχη της Βλαχίας και της Κριμαίας, μπορεί να την έχει αύριο. Αν της Ιταλίας, μεθαύριο. Αν όμως θέλει να γίνει για πάντα ελεύθερη, αληθινή και ανεξάρτητη, καλά θα κάνει ν' αποφασίσει τώρα, αλλιώς δεν θα έχει ποτέ πια αυτή την ευκαιρία. Πιστέψτε στην απεριόριστη εκτίμηση και στον σεβασμό μου».
Πηγή:Αυγή

 

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014

Ν. Καζαντζάκης: Είσαι ελεύθερος άνθρωπος, όχι μισθοφόρος

Ν. Καζαντζάκης: Είσαι ελεύθερος άνθρωπος, όχι μισθοφόρος...

 

 

Ο μεγαλύτερος ίσως Έλληνας φιλόσοφος, του οποίου η πένα έχει σχολιασθεί ποικιλοτρόπως και από πολλούς, ο Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957) δεν ήταν ένα, αλλά πολλά πράγματα ταυτόχρονα, γιατί πάντα εκτιμούσε την ιστορική στιγμή και συμπορευόταν  μαζί της. Φιλόσοφος, ποιητής, δημοσιογράφος, μεταφραστής, θεατρικός συγγραφέας…άλλαξε τη νεοελληνική διανόηση.
Στο έργο του, «Ασκητική» (Salvatores Dei) , εκφράζει όλες του τις μεταφυσικές ανησυχίες του και όλα του τα πιστεύω. Όπως και ο ίδιος έγραψε, «η Ασκητική είναι η πιο σπαραχτική Κραυγή της ζωής μου».

Η «Ασκητική», είναι επηρεασμένη κατά πολύ από τον Μπερξόν και την Κοσμοθεωρία του Νίτσε. Για τον Νίτσε έλεγε ο ίδιος, «ο Νίτσε με δίδαξε πως δεν πρέπει ποτέ να ‘χεις μια αντίληψη για τη ζωή που να σου επιτρέπει ελπίδες και ανταμοιβές. Είσαι ελεύθερος άνθρωπος, όχι μισθοφόρος.Να παλεύεις χωρίς να καταδέχεσαι να ζητάς ανταμοιβή, [αυτό] είναι η αληθινή ελευθερία».

Το κυνήγι της ελευθερίας για τον Καζαντζάκη ήταν το υπέρτατο χρέος του ανθρώπου. Η έννοια της ελευθερίας και του ανθρώπου ταυτίζονται και η πρώτη προηγείται της ανθρώπινης πραγματικότητας. Για να κατακτηθεί η ελευθερία απαιτείται η απουσία του φόβου και της ελπίδας και η  μετατροπή της ανάγκης σε βούληση.

Για την πολιτική ελευθερία, ο Καζαντζάκης ακολουθεί το πρότυπο του Ρουσώ, όπου ο άνθρωπος έχει το δικαίωμα να πράττει ότι θέλει μέσα σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο θεσπισμένο με νόμους και ηθικά προστάγματα.
Απόσπασμα από την Ασκητική
Χρέος έχεις και μπορείς στο δικό σου τον τομέα να γίνεις ήρωας. Αγάπα τον κίντυνο. Τι είναι το πιο δύσκολο; Αυτό θέλω! Ποιο δρόμο να πάρεις; Τον πιο κακοτράχαλον ανήφορο. Αυτόν παίρνω κι εγώ ακολούθα μου! Να μάθεις να υπακούς. Μονάχα όποιος υπακούει σε ανώτερο του ρυθμό είναι λεύτερος. Να μάθεις να προστάζεις. Μονάχα όποιος μπορεί να προστάζει είναι αντιπρόσωπος μου απάνω στη γης ετούτη.
Ναγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω. Ναγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους να ζητάς συντρόφους
Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος. Κοιτάζω την ύλη και το νου σα δυο ανύπαρχτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγιούνται, να σμίγουν, να γεννούν και ναφανίζουνται, και λέω: «Αυτό θέλω

Ξέρω τώρα δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος. Αυτό θέλω. Δε θέλω τίποτα άλλο. Ζητούσα ελευτερία
 Πηγές
*Κουμάκης, Γ. 2004, «Η κοσμοθεωρία του Ν. Καζαντζάκη», Καιράτος, 12 Οκτωβρίου 2012, < http://www.kairatos.com.gr/kosmotheoriakazantzaki.htm>.
*Διεθνής Εταιρεία Φίλων Νίκου Καζαντζάκη, amis-kazantzaki, <www.amis-kazantzaki.gr>.
tvxs

Σάββατο 16 Αυγούστου 2014

Η Γκουέρνικα και η ιστορία της...

Η Γκερνίκα (Guernica στα ισπανικά ή Γκουέρνικα, με λατινική απόδοση στα ελληνικά), είναι το διασημότερο ίσως έργο του Πάμπλο Πικάσο.


Περιγραφή

Αυτός ο τεράστιος καμβάς (3,54x7,82μ.)περιγράφει την απανθρωπιά, τη βιαιότητα και την απόγνωση του πολέμου. Ήταν παραγγελία της δημοκρατικής κυβέρνησης της Ισπανίας για τη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού το 1937. Ο Πικάσο εμπνεύστηκε το έργο όταν, στις 26 Απριλίου της ίδιας χρονιάς, στα πλαίσια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, Γερμανοί πιλότοι της αεροπορίας των εθνικιστών βομβάρδισαν την κωμόπολη Γκερνίκα της Χώρας των Βάσκων. Στο βομβαρδισμό εκείνο σκοτώθηκαν 1.650 άνθρωποι και ισοπεδώθηκε το 70% της πόλης με 32 τόνους εκρηκτικά.

Συνθήκες έμπνευσης

Ο Πικάσσο πληροφορήθηκε τα γεγονότα από την εφημερίδα Le Soir, μόνο την 1η Μαΐου και το ολοκληρώνει στις 3 Ιουνίου του 1937.
Ο Πικάσο απέφυγε να ζωγραφίσει αεροπλάνα, βόμβες ή ερείπια. Οι δύο κυρίαρχες μορφές του έργου είναι ένας ταύρος και ένα πληγωμένο άλογο με διαμελισμένα κορμιά και τέσσερις γυναίκες που ουρλιάζουν κρατώντας νεκρά μωρά. Αρχικά ο Πικάσο πειραματίστηκε με χρώμα, αλλά τελικά κατέληξε στο άσπρο-μαύρο και αποχρώσεις του γκρι, καθώς θεώρησε ότι έτσι δίνει μεγαλύτερη ένταση στο θέμα. Πολλές φορές μετακίνησε φιγούρες και μορφές πριν καταλήξει στην οριστική τους θέση. «Η αφαίρεση του χρώματος και του αναγλύφου αποτελεί διακοπή της σχέσης του ανθρώπου με τον κόσμο: όταν διακόπτεται,δεν υπάρχει πια η φύση ή η ζωή».
Η διαδικασία της ζωγραφικής του πίνακα αποτυπώθηκε σε μια σειρά φωτογραφιών από τη διασημότερη ερωμένη του Πικάσο, την Dora Maar, μια διακεκριμένη καλλιτέχνιδα. Συνολικά σαράντα πέντε σχέδια μας έχουν σωθεί τα οποία προετοιμάζουν την τελική Γκερνίκα[5]. Όταν πρωτοεμφανίστηκε ο πίνακας, οι αντιδράσεις ήταν μάλλον αρνητικές. Ο βάσκος τοιχογράφος Χοσέ Μαρία Ουτσενάι δήλωσε: «Για έργο τέχνης είναι ένα από τα φτωχότερα της παγκόσμιας παραγωγής. Πρόκειται για πορνογραφία 7x3». Γερμανικό έντυπο έγραψε ότι πρόκειται για «σύμφυρμα από ανθρώπινα μέλη που θα μπορούσε να είχε ζωγραφήσει τετράχρονος». Σταδιακά το γενικό αίσθημα άρχισε να μεταστρέφεται και το έργο περιόδευε για να ενισχύσει τον αγώνα των Δημοκρατικών. Η περιοδεία σταμάτησε όταν ο Φράνκο κατέλαβε την εξουσία το 1939 και, με το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, το έργο φυγαδεύτηκε στις ΗΠΑ, για να αποφευχθεί η καταστροφή του.
Η Γκερνίκα έμεινε στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης για πολλά χρόνια και ο Πικάσο είχε δηλώσει πως δε θα επέστρεφε στην Ισπανία προτού αποκατασταθεί πλήρως η δημοκρατία. Το 1974 υπήρξε συμβάν βανδαλισμού του έργου με κόκκινη μπογιά, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη σφαγή του Μάι Λάι στο Βιετνάμ. Το 1981 η Γκερνίκα επιστράφηκε στην Ισπανία και εκτέθηκε αρχικά στο Casón del Buen Retiro και κατόπιν στο Μουσείο ντελ Πράδο, προστατευμένη με αλεξίσφαιρο τζάμι και οπλισμένους φρουρούς, για το φόβο νέου βανδαλισμού. Το 1992 ο πίνακας μεταφέρθηκε στη σημερινή του θέση στο Εθνικό Μουσείο Τέχνης Βασίλισσα Σοφία στη Μαδρίτη, του οποίου έγινε το διασημότερο και σπουδαιότερο έκθεμα.
Τα τελευταία χρόνια ακούγεται συχνά η πρόταση να μεταφερθεί στο Μουσείο Γκούγκενχαϊμ στο Μπιλμπάο, το οποίο βρίσκεται λίγα μόλις χιλιόμετρα από την κωμόπολη Γκερνίκα, πράγμα με το οποίο δε συμφωνεί ούτε η ισπανική κυβέρνηση, ούτε η διοίκηση του Μουσείου Τέχνης Βασίλισσα Σοφία.

