Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Ο Ερωτόκριτος, το αριστούργημα του Κορνάρου.

«Του κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν,
και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι  ώρες στα βάθη πηαίνουν
και του Καιρού τα πράματα, που αναπαημό δεν έχουν,
μα στο Καλό κ’ εις το Κακό περιπατούν και τρέχουν
και των Αρμάτω΄ οι ταραχές, όχθρητες, και τα βάρη,
του Έρωτος οι μπόρεσες και τση Φιλιάς η χάρη
αυτάνα μ’ εκινήσασι τη σήμερον ημέραν,
ν’ αναθιβάλω και να πω τά κάμαν και τά φέραν
σ΄μια Κόρη κ΄έναν ΄γουρο, που μπερδευτήκα΄ ομάδι
σε μια Φιλίαν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι…» 

Ο Ερωτόκριτος, ένα έργο που παραμένει μέχρι σήμερα ζωντανό. Ένα έργο που ο θρύλος λέει ότι συνεχίζουν μέχρι σήμερα να υπάρχουν γέροντες στον Ψηλορείτη να το απαγγέλλουν ολόκληρο από μνήμης...! Δημιουργός του ένας απ' τους μεγαλύτερους ποιητές όλων των εποχών, ο Βιτσέντζος Κορνάρος. Αποτελείται από 10.012 (οι τελευταίοι δώδεκα αναφέρονται στον ποιητή) ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους στη Κρητική διάλεκτο.Κεντρικό θέμα του  ο έρωτας ανάμεσα σε δύο νέους, τον Ερωτόκριτο (που στο έργο αναφέρεται μόνο ως Ρωτόκριτος ή Ρώκριτος) και την Αρετούσα,  ένας έρωτας που αποδείχθηκε δυνατός μέσα στις αντιξοότητες και που γύρο απ' αυτόν περιστρέφονται και άλλα θέματα όπως η τιμή, η φιλία, η γενναιότητα και το κουράγιο.
Το έργο διαδραματίζεται στην αρχαία Αθήνα, ο κόσμος όμως που απεικονίζει είναι ένα σύνθετο κατασκεύασμα που δεν ανταποκρίνεται σε κάποια συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα: παράλληλα με τις αρχαιοελληνικές αναφορές, εμφανίζονται αναχρονισμοί και πολλά στοιχεία του δυτικού κόσμου, όπως η κονταρομαχία. 
ο Μάνος Κατράκης ερμηνεύει αποσπάσματα...
Υπόθεση του έργου: Ο βασιλιάς της Αθήνας Ηράκλης και η σύζυγός του αποκτούν μετά από πολλά χρόνια γάμου μια κόρη, την Αρετούσα. Τη βασιλοπούλα ερωτεύεται ο γιος του πιστού συμβούλου του βασιλιά, Ερωτόκριτος. Επειδή δεν μπορεί να φανερώσει τον έρωτά του, πηγαίνει κάτω από το παράθυρό της τα βράδια και της τραγουδά. Η κοπέλα σταδιακά ερωτεύεται τον άγνωστο τραγουδιστή. Ο Ηρακλής, όταν μαθαίνει για τον τραγουδιστή, του στήνει ενέδρα για να τον συλλάβει, ο Ερωτόκριτος όμως μαζί με τον αγαπημένο του φίλο σκοτώνει τους στρατιώτες του βασιλιά. Ο Ερωτόκριτος, καταλαβαίνοντας ότι ο έρωτάς του δεν μπορεί να έχει αίσια έκβαση, ταξιδεύει στη Χαλκίδα για να ξεχάσει. Στο διάστημα αυτό ο πατέρας του αρρωσταίνει και όταν η Αρετούσα τον επισκέπτεται, βρίσκει στο δωμάτιο του Ερωτόκριτου μια ζωγραφιά που την απεικονίζει και τους στίχους που της τραγουδούσε. Όταν εκείνος επιστρέφει, ανακαλύπτει την απουσία της ζωγραφιάς και των τραγουδιών και μαθαίνει ότι μόνο η Αρετούσα τους είχε επισκεφτεί. Επειδή καταλαβαίνει ότι αποκαλύφθηκε η ταυτότητά του και ότι μπορεί να κινδυνεύει, μένει στο σπίτι προσποιούμενος ασθένεια και η Αρετούσα του στέλνει για περαστικά ένα καλάθι με μήλα, ως ένδειξη ότι ανταποκρίνεται στα συναισθήματά του.
Ο Ερωτόκριτος ερμηνευμένος από 77 καλλιτέχνες...!
Ο βασιλιάς οργανώνει κονταροχτύπημα για να διασκεδάσει την κόρη του. Παίρνουν μέρος πολλά αρχοντόπουλα από όλο τον γνωστό κόσμο και ο Ερωτόκριτος είναι ο νικητής. Το ζευγάρι αρχίζει να συναντιέται κρυφά στο παράθυρο της Αρετούσας. Η κοπέλα παρακινεί τον Ερωτόκριτο να τη ζητήσει από τον πατέρα της. Όπως είναι φυσικό, ο βασιλιάς εξοργίζεται με το «θράσος» του νέου και τον εξορίζει. Ταυτόχρονα φτάνουν προξενιά για την Αρετούσα από το βασιλιά του Βυζαντίου. Η κοπέλα αμέσως αρραβωνιάζεται κρυφά με τον Ερωτόκριτο, πριν αυτός εγκαταλείψει την πόλη. Η Αρετούσα αρνείται να δεχθεί το προξενιό και ο βασιλιάς τη φυλακίζει μαζί με την πιστή παραμάνα της. Έπειτα από τρία χρόνια, όταν οι Βλάχοι πολιορκούν την Αθήνα, εμφανίζεται ο Ερωτόκριτος μεταμφιεσμένος από μαγεία. Σε μια μάχη σώζει τη ζωή του βασιλιά και τραυματίζεται. Ο βασιλιάς για να ευχαριστήσει τον τραυματισμένο ξένο του προσφέρει σύζυγο την κόρη του. Η Αρετούσα αρνείται και αυτόν τον γάμο και στη συζήτηση με τον μεταμφιεσμένο Ερωτόκριτο επιμένει στην άρνησή της. Ο Ερωτόκριτος την υποβάλλει σε δοκιμασίες για να επιβεβαιώσει την πίστη της και τελικά της αποκαλύπτεται αφού λύνει τα μαγικά που τον είχαν μεταμορφώσει. Ο βασιλιάς αποδέχεται το γάμο και συμφιλιώνεται με τον Ερωτόκριτο και τον πατέρα του και ο Ερωτόκριτος ανεβαίνει στο θρόνο της Αθήνας.






Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

Dissy Gillespie ένας μεγάλος της τζάζ...!

Dissy Gillespie...ο άνθρωπος που άλλαξε το πρόσωπο της τζαζ...!

Ο Τζον Μπρίκς Γκιλέσπι γεννήθηκε στις 21 Οκτωβρίου του 1917 στην Νότια Καρολίνα και ήταν ένας απ' τους σημαντικότερους Αμερικανούς μουσικούς της τζαζ.
Σε ηλικία δέκα ετών, βίωσε το θάνατο του πατέρα του, ο οποίος ήταν ερασιτέχνης μουσικός και διέθετε δικό του μουσικό συγκρότημα, ενθαρρύνοντας την ενασχόληση του γιου του με τη μουσική. Αν και αρχικά ασχολήθηκε με την εκμάθηση του πιάνου, σε ηλικία δώδεκα ετών, στράφηκε στο όργανο της τρομπέτας πάντα ως αυτοδίδακτος. Οι ικανότητες του, ήταν τέτοιες που του επέτρεψαν να λάβει μία μουσική υποτροφία για το Ινστιτούτο Laurinburg της Νότιας Καρολίνας, όπου συνέχισε να εξασκείται στο πιάνο και την τρομπέτα.Το 1935 εγκατέλειψε τις σπουδές του και εγκαταστάθηκε στη Φιλαδέλφεια, με την πρόθεση να εργαστεί αποκλειστικά ως μουσικός. Στα πρώτα του βήματα, έγινε μέλος της ορχήστρας του Frankie Fairfax ενώ συμμετείχε για πρώτη φορά σε ηχογράφηση, με το συγκρότημα του Τέντι Χιλλ, αντικαθιστώντας τον Ρόι Έλντριτζ. Την ίδια περίοδο, απέκτησε το ψευδώνυμο Ντίζι (Dizzy). Το 1939, έγινε μέλος του συγκροτήματος του τζαζ τραγουδιστή Κάμπ Καλλογουέϊ, ωστόσο εγκατέλειψε το σχήμα το 1941. O ίδιος ο Κάλλογουει αποκαλούσε τους αυτοσχεδιασμούς του Γκιλέσπι "κινέζικη μουσική", χαρακτηριστικό της πρωτότυπης τεχνοτροπίας που είχε αναπτύξει. Στην πορεία, ο Γκιλέσπι συμμετείχε σε αρκετά μουσικά σύνολα και συνεργάστηκε με τους Ντιούκ Έλλινγκτον, Κόλμαν Χώκινς, Μπίλι Εκστάϊν, Τσίκ Γουέμπ, Μπέινι Κάρτερ και άλλους. Ανάμεσα στις σημαντικές συνεργασίες του ήταν και αυτή με τον πιανίστα Έρλ Χάϊνς, καθώς στη διάρκειά της συνεργάστηκε με τον Τσάρλι Πάρκερ, ο οποίος επίσης συμμετείχε ως μουσικός στην ορχήστρα του, ενώ παράλληλα του δόθηκε η δυνατότητα να αναδείξει σε ένα βαθμό τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ερμηνείας του. Ως μέλος του συγκροτήματος του Χάινς, παρουσίασε την πρώτη του μουσική σύνθεση Night in Tunisia. Μέχρι το 1944, ο Γκιλέσπι είχε αποκτήσει σημαντική φήμη ώστε να ηγείται ο ίδιος ορχήστρες. Η συνεχιζόμενη συνεργασία του με τον Τσάρλι Πάρκερ συνέβαλε στην εξέλιξη του είδους του μπίμποπ, παράλληλα με τη μουσική του σουίνγκ που ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής εκείνη την περίοδο. Σε αντίθεση με τον Πάρκερ, που συμμετείχε σε μικρά μουσικά σύνολα, ο Γκιλέσπι στόχευε στην δημιουργία μίας μεγάλης ορχήστρας (big bank), την οποία οργάνωσε τελικά στις αρχές τους 1945. Μετά από την εμπορική αποτυχία της, το Νοέμβριο του ίδιου έτους, σχημάτισε ένα κουιντέτο, στο οποίο συμμετείχε επίσης ο Πάρκερ. Αργότερα, το σύνολο απέκτησε και ένα έκτο μέλος, ενώ τελικά ο Γκιλέσπι επέκτεινε το σχήμα, επιχειρώντας για δεύτερη φορά την δημιουργία μιας μεγάλης ορχήστρας, την οποία κατάφερε να διατηρήσει για τέσσερα χρόνια. Στο διάστημα αυτό, συμμετοχή στην ορχήστρα είχαν ορισμένοι σημαντικοί τζαζ μουσικοί, όπως ο Τζον Κολτρέιν. Ο Γκιλέσπι, πειραματίστηκε μουσικά προσπαθώντας να ενσωματώσει αφρικανικά και κουβανέζικα μουσικά στοιχεία στη τζάζ. Διέλυσε την ορχήστρα του, το 1950, εξαιτίας οικονομικών προβλημάτων. Το 1956, και ενώ μέχρι τότε καθοδηγούσε μικρά σύνολα μουσικών, δημιούργησε για δεύτερη φορά μία μεγάλη ορχήστρα, με την οποία περιόδευσε στην Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή και στη Λατινική Αμερική. Μετά τη διάλυση της ορχήστρας, το 1958, ο Γκιλέσπι συνέχισε να παίζει με μικρότερα μουσικά σχήματα, παραμένοντας ενεργός μέχρι το 1992. Στη δεκαετία του 1980, ηγήθηκε της ορχήστρας United Nations Orchestra. Πέθανε το 1993, σε ηλικία 75 ετών.