Ιστορικό επεισόδιο

Λέγεται πως όταν οι Γερμανοί εισήλθαν στο Παρίσι κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην προσπάθειά τους να βρουν καλλιτεχνικούς θησαυρούς και να τους κατασχέσουν, ένας Γερμανός Αξιωματικός έδειξε σε φωτογραφία τον πίνακα «Γκερνίκα» στον ίδιο τον Πικάσο που είχε προσαχθεί ρωτώντας τον: -Αυτόν τον πίνακα εσείς τον κάνατε; Κι εκείνος απήντησε με θάρρος: Όχι, Εσείς!
Πηγή:Βικιπαίδεια
Μια μαρτυρία από  την φρίκη της Guernica
Ήταν Απρίλιος του 1937 όταν τα γερμανικά βομβαρδιστικά εμφανίστηκαν στον Ισπανικό ουρανό, πάνω από την Γκουέρνικα. Μέσα σε λίγη ώρα πάνω από 1.500 άνθρωποι σκοτώθηκαν, η πόλη ισοπεδώθηκε και  ταυτόχρονα μετατράπηκε σε ένα σύμβολο της θηριωδίας του πολέμου.
 Η επίθεση πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του Ισπανικού εμφυλίου, μεταξύ των δυνάμεων του δικτάτορα Φράνκο και των δημοκρατικών δυνάμεων. Ο ισπανικός βορράς των Βάσκων αποτελούσε πεδίο σθεναρής αντίστασης ενάντια στις φασιστικές δυνάμεις και η κατάληψη της πόλης Μπιλμπάο είχε χαρακτηριστεί στρατηγικής σημασίας.

Στα σχέδια του Φράνκο βρισκόταν και η μικρή κωμόπολη, με μόλις 5.000 κατοίκους, Γκουέρνικα. Οι δικτατορικές εθνικιστικές δυνάμεις υποστηρίζονταν και από τη ναζιστική Γερμανία του Χίτλερ κυρίως μέσω τη Luftwaffe.

Για την Luftwaffe η επίθεση στη Γκουέρνικα αποτελούσε και μία ευκαιρία για τελειοποίηση των αεροπορικών επιθέσεων, λίγο πριν την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο επικεφαλής των γερμανικών δυνάμεων Hermann Goering κατά τη διάρκεια της δίκης του μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ανέφερε: «Ο ισπανικός εμφύλιος μας έδωσε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε νέες τακτικές για τις αεροπορικές επιθέσεις μας, αλλά και να αποκτήσουμε τις απαραίτητες εμπειρίες».

Η επίθεση στην Γκουέρνικα ήταν μία δοκιμή για τις ναζιστικές δυνάμεις και ονομάστηκε «Επιχείρηση Έκπληξη». Ο βομβαρδισμός πραγματοποιήθηκε στις 26 Απριλίου, 1937, από τις 16:30 έως τις 19:00 και στην επιχείρηση συμμετείχαν 20 γερμανικά μαχητικά και 3 ιταλικά.

Ένας από τους πρώτους ανταποκριτές του εμφυλίου πολέμου που φτάνει στην κατεστραμμένη πόλη μετά τον βομβαρδισμό ήταν ο Noel Monk, της London Daily Express:

«Ήμασταν περίπου δεκαοκτώ μίλια ανατολικά της Γκουέρνικα όταν ο Άντον σταμάτησε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου και άρχισε να φωνάζει. Έδειξε μπροστά και η ανάσα μου κόπηκε αντικρίζοντας την εικόνα. Πάνω από την κορυφή των λόφων εμφανίστηκε ένα σμήνος αεροπλάνων. Περίπου δώδεκα βομβαρδιστικά πετούσαν ψηλά στον ουρανό και χαμηλότερα συνοδευόντουσαν από έξι μαχητικά Heinkel 52. Τα βομβαρδιστικά πετούσαν προς την Γκουέρνικα, ενώ τα μαχητικά πέταξαν χαμηλά πάνω από το αυτοκίνητό μας.

Ο Άντον και εγώ πηδήξαμε σε μία τρύπα, που είχε δημιουργηθεί από βομβαρδισμό, η οποία ήταν γεμάτη με νερό και λάσπη. Κοιτάξαμε βιαστικά τα μαχητικά και μετά κατεβάσαμε τα κεφάλια μας. Δεν σηκώσαμε το βλέμμα μας μέχρι να φύγουν τα Heinkel. Μας φάνηκαν ώρες, αλλά ήταν μόλις 20 λεπτά. Τα μαχητικά πυροβολούσαν στο δρόμο όσο πετούσαν από πάνω μας. Άρχισα να τρέμω από τον φόβο μου.

Όταν τα Heinkel αποχώρησαν μαζί με τον Άντον τρέξαμε στο αυτοκίνητό. Σε μικρή απόσταση ένα στρατιωτικό όχημα είχε τυλιχτεί στις φλόγες. Το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να μεταφέρουμε τους δύο νεκρούς στην άκρη του δρόμου. Έτρεμα ολόκληρος ήταν η πρώτη φορά που είχα φοβηθεί τόσο. Ο ουρανός είχε γίνει κόκκινος από τις φωτιές στην Γκουέρνικα»

Ο Noel Monk και ο συνάδελφός του πλησίασαν με το αυτοκίνητό τους στην Γκουέρνικα σε τέτοιο σημείο, όπου άκουγαν τους ήχους από τον βομβαρδισμό. Συνέχισαν την πορεία τους για την Μπιλμπάο, όπου ο Monk ολοκλήρωσε το κείμενό του για την εφημερίδα και γευμάτισε.

Η μαρτυρία του συνεχίζεται από το σημείο που το γεύμα τους διακόπτεται από την είδηση για τον βομβαρδισμό της Γκουέρνικα.

«Ένα υπάλληλος της κυβέρνησης με δάκρυα στα μάτια μπήκε μέσα στην τραπεζαρία και φώναξε: Η Γκουέρνικα καταστράφηκε. Οι Γερμανοί βομβάρδιζαν και βομβάρδιζαν και βομβάρδιζαν.

Η ώρα ήταν περίπου 21.30 και ο στρατηγός Roberts χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι, 'καταραμένα γουρούνια'. Πέντε λεπτά αργότερα κατευθυνόμασταν προς την Γκουέρνικα. Ήμασταν περίπου σε απόσταση δέκα μιλίων από την κωμόπολη όταν είδα τον κόκκινο ουρανό από τις φλόγες. Πλησιάζοντας στην Γκουέρνικα έβλεπα παιδιά, γυναίκες και άνδρες στην άκρη του δρόμου να κάθονται σαστισμένοι. Εκεί ήταν και ένας ιερέας. Σταμάτησα το αυτοκίνητο και πήγα προς το μέρος του.

Τι συνέβη; τον ρώτησα Το πρόσωπο του ήταν μαυρισμένο, τα ρούχα του σκισμένα και δεν μπορούσε να μιλήσει, απλά μου έδειχνε τις φωτιές, περίπου 4 μίλια μακριά. Μετά ψιθύρισε: ‘Aviones. . . bombas. . . mucho, mucho’.

Ήμουν ο πρώτος ανταποκριτής που έφτασε στην Γκουέρνικα και βοήθησα ορισμένους στρατιώτες να μαζέψουν απανθρακωμένα πτώματα. Μερικοί στρατιώτες έκλαιγαν με λυγμούς σαν μικρά παιδιά. Υπήρχαν παντού φωτιές και καπνοί και η μυρωδιά από την καμένη σάρκα ήταν ανυπόφορη. Σπίτια κατέρρεαν.

Στην κεντρική πλατεία, που περιβαλλόταν από ένα τοίχο φωτιάς, βρισκόντουσαν περίπου 100 άνθρωποι. Ένας θρήνος είχε απλωθεί σε όλη την περιοχή. Ένας άνδρας που μιλούσε αγγλικά μου είπε: ‘Στις τέσσερις, πριν ακόμα κλείσει η αγορά, ήρθαν πολλά αεροπλάνα. Πέταξαν βόμβες. Κάποια πετούσαν χαμηλά και πυροβολούσαν στο δρόμο. Ο πατέρας Aroriategui προσευχόταν μαζί με άλλους ανθρώπους στην πλατεία ενώ οι βόμβες έπεφταν’.

Τα μόνα που δεν είχαν καταρρεύσει ήταν η εκκλησία, ένα ιερό δένδρο, σύμβολο των Βάσκων, και ένα μικρό εργοστάσιο πυρομαχικών λίγο έξω από την πόλη. Στην πόλη δεν υπήρχαν αντιαεροπορικά. Ήταν μία επιδρομή φωτιάς.
Ένα θέαμα που με έχει στοιχειώσει ήταν τα απανθρακωμένα πτώματα πολλών γυναικών και παιδιών που τα είχαν μαζέψει στην αποθήκη ενός σπιτιού».
Πηγή:tvxs
 

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014

Έλληνες λογοτέχνες που δημιούργησαν στην Αίγινα

Ο Βάρναλης κι οι άλλοι λογοτέχνες στην Αίγινα πριν από 90 χρόνια. Του Ν.Σαραντάκου

Πριν από τριάμισι χρόνια είχα ανεβάσει, εκτός εποχής, φλεβαριάτικα, ένα άρθρο με αποσπάσματα απ’ όσα έχει γράψει στα “Φιλολογικά απομνημονεύματά” του ο Κώστας Βάρναλης για την αγαπημένη του Αίγινα, όπου πέρασε ευτυχισμένα και δημιουργικά χρόνια. Τώρα, που ο καιρός είναι πιο ταιριαστός, και που βρίσκομαι (αν και όχι για πολύ ακόμα) στην Αίγινα, ανεβάζω κάποια άλλα αποσπάσματα, με αναφορά και στους άλλους λογοτέχνες που έζησαν και δημιούργησαν στην Αίγινα στον μεσοπόλεμο, όταν η φτήνια της διαβίωσης τράβηξε εκεί τους νέους διανοούμενους -κάτι που έγινε και στο Παρίσι περίπου την ίδια εποχή ή που γίνεται στο Βερολίνο σήμερα. Στα κοσμικά και πανάκριβα μέρη, οι διανοούμενοι δεν πηγαίνουν για να δημιουργήσουν αλλά για να κολακέψουν πλούσιους. Να επισημάνουμε ότι το κείμενο αναφέρεται μεν στα 1921-24, αλλά γράφεται αρκετά αργότερα, το 1934-35 (δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημ. Ανεξάρτητος, και εκδόθηκε σε βιβλίο το 1980, απ’ όπου και είναι παρμένα τα αποσπάσματα).
Μάρτης-Μάης, τρεις μήνες μαθήματα κι εξετάσεις. Και με τον Ιούνιο μπήκαμε στις θερινές διακοπές. Άρχισα να ζητώ ένα μικρό νησί, ένα ψαρομέρι με την ήσυχη θάλασσά του ν’ απομονωθώ εκεί άγνωστος ανάμεσα σε άγνωστους κι απλοϊκούς ανθρώπους, να συγκεντρωθώ και να … συγγράψω. Ένιωθα μέσα μου να σαλεύει, ν’ αναδεύεται και να ζητάει να λάβει μορφή και σχήμα και να έβγει να σταθεί αντίκρυ στον ήλιο ένα καινούριο έργο, που ακόμα δεν ήξερα τ’ όνομά του: «Το φως, που καίει».

Μου είχε περάσει η παλιά μυστικόπαθη πίστη μου στην ηγεμονία του πνεύματος απάνου στη ζωή. Μου φαινότανε κωμικό να μιλούμε για πολιτισμό, όταν η τύχη του βρίσκεται στα χέρια των μεγάλων ληστών της γης και μπορούνε να τον καταστρέψουνε, όποτε τους καπνίσει. Θεωρούσα, πως είναι έσχατη ανανδρία του πνεύματος να θέλει να στέκει πάνου από τους ποταμούς των αιμάτων διατηρώντας άγγιχτη από το βούρκο τους τη θεϊκιά του ουσία…
Πίστευα πως ο Λόγος, αν δε μπορεί να μεταμορφώσει τον κόσμο, όπως είναι θεμελιωμένος στην αδικία, και να καλύψει τα πάντα, ενόσω οι μάζες μένουν έξω από την άμεση περιοχή του, όμως μπορεί να ξυπνήσει τις συνειδήσεις στην αρχή λιγοστών και αργότερα περισσότερων σκλάβων, ν’ ανοίξει ένα φωτεινό ρήγμα στο ατράνταχτο μέτωπο της ψευτιάς και να ετοιμάσει το έδαφος για τη Μεγάλη Πράξη, για την Ημέρα της Κρίσεως.
 ***
Ένα απόγεμα πήρα το βαποράκι στον Περαία, την περίφημη «Χρυσώ», και πήγα πρώτα στην Αίγινα. Είχα σκοπό, αρχίζοντας από την Αίγινα, να ψάξω γύρω γύρω το Σαρωνικό όσο να εύρω το κατάλληλο μέρος για να κουρνιάσω οριστικά. Ήθελα να είμαι πάντα κοντά στην Αθήνα. Γιατί δεν είχα και πολλήν εμπιστοσύνη στον εαυτό μου. Ήξερα πως εύκολα με πιάνει ο κόρος και η πλήξη. Έπρεπε λοιπόν να μπορώ να παίρνω εύκολα το βαπόρι και να έρχομαι στην πόλη των Θεών, για να μετανιώνω και να φεύγω από την κάμινο του πυρός και της καβαλίνας πίσου στη δροσιά και την ησυχία του πελάου.
Στην Αίγινα που πρωτοπήγα, εκεί και έριξα άγκυρα για πάντα. Ο βραδινός περίπατος, που έκανα γιαλό γιαλό από την «κολόνα» ίσαμε τον Αϊ-Βασίλη, μου άρεσε πολύ. Νοίκιασα το απάνου πάτωμα (δυο καμαρούλες) σ’ ένα ήσυχο σπιτάκι και ξαναγύρισα στην Αθήνα για να φέρω τα πράματά μου.

Σ’ ένα τραπεζάκι τοποθέτησα μερικά αγαπημένα βιβλία. Κάρφωσα στους τοίχους γύρω γύρω ένα σωρό φωτογραφίες από έργα του Γκρέκο, του Πιντουρίτσιο, του Μποτιτσέλι, του Νταβίντσι, του Μιχαήλ Αγγέλου κ.λ.π., αγορασμένες από το Μουσείο του Λούβρου και την Πινακοθήκη του Βατικανού. Χαράματα σηκωνόμουνα, έσκυβα από το παράθυρο στην αυλή και κοίταγα πέρα τον ουρανό και κάτωθέ μου κληματαριές, αμυγδαλιές, φιστικιές, ένα πηγάδι, μια γίδα με το κουδούνι της, ένα κοπάδι όρνιθες… Κι ύστερα η νοικοκυρά μού έφερνε γάλα και καφέ κι εγώ καθόμουνα στο γράψιμο ευτυχισμένος κι αισιόδοξος ή έφερνα βόλτες μέσα στο δωμάτιο χειρονομώντας ζωηρά, καθώς απάγγελνα τους στίχους, που είχα γράψει, δοκιμάζοντας τον ήχο τους με τ’ αυτί.
***
zenobia
Η Ζηνοβία Μπήτρου, που τη μνημονεύει ο Βάρναλης στη “Μπαλάντα του Αντρέα”

Μπορεί τα κορίτσια της Αίγινας να έρχονται κάθε καλοκαίρι, πριν αρχίσει η σαιζόν, στην Αθήνα για να ράψουνε τις καλοκαιρινές τουαλέτες τους (πολύς κόσμος παραθερίζει στο νησί από την πρωτεύουσα και τον Περαία και πρέπει να είμαστε εντάξει!)· μπορεί να περιποιούνται και να μεγαλώνουνε τη φυσική τους ομορφιά με όλα τα τεχνητά μέσα της καλλυντικής επιστήμης, από τα λογής κραγιόνια ίσαμε την τσιμπίδα των φρυδιών· όμως η ψυχή τους είναι γεμάτη Θεό. Δεν έχω συναντήσει σε κανένα άλλο μέρος της Ελλάδας τόση θρησκευτική μυστικοπάθεια, όση στο γυναικόκοσμο της Αίγινας. Κι έτσι από απλή χρονογραφική περιέργεια σημειώνω πως στην Αίγινα υπάρχουνε δύο μοναστήρια (των γυναικών είναι από τα μεγαλύτερα της χώρας) και επί τουρκοκρατίας η Παλιοχώρα, η τοτεσινή πρωτεύουσα του νησιού, είχε τόσες εκκλησίες, όπως λέει η παράδοση, όσες ημέρες έχει ο χρόνος!
Είπα πως ο Αδάμ κι η Εύα με το φίδι του πειρασμού στη μέση (έργο του Ραφαήλου), ο Άγιος Ιερώνυμος (Σαν Τζιρόλαμο, έργο του Νταβίντσι) κ.λ.π. είχανε πείσει τα κορίτσια πως είμαι κι εγώ άνθρωπος του Θεού! Γι’ αυτό μου κάνανε την εξαιρετική τιμή να με καλέσουν ένα απόγεμα στον εσπερινό, που θα κάνανε σε μιαν απόμερη εκκλησούλα, στην «Παναγία τη Μυρτιδιώτισσα». Θα ήτανε καμιά τριανταριά κορίτσια, μοναχά κορίτσια κι ούτε μισός αρσενικός, εξόν από μένα, τον άνθρωπο του Θεού!
Όλα αυτά τα κορίτσια και μερικές άλλες γυναικούλες που ήρθανε από τη γειτονιά, ξέρανε τη λειτουργία του εσπερινού απέξω και ψάλλανε χωρίς βιβλίο όλα τα τροπάρια «εν χορώ». Λεπτές κρουσταλλένιες φωνές, δροσάτες σαν το κρύο νερό της βρύσης, αγγελικές και υπερκόσμιες (όλα τότες ήτανε κρουσταλλένια, δροσάτα, αγγελικά, υπερκόσμια!) στέλνανε όλο το πάθος της τρυφερής τους καρδιάς, όλα τ’ ανικανοποίητα συναισθήματα της ζωής, όλα τα θερμά τους νιάτα στον άγνωστο Κύριο, που μένει στους ουρανούς!
Μετά τον εσπερινό όλες μαζί οι κοπέλες, αφού με αποχαιρετήσανε (δε θέλανε να τις δει μαζί μου η κοινωνία και τις παρεξηγήσει) κατεβήκανε από τα ύψη της θρησκευτικής τους έκστασης στο πεζότατο «Κόρτε», τον καθημερινό περίπατο των βέβηλων ανθρώπων, για ν’ αναπνεύσουνε λιγάκι πελαγήσιον αέρα. Άνθρωποι είμαστε!
 ***
 Κόρτε» είναι παρατσούκλι. Από παρατσούκλια οι Αιγινήτες  άλλο τίποτα! Με τη θυμοσοφία των φυσικών ανθρώπων, με τη μεγάλη πείρα και γνώση των εγκοσμίων, που έχουνε οι θαλασσινοί και κυρίως με την «αφ’ υψηλού» εποπτεία και περιφρόνηση των πάντων, που έχουνε οι … μπεκρήδες, αρπάζουνε το πιο χτυπητό στοιχείο των προσώπων και των πραγμάτων και τους φοραίνουνε γάντι το μοιραίο παρατσούκλι, που εκφράζει ολοζώντανη και σπαρταριστήν τη βαθύτερην υπόστασή τους, ενώ τα συνηθισμένα προσηγορικά και βαφτιστικά ονόματα δε λένε τίποτα, είναι ουδέτερα, δε φιξάρουνε την ατομικότητα των όντων!
«Κόρτε» ονομάσανε πειραχτικά οι Αιγινήτες το μόλο του Αϊ-Νικόλα, όπου γίνεται ο ταχτικός περίπατος τα απογέματα και μάλιστα τα Σαββατοκύριακα. Μετά το ηλιοβασίλεμα ο συνωστισμός μεγαλώνει κι η φασαρία κι ερωτική περιπάθεια των νέων.
***
Ο μόλος του Αϊ-Νικόλα είναι το δεξιό μπράτσο του λιμανιού της Αίγινας. Αρκετά φαρδύ, για ν’ ανεβοκατεβαίνουν οι άνθρωποι και μ’ ένα παραπέτο ίσαμε ένα μέτρο προς το μέρος της θάλασσας. Εκεί, που σπάζει ο αγκώνας του μπράτσου σχηματίζεται μια μικρή πλατεία. Στη μια της άκρη είναι το παρεκκλήσι του Αϊ-Νικόλα, που μοιάζει με … καμίνι του ασβέστη και που κάθε άνοιξη το ασπρίζουνε (αυτός είναι όλος του ο στολισμός)· κι αντίκρα στο παρεκκλήσι είναι το καφενείο με το υπόστεγό του, τις καρέκλες του, τα σιδερένια του τραπέζια και το φωνόγραφό του ή το πιάνο του. Γιατί κάθε Σαββατοκύριακο (τα καλοκαίρια, φυσικά), ανάβει ο χορός. Τα ευτυχισμένα ζευγάρια, στόμα με στόμα, δεν έχουνε καιρό να προσέχουνε τα ακάλτσωτα ποδάρια τους. Αυτά τα προσέχουνε και τα τρώνε με τα μάτια τους οι χαζοί της γαλαρίας!…
Κείνη τη χρονιά, που πρωτοπήγα στην Αίγινα (1921) δεν υπήρχε ακόμα χορός, ούτε ηλεχτρικό φως, ούτε μπαιν-μιξτ. Το καφενείο είχε μια και μοναχή λάμπα ασετιλίνης, που βρώμιζε τη μυρωδιά της άρμης και των φυκιών και που, άμα φυσούσε μπουνέντης, έσβηνε κάθε τόσο. Και τότες τα μάτια συνηθίζοντας στο σκοτάδι βλέπανε καλύτερα ολόγυρά τους. Γιατί στο σκοτάδι κοιτάει άφοβα ο άλλος. Δε φυλάγεται να μην τον ιδούνε, που βλέπει αχόρταγα, γιατί δε φαίνεται!
Α! Τότες ήτανε μεγάλη ανάγκη να βλέπει κανείς καλά. Η νεότης ζούσε με τα μάτια μονάχα. Και τα μάτια ήτανε τόσο γυμνασμένα στην αναζήτηση των περαστικών, σαν την αστραπή, οραμάτων, που από γενιά σε γενιά αυτά τα μάτια γινότανε μεγαλύτερα και λάμπανε περισσότερο. Κι οι «φιλέλληνες» ξένοι, που κοιτάγανε αυτά τα περίεργα μάτια, βγάζανε το επιπόλαιο συμπέρασμα πως είμαστε λαός ευφυής. Ενώ είμαστε λαός λιμασμένος για όλα, γιατί τα στερούμεθα όλα!
Τότες οι μπανιέρες των γυναικών ήταν ένα μίλι μακριά από τις μπανιέρες των αντρών. Πώς η φαντασία με τ’ αχαλίνωτα σκιρτήματά της να μη συμπληρώνει τα κενά της φτωχής, της μίζερης, της εχθρικής πραγματικότητας!
***
Η Αίγινα, η πατρίδα του καλύτερου δικαστή άλλοτες, του Αιακού, και των καλύτερων ελληνικών σκόρδων, σήμερα, έγινε με τον καιρό το αγαπημένο νησί των ποιητών, των λογίων και των καλλιτεχνών. Γιατί έχει πολλές φυσικές ομορφιές: βουνά, πλαγιές, ακρογιάλια· γιατί η ζωή εκεί είναι πολύ φθηνότερη απ’ όσο είναι στις Σπέτσες και στον Πόρο· και γιατί δεν απέχει πολύ από τον Πειραιά – μιάμιση ως δυο ώρες ταξίδι. Στην εποχή του Περικλή στεκότανε μέσα στα μάτια του Περαία σαν τσίμπλα· σήμερα λαμποκοπά σαν ερωτικός πειρασμός.
Τραβώντας ο ένας τον άλλονε ήρθανε στην Αίγινα και περάσανε ένα ή περισσότερα καλοκαίρια ο Πικρός, ο Γιώργος ο Πολίτης, η Λιλή Ιακωβίδη, ο γερο-Φωτιάδης. Μερικοί χτίσανε ή αγοράσανε δικές τους βίλες και δεν εννοούνε να το κουνήσουνε από δω: ο Πωπ, το ζεύγος Περσάκη, ο Καζαντζάκης. Και μια χρονιά ανεβήκαν και κουρνιάσανε σαν κιρκινέζια απάνου στο βουνό της Παλιοχώρας μέσα στα χαλάσματα μιας ερημοκκλησιάς ο ζωγράφος ο Βασιλείου με τη μποέμικη φτωχοπαρέα του: το Μαρτζουβάνωφ και τον Παπαλουκά. Έρημοι εκεί απάνου ζωγραφίζανε από το πρωί ως το βράδυ τις ατέλειωτες ποικιλίες του τοπίου. Κι είχανε μέσα σε μια καλαθένια βαλίτσα λίγα ξεροκόμματα ψωμιού, δυο τρεις τσίρους, μερικά σκόρδα κι ένα κομμάτι ασβεστοποιημένο τυρί· και κρεμασμένην από ένα καρφί του τοίχου μιαν κιθάρα. Κι από κει ψηλά κατεβαίνανε κι ανεβαίνανε μιάμιση ώρα ανηφοροκατήφορο για να κουβαλήσουνε νερό μέσα στη στάμνα τους από κάποιο πηγάδι πέρα στ’ αμπέλια. Καμιά φορά ερχόντανε και τους βρίσκανε άλλοι μποέμηδες συνάδερφοι: ο Ρέντζος, ο Πολυκαντριώτης, ο Κόκκινος, μαζί με μερικές συμμαθήτριες της Σχολής Καλών Τεχνών και τότες παίρνανε την κιθάρα, την αισθηματική τους καρδιά και τις καλές φωνές τους και κατεβαίνανε στην πόλη. Περασμένα μεσάνυχτα παρελαύνανε σε μια μακρινή γραμμή μπροστά σ’ όλην την προκυμαία ίσαμε το «Κόρτε» τραγουδώντας παθητικά με τ’ ακομπανιαμέντο της κιθάρας, ενώ ο κόσμος, που τους έβλεπε, έλεγε: «Να! οι… αβράκωτοι!» -γιατί φορούσανε κοντά πανταλόνια από χακί πάνου από το γόνατο, σα Σκωτσέζοι.
***
Ο Πικρός ήρθε ένα χρόνο μετά από μένα. Με τα μανίκια του πουκαμισιού του ανασκουμπωμένα, με κάτι άσπρα πάνινα παπούτσια δίχως τακούνι και δίχως… σόλες, ροβολούσε πηδηχτός στα νύχια κάθε πρωί στο «Κόρτε», έπιανε ένα τραπεζάκι κι έγραφε τον «Πιτσιρίκο» του. Εγώ σ’ ένα διπλανό τραπέζι έγραφα το «Λαό των Μουνούχων». Και δώσ’ του κάπνιζε ο Πικρός κι άμα έβλεπε να περνά καμιά όμορφη γυναίκα σούφρωνε τα φρύδια του, τρέμανε τα γυαλιά του στη μύτη και του πέφτανε, όσο να έρθει η ώρα να σηκωθούμε να πάμε για μπάνιο: η μεγάλη ώρα της βουτιάς από τα βράχια στα κρυσταλλένια νερά και του τσιτσιδαριού στον ήλιο και στον αέρα! Κι ύστερα ίσα στο φούρνο να πάρουμε το γκιουβέτσι καυτό ακόμα και να τραβήξουμε στην ταβέρνα, όπου δε λείπαν ποτές οι σελέμηδες να μας κάνουνε συντροφιά.
***
Ο Καστανάκης ήρθε στα 1923. Νοίκιασε ένα δωμάτιο απάνου από του Βουτέρη το καφενείο αντίκρα στο λιμάνι. Από κει καμάρωνε τα καΐκια, τα νησιά, τα μωραΐτικα  βουνά και τη θάλασσα. Κάτου από τα παράθυρά του ξεμπαρκαρίστηκε στα 1828 ο Καποδίστριας στην πρώτη του έδρα του λεύτερου ελληνικού κράτους. Πρωί βράδυ έγραφε (μπράβο στην όρεξη) το έργο του «Φυλή των ανθρώπων». Κι όπως έγραφε με πολλήν όρεξη, έτρωγε κι έπινε με πολύ περισσότερη! Και μαγείρευε και μερακλίδικα (πιτσούνια πιλάφι με μικρά τσιγαριστά κρεμμυδάκια μέσα ίσαμε φουντούκια!)
***
Όσο περνούσανε τα χρόνια, τόσο ο ευρωπαϊκός πολιτισμός απλωνότανε στα ήθη του μικρού νησιού. Και πέφτανε ο ένας μετά τον άλλονε οι παλιοί φραγμοί, που η φεουδαρχική παράδοση του πολιτισμού μας είχε υψώσει ανάμεσα στα φύλα. Μετά τον παγκόσμιο πόλεμο, που όλα τα ωραία «δυτικά ψέματα» χάσανε τη μάσκα τους, οι λαοί βγαίνοντας μέσα από την κόλαση της ανθρωποσφαγής, θέλανε να ζήσουν χωρίς πολλά προσχήματα. Έτσι ένα πρωί, χωρίς να το καταλάβουμε, γδυθήκαμε στην αμμουδιά πλάι στα φουστάνια ενός κοριτσιού, βουτήσαμε στο ίδιο νερό μαζί του κι ύστερα ξαπλωθήκαμε κοντά κοντά στον ήλιο για να λιαστούμε. Τα μπαιν-μιξτ ήτανε πια θεσμός. Και το βράδυ χορέψαμε στο «Κόρτε». Κι ο κόσμος δε χάλασε!

 Πηγή: sarantakos.wordpress.com, tvxs

 

 

 

 

 

 

 

 



Κυριακή 10 Αυγούστου 2014

Γυναίκες ζωγράφοι της ιταλικής αναγέννησης

Στην Αναγέννηση υπήρχαν περισσότερες γυναίκες ζωγράφοι απ’ όσο  συνήθως θεωρούμε σήμερα. Οι ιστορίες αυτών των καλλιτεχνιδών αρχίζουν σταδιακά να αποκαλύπτονται και τα έργα τους να γίνονται ευρύτερα γνωστά.

Κατά την ιταλική Αναγέννηση, οι καλές τέχνες ήταν μία κοινωνική αναγκαιότητα, εν μέρει επειδή το μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού ήταν αναλφάβητο και έτσι η πνευματική του καθοδήγηση στηρίχθηκε σε οπτικά ερεθίσματα.

 Η πνευματικότητα έπαιζε σημαντικότατο ρόλο στην αναγεννησιακή κοινωνία ενδεχομένως εξαιτίας της πανταχού παρούσας απειλής του θανάτου, είτε από ασθένειες είτε λόγω πολιτικών ασταθειών. Δεν μπορούσε κανείς να προβλέψει πότε θα ξεσπάσει ένας πόλεμος ή πότε θα εξαφανιστεί ο μισός πληθυσμός από την Πανούκλα.Για τις γυναίκες ο κίνδυνος θανάτου ήταν ακόμη μεγαλύτερος. Καθώς θεωρούνταν ότι ήταν γεννημένες για να παντρευτούν, οι γάμοι τους χρησιμοποιούνταν για να ενισχυθούν οι δεσμοί ανάμεσα σε οικογένειες. Με το που παντρευόταν μία γυναίκα, αναμενόταν να φέρει στον κόσμο όσο περισσότερα παιδιά μπορούσε. Δυστυχώς, μη έχοντας ακόμη εφευρεθεί η σύγχρονη ιατρική, οι επιπλοκές στη γέννα οδηγούσαν πολύ συχνά σε πρόωρο θάνατο των γυναικών.
Λαμβάνοντας υπόψη τους κοινωνικούς και πολιτισμικούς περιορισμούς της εποχής, προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι στην Αναγέννηση ορισμένες γυναίκες είχαν τη δυνατότητα να ασχοληθούν με ο,τιδήποτε άλλο από το να είναι μητέρες και σύζυγοι. Το κοινωνικό συμβόλαιο της περιόδου δεν επέτρεπε στις γυναίκες να έχουν οποιαδήποτε άλλη απασχόληση έξω από το σπίτι τους, εκτός και αν επρόκειτο για μοναστήρι. Τα μοναστήρια ήταν συχνά η εναλλακτική λύση στο γάμο. Εκεί οι γυναίκες είχαν τη δυνατότητα να μάθουν να διαβάζουν και να ζωγραφίζουν και γενικότερα να συμμετάσχουν σε δραστηριότητες στις οποίες δεν θα είχαν καμία πρόσβαση σε αντίθετη περίπτωση.
Μία από τις πρώτες γυναίκες καλλιτέχνιδες της Αναγέννησης που «μπήκαν» στην ιστορία ήταν μία μοναχή, γνωστή ως Αγία Αικατερίνη της Μπολόνιας. Μετά τον θάνατό της, το σώμα της εξετάφη και το σκήνωμά της διατηρείται μέχρι σήμερα σε ένα παρεκκλήσι στη Μπολόνια, όπου η Αγία  βρίσκεται καθισμένη περιτριγυρισμένη από τις δημιουργίες της.

Plautilla Nelli, Madonna con bambino e quattro angeli.
Μία ακόμη μοναστική ζωγράφος της Αναγέννησης, η οποία ανακτά σταδιακά την αναγνωσιμότητα, είναι η Plautilla Nelli (1523-1588). Ο ζωγράφος και ιστορικός Giorgio Vasari (1511-1574) έγραψε εκτενώς για τους αναγεννησιακούς καλλιτέχνες, όμως αναφέρθηκε μόλις σε τέσσερις γυναίκες, η Nelli ήταν μία από αυτές. Εκπαιδεύτηκε σύμφωνα με το ύφος του Fra Bartolomeo (1472-1517), με τα έργα του οποίου ήρθε σε επαφή μέσω του μαθητή του, Fra Paolino. Το έργο της  «Θρήνος» το εμπνεύστηκε από παρόμοιες συνθέσεις του Fra Bartolomeo.
Οι μοναχές που έμαθαν να ζωγραφίζουν στην Αναγέννηση είχε τυπικά ανορθόδοξη εκπαίδευση και το μοναδικό στυλ τους συχνά είχε ως αποτέλεσμα να θεωρείται το έργο τους «λαϊκό», απλοϊκό, ή περιθωριακό καλλιτεχνικά. Ένα τέτοιο παράδειγμα μπορεί κανείς να δει στο μοναστήρι της Santa Anna Novella στη Φλωρεντία, στο οποίο στεγάζεται το μεγάλο έργο της Nelli με θέμα τον Μυστικό Δείπνο. Παραδοσιακά, ένα τέτοιο έργο προοριζόταν για τον χώρο της τραπεζαρίας του μοναστηρίου (έτσι έγινε για παράδειγμα και με τον διάσημο «Μυστικό Δείπνο» του Λεονάρντο ντα Βίντσι). Παρά τις τεχνικές της ικανότητες, τα θηλυπρεπή φυσικά χαρακτηριστικά των αποστόλων αποκαλύπτουν την έλλειψη εξοικείωσης της μοναχής ζωγράφου με το ανδρικό σώμα. Πράγματι, μόνο από τον 19ο αιώνα κι έπειτα επιτράπηκε σε γυναίκες ζωγράφους να μελετήσουν σχέδια από ζωντανά θέματα.
Εκτός από το να μπουν σε κάποιο μοναστήρι, οι γυναίκες μπορούσαν επίσης να διδαχθούν την τέχνη της ζωγραφικής από τους πατεράδες τους. Άνδρες καλλιτέχνες συχνά δίδασκαν τις κόρες τους οι οποίες δούλευαν στα εργαστήρια τους. Αρκετές αξιόλογες γυναίκες ζωγράφοι ξεκίνησαν έτσι την καριέρα τους, όπως η Lavinia Fontana, η Barbara Longhi, η Marietta Robusti (κόρη του Τιντορέττο) και η Fede Galizia.

Fede Galizia, Judith mit dem Haupt des Holofernes, 1596.
Από τις πιο εξαιρετικές ζωγράφους της εποχής ήταν η Sofonisba Anguissola (1532-1625). Σε αντίθεση με πολλές άλλες, η Anguissola δεν ήταν μοναχή ούτε κόρη ζωγράφου. Μάλιστα, ο πατέρας της την ενθάρρυνε, όπως και τα υπόλοιπα παιδιά του, να αναπτύξουν τα ταλέντα τους στις τέχνες (πολλές από τις αδελφές της έγιναν επίσης ζωγράφοι).

Sofonisba Anguissola, «Η Lucia, η Minerva και η Europa Anguissola ενώ παίζουν σκάκι», 1555.
Η Anguissola πειραματίστηκε με νέους τρόπους και νέες μεθόδους προσωπογραφίας, στις οποίες τα αντικείμενα  ή πρόσωπα τοποθετούνταν με ασύμβατο τρόπο ή κάνοντας κάποια δραστηριότητα. Το διάσημο έργο της τέτοιου τύπου είναι οι προσωπογραφίες των αδελφών της, με τίτλο «Η Lucia, η Minerva και η Europa Anguissola ενώ παίζουν σκάκι», το οποίο φιλοξενείται στο Εθνικό Μουσία στο Poznam της Πολωνίας.

Sofonisba Anguissola, Self Portrait.
Το ταλέντο της αναγνωρίστηκε από πολλές γνωστές προσωπικότητες της εποχή της, συμπεριλαμβανομένου του Μιχαήλ Αγγέλου και του Τζόρτζιο Βαζάρι, οι οποίοι τις έπλεξαν τον εγκώμιο. Έγινε η ζωγράφος της αυλής της βασίλισσας της Ισπανίας, την οποία επιπλέον δίδαξε ζωγραφική. Αντίθετα με τις σύγχρονές της γυναίκες, στην Anguissola δόθηκε η ευκαιρία να έχει μία καριέρα ενώ δεν παντρεύτηκε έως περίπου τα 40 της χρόνια.
Τα τελευταία χρόνια , σημαντικοί οικονομικοί πόροι έχουν δοθεί στην έρευνα σχετικά με το έργο και τη ζωή αυτών των ταλαντούχων γυναικών, ώστε να μπορέσουν να ακουστούν οι ιστορίες τους. Τα έργα γυναικών αναγεννησιακών ζωγράφων ανακαλύπτονται σε μουσειακά αρχεία, σε δημοπρασίες καθώς και σε εργαστήρια συντήρησης έργων τέχνης.
 Πηγή: Artnet.com, tvxs

Σάββατο 9 Αυγούστου 2014

Ο Φάρος της Αλεξάνδρειας

Ο Φάρος της Αλεξάνδρειας θεωρείται ένα από τα Επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Κατασκευάστηκε τον 3ο αιώνα π.Χ. και παρέμεινε σε λειτουργία ώς την πλήρη καταστροφή του από δύο σεισμούς τον 14ο αιώνα μ.Χ. Ήταν ένας πύργος συνολικού ύψους 140 μέτρων και ήταν για εκείνη την εποχή το πιο ψηλό ανθρώπινο οικοδόμημα του κόσμου μετά τις πυραμίδες του Χέοπα και του Χεφρήνου ή Χεφρένης. Κατασκευάστηκε από κομμάτια άσπρης πέτρας και ήταν δομημένος σε τέσσερα επίπεδα. Το χαμηλότερο ήταν η τετράγωνη βάση, το δεύτερο ήταν ένα τετράγωνο κτίσμα, το τρίτο οκτάγωνο κτίσμα και το τέταρτο το ψηλότερο ένα κυκλικό κτίσμα επί της κορυφής του οποίου το άγαλμα του Ποσειδώνα ή Απόλλωνα. Στο τέταρτο επίπεδο υπήρχε ένας καθρέπτης που αντανακλούσε το φως του ήλιου κατά τη διάρκεια της μέρας ενώ το βράδυ έκαιγε μία φλόγα για να προειδοποιεί τα διερχόμενα πλοία για την ύπαρξη εμποδίων. Η λέξη φάρος υιοθετήθηκε από πολλές χώρες και χρησιμοποιήθηκε ευρέως στο λατινογενές λεξιλόγιο και σε γλώσσες όπως τα Γαλλικά (phare), τα Ιταλικά (faro), Πορτογαλικά (farol) και Ισπανικά (faro).

Γενικά

Ο φάρος κατασκευάστηκε επί της νησίδας Φάρος. Το νησί έδωσε το όνομα στο οικοδόμημα κι όχι το αντίθετο, όπως πιστεύεται. Οι σύγχρονοι φάροι "δανείζονται" επίσης το όνομα της νησίδας. Είναι παγκοσμίως γνωστός με την ονομασία "Φάρος" της Αλεξάνδρειας επειδή ήταν λίγο έξω από το λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Συνδεόταν τεχνητά με ένα είδος γέφυρας, το λεγόμενο Επταστάδιο (είχε, όπως μαρτυρά το όνομά του, μήκος επτά στάδια) και σχημάτιζε το ένα μέρος του λιμανιού της Αλεξάνδρειας.
Επειδή η διαμόρφωση του λιμανιού και της ευρύτερης περιοχής ήταν επίπεδη και δίχως κάποιο σημάδι που να προειδοποιεί τα διερχόμενα πλοία, χρησίμευε για να δίνει κάποιο είδος σινιάλου για την προσέγγιση στο λιμάνι. Ο φάρος χτίστηκε από τον Σώστρατο τον Κνίδιο μηχανικό, αρχιτέκτονα, γιο του επίσης αρχιτέκτονα Δεξιφάνους που είχε κατασκευάσει το στάδιο "Τέτρα" της Αλεξάνδρειας, το 282 π.Χ., ενώ αρχικά η μελέτη του έργου είχε ξεκινήσει επί βασιλείας του πρώτου Βασιλιά της Ελληνιστικής περιόδου, τον Πτολεμαίο τον Α' της Αιγύπτου, στρατηγό του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Ολοκλήρωση

Μετά τον απρόοπτο θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου ο Πτολεμαίος ανακήρυξε τον εαυτό του βασιλιά της τεράστιας αυτοκρατορίας που δημιούργησε ο Μέγας Αλέξανδρος το 305 π.Χ. Κατά την περίοδο της βασιλείας του ξεκίνησε και η κατασκευή αυτού του μεγαλουργήματος αλλά δεν πρόλαβε να το δει ολοκληρωμένο αφού πέθανε το. 283 π.Χ. Ο γιος του, Πτολεμαίος Β' Φιλάδελφος, είδε το έργο να ολοκληρώνεται δώδεκα χρόνια από την έναρξη της δόμησής του το 270 π.Χ. .

Ύπαρξη

Ο φάρος σε Αλεξανδρινό νόμισμα του 2ου αι.
Μετά τις πυραμίδες της Αιγύπτου, ο φάρος της Αλεξάνδρειας είναι το μεγαλύτερο σε χρονική διάρκεια μνημείο της περιοχής που κατάφερε να διασωθεί εώς την σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή του από τρεις σεισμούς που έλαβαν χώρα το 796, το 1303 και το 1323 μ.Χ. Το 1323 ήταν η χρονιά που ο Άραβας επισκέπτης Ιμπν Μπατούτα δεν μπορούσε να εισέλθει στον φάρο από τα πολλά ερείπια που είχαν συγκεντρωθεί. Το 1480 μ.Χ. ο Σουλτάνος της Αιγύπτου, Καΐτ-μπεης, χρησιμοποίησε τα εναπομείναντα ερείπια μεταφέροντάς τα για το χτίσιμο κάστρου στον ίδιο χώρο, πάνω στη θεμελίωση του Φάρου. Αλλά και αυτό το φρούριο αν και είχε ανακαινισθεί στις αρχές του 19ου αι. κατεδαφίστηκε από τους Άγγλους το 1882.
Πηγή: Βικιπαίδεια


 

Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

"ήταν ένα μικρό καράβι..." ένα παιδικό τραγουδάκι με ιστορία....

Μέδουσα: «Ήταν ένα μικρό καράβι...»

Η ιστορία έχει το χάρισμα να εμπλέκει και να κρατά αναμεμειγμένα πολλά πράγματα διαφόρων ειδών. Όπως για παράδειγμα έναν πίνακα του γαλλικού ρομαντισμού, ένα παιδικό τραγούδι και μια τραγική ιστορία καννιβαλισμού. Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι ας παρουσιάσουμε μια εικόνα: Ένα παιδί που σιγοτραγουδά το τραγούδι «ήταν ένα μικρό καράβι...» περνά μπροστά από τον πίνακα «η Σχεδία της Μέδουσας» που εκτίθεται στο Λούβρο, στην αίθουσα 61 της πτέρυγας Sully.

Η ειρωνεία της παραπάνω εικόνας είναι τεράστια καθώς ένα απλό γαλλικό τραγουδάκι, που όλα τα παιδιά ξέρουν και τραγουδούν στην ουσία είναι η μελοποιημένη εξιστόρηση μιας μακάβριας ιστορίας ενός ναυαγίου και του κανιβαλισμού των επιζώντων του.

Το 1816, στις 17 Ιουνίου, σαλπάρουν από το Ροσφόρ στο Σαράντ Μαριτίμ της Γαλλίας τέσσερα πλοία με προορισμό το λιμάνι Πόρ Λουί της Σενεγάλης. Τα πλοία αυτά ήταν το μιρκό Argus, το ανεφοδιαστικό Loire, η κορβέτα Echo και η φρεγάτα Medusa. Στη Μέδουσα επέβαιναν και οι επιβάτες του ταξιδιού ανάμεσα στους οποίους ήταν ο νέος κυβερνήτης της Σενεγάλης, που ως τότε ήταν βρετανική αποικία, Ζυλιέν-Ντεζιρέ Σμαλτζ με την σύζυγό του.

Κυβερνήτης του πλοίου, το οποίο μετέφερε 400 επιβάτες και 160 άτομα πλήρωμα, ανέλαβε ο Υγκ Ντυρουά ντε Σωμερύ, που είχε να
ταξιδέψει στην ανοιχτή θάλασσα περισσότερα από 20 χρόνια, χωρίς ποτέ να είναι κυβερνήτης πλοίου, και μοναδικό προσόν του ήταν η γνωριμία με τον αδερφό του βασιλιά.

Ο κυβερνήτης του Loire φέρεται να είχε δηλώσει μεταγενέστερα ότι «ο Ντυρουά ντε Σωμερύ ήταν ένας ευγενής αυλικός, αλλά όχι σοβαρά σκεπτόμενος, ενώ θεωρούσε ότι, λόγω της θέσης του, εγώ θα έπρεπε να είμαι υπάκουος υπηρέτης του».

Κατά τον απόπλου, λοιπόν, ο Σωμερύ προσπάθησε να δείξει τις ικανότητές του και να φύγει γρήγορα. Το αποτέλεσμα ήταν να βρεθεί στις 2 Ιουλίου του ίδιου έτους κατά 100 ναυτικά μίλια εκτός πορείας, προσαραγμένος στις ακτές της σημερινής Μαυριτανίας. Όσες προσπάθειες να απελευθερώσουν το πλοίο και αν έγιναν καμία δεν ήταν επιτυχής. Ο κυβερνήτης έδωσε έτσι την εντολή να εγκαταλείψουν το καράβι με τις σωσίβιες λέμβους, οι οποίες δεν έφταναν για όλους. Κατά συνέπεια κατασκευάστηκε η «σχεδία της Μέδουσας».

Δεκατρείς ημέρες έμεινε η σχεδία στην θάλασσα, αφού αποκόπηκε από τις σωσίβιες λέμβους. Οι μαρτυρίες των επιζόντων θέλουν είτε τον Σωμερύ να κόβει τα σκοινιά που κρατούν την σχεδία με τις λέμβους είτε αυτά να σπάνε. Επί δεκατρείς ημέρες οι καταιγίδες και τα κύμματα έπαιρναν τους επιβάτες της σχεδίας και τους εξαφάνιζαν. Την τρίτη ημέρα, μάλιστα, σημειώθηκε και μια μικρή ανταρσία επάνω στην σχεδία, με τους κατώτερους αξιωματικούς να σκοτώνουν ορισμένους επιβάτες. Όμως στην σχεδία δεν υπήρχαν τρόφιμα ή άλλες προμήθειες. Μέχρι να διασωθούν οι επιβαίνοντες έτρωγαν τις σάρκες των νεκρών για να επιβιώσουν. Όταν την δέκατη τρίτη ημέρα το πλοίο Argus εντόπισε την σχεδία βρήκε μόνο 15 από τους 147 επιβαίνοντες...
  Όταν τα όσα συνέβησαν αυτές τις 13 ημέρες έγιναν γνωστά από τις μαρτυρίες των επιζώντων τέτοια ήταν η αποστροφή της γαλλικής κοινωνίας που παρουσίασε τον κανιβαλισμό, την απόγνωση και την ταλαιπωρία των επιβατών της σχεδίας της Μέδουσας σε πίνακες, όπως ο φημισμένος του Τεοντόρ Ζερικό (φωτογραφία), σε βιβλία, όπως το «Οι περιπέτειες του Αρθουρ Γκόρντον Πιμ από το Ναντάκετ» του Ε. Α. Πόου, που λαμβάνει χώρα πάνω στο φαλαινοθηρικό πλοίο «Γράμπος» ή στο μυθιστόρημα «Η σφίγγα των πάγων» του Ιουλίου Βερν, το οποίο γράφτηκε ως συνέχεια του βιβλίου του Πόου.
 
Η τραγική ιστορία πέρασε ακόμη και σε παιδικά τραγούδια... «΄Ηταν ενά μικρό καράβι...και τότε ρίξανε τον κλήρο για να δούνε ποιος θα φαγωθεί...»

Πηγή:tvxs

Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

22 Ιουλίου 1943 Αθηναϊκή διαδήλωση κατά των Γερμανών


Σαν σήμερα, 22 Ιουλίου 1943, διακόσιες χιλιάδες λαού στην κατεχόμενη Αθήνα πραγματοποιούν μαχητική διαδήλωση εναντίον της απόφασης των Γερμανών να παραχωρήσουν στη Βουλγαρία ολόκληρη τη Βόρεια Ελλάδα ως τον Αξιό. Εκατό διαδηλωτές νεκροί στην άσφαλτο έκαναν τον Χίτλερ να αναστείλει την απόφαση «επ' αόριστον». Ο Ηλίας Βενέζης, στο διήγημά του 22 Ιουλίου 1943, δίνει το κλίμα της διαδήλωσης αυτής.


Μες στην Αθήνα στους μεγάλους δρόμους της, το πλήθος περπατά σιωπηλό και σκυφτό σα να σεργιανά στον ήλιο και στα αγάλματα. Τίποτα δεν προδίνει πως κάτι ετοιμάζεται, πως κάτι θα γίνει. Ωστόσο, η στυφή σιωπή είναι τόση μες στη χαρά του ήλιου που λάμπει, που το μαντεύεις: κάτι είναι σαν ηφαίστειο που άξαφνα θ' ανάψει.
Κι η σπίθα ανάβει.
Απ' το λαό που περπατά σαν αμέριμνος, σ' ένα δοσμένο σύνθημα ξεχύνεται άξαφνα ένα μεγάλο κύμα και τρέχει προς τον ανοιχτό χώρο που είναι μπρος στο Πανεπιστήμιο. Γεμίζει ο τόπος. Ενα κορίτσι, κρατώντας ένα στεφάνι από δάφνη, σκαλώνει στο άγαλμα του Φεραίου και το στεφανώνει. Ο λαός γονατίζει. Και όλα τα πικραμένα στόματα ψέλνουν τον Υμνο στην Ελευθερία.

Την ίδια στιγμή ακούγονται απ' την άκρη του δρόμου οι αλυσίδες του γερμανικού τανκ, που κίτρινο σαν το θάνατο, τρέχει προς το μέρος που άναψε η σπίθα. Πριν προφτάξει να ρίξει τη φωτιά του, η διαδήλωση πυκνή τώρα, ολοένα πιο πυκνή, ξεχύνεται σε άλλο δρόμο, στρίβει, ελίσσεται σαν ζωντανό πλάσμα που αμύνεται και παλεύει με σιγουριά και με πίστη.
Ολα τα στόματα τώρα φωνάζουν, όλα τα στόματα ουρλιάζουν.
«Οχι πια άλλο! Θέλουμε τη λευτεριά μας! Θέλουμε τη λευτεριά!».
Από πολύ μακριά, κληρονομημένο από χρόνους παλιούς το βαθύ αίσθημα, η αγάπη του λαού αυτού για τη λευτεριά και τη δικαιοσύνη, ξεσπούσε γυρεύοντας ν' ακουστεί, ενώ γύρω του λυσσασμένα άρχισαν να χύνουν μολύβι και αίμα τα άρματα πάνου σε ανθρώπους άοπλους και ανυπεράσπιστους, σε γυναίκες και παιδιά.
«Οχι πια άλλο! Οχι άλλο! Κάτω οι τύραννοι!»

Αφρισμένο τώρα κατέβαινε την πλατιά λεωφόρο το κύμα και βογκούσε. Σαν αλαφρός ψίθυρος στην αρχή, από λίγα στόματα πρώτα, ύστερα από όλα τα στόματα, άρχισε πάλι να χύνεται το παθητικό τραγούδι της λευτεριάς, ο Υμνος των Ελλήνων. Στην κορυφή του κύματος μια ασπρογάλανη σημαία ξεδιπλώθηκε τότε. Κυμάτισε στο λίγο αγέρα, κυμάτισαν και τα μαλλιά του κοριτσιού που τη σήκωνε στα χέρια του. Προχωρούσε με σταθερό βήμα, ξαναμμένη και περήφανη, και πλάι της βάδιζε ο φίλος της. Τραγουδούσαν τον Υμνο στην Ελευθερία και βάδιζαν. Λίγο πιο μπρος τους, μπρος τα μάτια τους που σπίθιζαν, έλαμπε το όραμα της Ελλάδας. Και λίγο πιο μπρος ακόμα, ήταν το όραμα το δικό τους, η ευτυχία που μίλησαν χτες με τα άστρα, ένα αγοράκι με μαύρα μαλλιά, που θα το μεγάλωναν και θα το μάθαιναν να γίνει σωστός άντρας που να μπορεί να πει στην κρίσιμη ώρα ένα «όχι». Οχι πια πόλεμοι και αίμα άδικο...
Τα περιστατικά ήρθαν έπειτα γρήγορα σαν αστραπή. Το γερμανικό άρμα φάνηκε στην άκρη του δρόμου απ' την αντίθετη μεριά που κατέβαινε η διαδήλωση και χύθηκε πάνου στο πλήθος. Το πολυβόλο άρχισε να κροτά. Αλλά το κύμα που κατέβαινε με ορμή δεν ήταν μπορετό να σταματηθεί. Συνέχισε την πορεία. Το πολυβόλο έριχνε τώρα πάνου στα κορμιά. Βρήκε πρώτα κατάστηθα το νεανικό σώμα που είχε ανεμισμένα μαλλιά στο κεφάλι και που κρατούσε στα χέρια του την ανεμισμένη σημαία. Την ίδια στιγμή το τανκ που έτρεχε με δαιμονισμένο θόρυβο και είχε φτάσει, έπεσε πάνου στο λαβωμένο σώμα που σπάραζε, πέρασε από πάνω του τις βαριές αλυσίδες του, μπήκε μέσ' στο πλήθος, το σκόρπισε για μια στιγμή και τράβηξε πέρα.
Ολα έγιναν σαν αστραπή. Το αλαλιασμένο πλήθος μόλις πέρασε ο μηχανοκίνητος θάνατος ξεχύθηκε πάλι απ' τις παρόδους όπου είχε καταφύγει, κι έτρεξε βογκώντας προς το σώμα του κοριτσιού, που έχοντας αγκαλιασμένη τη σημαία την έβρεχε με το αίμα που έτρεχε απ' τις σπαραγμένες σάρκες του.Πηγή:tvxs

Κυριακή 6 Ιουλίου 2014

Λευκάδιος Χέρν ο Λευκαδίτης συγγραφέας και δημοσιογράφος

Ο Λευκάδιος Χερν (Patricio Lafcadio Tessima Carlos Hearn) ή Κοϊζούμι Γιακούμο  ήταν συγγραφέας και δημοσιογράφος.

Βίος

Γεννήθηκε στη Λευκάδα στις 27 Ιουνίου του 1850 από Ελληνίδα μητέρα και πατέρα Ιρλανδό. Δεύτερος γιος του Καρόλου Χερν και της Ρόζας Κασιμάτη. Η μητέρα του ήταν ευγενούς καταγωγής κόρη του Αντωνίου Κασιμάτη από τα Κύθηρα ενώ ο πατέρας του στρατιωτικός χειρουργός στο Βρετανικό Σώμα των Επτανήσων από το Δουβλίνο. Το σπίτι όπου έζησε ο μικρός Λευκάδιος στα Κύθηρα υπάρχει ακόμα.

Παιδικά χρόνια

Ο πατέρας του πήρε μετάθεση για τις δυτικές Ινδίες και έτσι δυο χρόνια αργότερα ο μικρός Λευκάδιος ταξίδεψε με τη μητέρα του στο Δουβλίνο για να ζήσουν με την οικογένεια του πατέρα του. Η μητέρα του αντιμετώπιζε δυσκολίες προσαρμογής στην ξένη χώρα αλλά και στο σπίτι της οικογένειας του συζύγου της και έτσι μετακόμισε στην Σάρα Μπρέναν, συγγενικό πρόσωπο που έδειχνε συμπάθεια στον Λευκάδιο και τη μητέρα του. Μετά από ένα διάστημα συμβίωσης με τον πατέρα του, η μητέρα του αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα, καθώς ο Κάρολος Χερν εκμεταλλεύτηκε ένα νομικό κενό και έθεσε εκτός ισχύος τον γάμο του.
Έτσι, σε ηλικία πέντε ετών ο Λευκάδιος Χερν αποχωρίστηκε από τη μητέρα του χωρίς να την δει ποτέ ξανά. Στην ηλικία αυτή αυτή ένιωθε φόβο για τα φαντάσματα και τα στοιχειά. Η θεία του για να τον κάνει να ξεπεράσει τις φοβίες του αυτές τον κλείδωνε στο υπόγειο.

Εφηβικά χρόνια

Όταν έφτασε σε σχολική ηλικία άρχισε να διαβάζει. Όταν κάποια στιγμή ανακάλυψε ένα βιβλίο για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό ένιωσε ενθουσιασμένος. Όπως είπε αργότερα ο ίδιος: Εισήλθα στη δική μου αναγέννηση. Αργότερα, και αφού είχε περάσει από το γαλλικό κολλέγιο του Υβενό στάλθηκε στο κολλέγιο Σαίντ Κούθμπερτ (Ushaw Roman Catholic College). Κατά τη διάρκεια ενός παιχνιδιού έχασε το ένα μάτι του. Από τότε κλείστηκε στον εαυτό του.

Ενηλικίωση και Μετανάστευση

Σε ηλικία 19 ετών αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ Για ένα χρονικό διάστημα έζησε κάτω από συνθήκες μεγάλης φτώχειας. Όταν γνώρισε τον Χένρυ Γουώτκιν βρισκόταν σε άθλια κατάσταση. Με τη βοήθεια του βρήκε δουλειά σε μια εφημερίδα. Σιγά σιγά άρχισε να δουλεύει σε υψηλότερες θέσεις και έφτασε να εργάζεται ως δημοσιογράφος σε εφημερίδα του Σινσιννάτι (Cincinnati Daily Enquirer). Περιπλανήθηκε στη Νέα Ορλεάνη, στη Νέα Υόρκη, στις Γαλλικές Αντίλλες.

Ζωή στην Ιαπωνία

Το 1889 βρέθηκε σαν ανταποκριτής στην Ιαπωνία. Αργότερα και με τη βοήθεια του Μπάζιλ Τσάμπερλαιν και του Ίτζιτο Χαττόρι βρήκε θέση καθηγητή της αγγλικής γλώσσας στην πόλη Ματσούε στη βορειοδυτική Ιαπωνία. Στον δέκατο πέμπτο μήνα διαμονής του στην Ιαπωνία παντρεύτηκε τη Σετζούκο Κοϊζούμι. κόρη οικογένειας σαμουράι, των Κοϊζούμι που είχαν ξεπέσει με την καταστροφή που επέφερε σε αυτήν την κοινωνική τάξη η νέα πορεία της Ιαπωνίας. Υιοθετεί μάλιστα το όνομα της συζύγου του και από Λευκάδιος Χερν ονομάζεται Κοϊζούμι Γιάκουμο. Μαζί της έκανε τέσσερα παιδιά. Τον Δεκέμβριο του 1896, το Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκυο του προσέφερε την έδρα του καθηγητή της Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Στην Ιαπωνία ο Λευκάδιος Χερν έζησε τα 14 τελευταία χρόνια της ζωής του.

Θάνατος

Ο Λευκάδιος Χερν πέθανε στις 26 Σεπτεμβρίου του 1904 ύστερα από πνευμονικό οίδημα. Μία μικρή νεκρική πομπή μετέφερε τη σορό του στον παλιό ναό Κομπουπέρα. Μπρόστα υπήρχαν τα βουδιστικά λάβαρα, πίσω δυο μικρά παιδιά που κουβαλούσαν ζωντανά πουλιά σε μικρά κλουβιά που θα τα άφηναν ελέυθερα συμβολίζοντας τη φυγή της ψυχής από τα δεσμά της. Ακολουθούσαν τα άτομα που κουβαλούσαν το φέρετρό του, πιο πίσω οι ιερείς με τα κουδουνάκια τους και το φαγητό για το νεκρό, ενώ την πομπή έκλειναν η οικογένεια και οι φίλοι του νεκρού. Στην πλάκα που έστησαν οι φοιτητές του υπήρχε το εξής κείμενο: Στον Λευκάδιο Χερν, του οποίου η πένα υπήρξε πιο ισχυρή ακόμα και από τη ρομφαία του ένδοξου έθνους που αγάπησε, έθνους που πιο μεγάλη τιμή του υπήρξε ότι τον δέχτηκε στις αγκάλες του ως πολίτη και του πρόσφερε, αλίμονο, τον τάφο.

Συγγραφικό Έργο

Τα πιο γνωστά του έργα είναι:
  • Glimpses of Unfamiliar Japan (Ματιές στην άγνωστη Ιαπωνία)
  • A Japanese Miscellany (Ιαπωνικά ανάλεκτα)
  • Kokoro: Hints and Echoes of Japanese Inner Life (Κοκορό : Παρατηρήσεις και αντηχήσεις της ενδότερης ιαπωνικής ζωής)
  • Japan and the Japanese (Η Ιαπωνία και οι Ιάπωνες)
  • In Ghostly Japan (Στην Ιαπωνία των φαντασμάτων)
  • Japan: An Attempt at Interpretation (Ιαπωνία : Μια προσπάθεια ερμηνείας)
Αποσπάσματα των πιο πάνω έργων με τον συγκεντρωτικό τίτλο Η χώρα των χρυσανθέμων εκδόθηκε σε μετάφραση Γιώργου Καλαμαντή από τις εκδόσεις "Κέδρος" (1998)
  • Εντός του κύκλου των ψυχών
  • Ιαπωνικοί Θρύλοι
  • Ηλέκτρα
  • Καϊνταν
  • Κείμενα από την Ιαπωνία
  • Όλεθρος και άλλα διηγήματα
  • Το αγόρι που ζωγράφιζε γάτες και άλλες ιστορίες
 Πηγή:Βικιπαίδεια