Πηγή:Βικιπαίδεια














Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

"Έρωτας τάχα να είν' αυτό...!"

Ανοίχτε τα παράθυρα.
Νίβομαι στο φως
βγαίνω στον εξώστη
γυμνός
ν' αναπνεύσω βαθιά
τον αιώνιο αγέρα
με τ' αδρά μύρα
του νοτισμένου δάσους
με την αλμύρα 
της απέραντης θάλασσας.
Αστάφτει ο κόσμος
ακούραστος.
Κοιτάχτε. 
(απόσπασμα από την Εαρινή Συμφωνία του Γ.Ρίτσου)



Οδυσσέας Ελύτης
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα
Eπειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Nα μπαίνω σαν Πανσέληνος
Aπό παντού, για το μικρό το πόδι σου μέσ' στ' αχανή
σεντόνια
Nα μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
Aποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Mέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας
στοές
Yπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε
Aκουστά σ' έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το "τί" και το "έ"
Tριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά
Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό
πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Tο βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Tα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνειΠάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά
που μεγαλώνει
Tο γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Eπειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το
εξαργυρώνει:
Tόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Tόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Tριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Kαμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Tόσο η ελάχιστή σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Mέσ' στους τέσσερεις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Nα φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Nα μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
Eπειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
Eίναι νωρίς ακόμη μέσ' στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Nα μιλώ για σένα και για μένα.

Γιώργος Σεφέρης
Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας,
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.
Η αγάπη μας δεν ήταν άλλη,
ψηλαφούσε σιγά μέσα στα πράγματα
που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δεν θέλουμε
να πεθάνουμε με τόσο πάθος.
Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια
κι αν αγκαλιάσαμε μ' όλη τη δύναμη μας
άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη,
μοναχά αυτός ο βαθύτερος καημός
να κρατηθούμε μέσα στη φυγή.

Θεώνη Δρακοπούλου-Παππά
( άλλως Μυρτιώτισσα)
Έρωτας τάχα...
Έρωτας τάχα να είν’ αυτό
που έτσι με κάνει να ποθώ
τη συντροφιά σου,
που σα βραδιάζει, τριγυρνώτα φωτισμένα για να ιδώ
παράθυρά σου;
Έρωτας να ειν’ η σιωπή
που όταν σε βλέπω, μου το κλείνει
σφιχτά το στόμα,
που κι όταν μείνω μοναχή,
στέκω βουβή κι εκστατική
ώρες ακόμα;
Έρωτας να είναι ή συφορά,
με κάποιου αγγέλου τα φτερά
που έχει φορέσει,
κι έρχεται ακόμη μια φορά
με τέτοια δώρα τρυφερά
να με πλανέσει;
Μα ό,τι και να’ναι το ποθώ,
και καλώς να’ ρθει το κακό
που είν’ από σένα.
θα γίνει υπέρτατο αγαθό,
στα πόδια σου αν θα σωριαστώ
τ’ αγαπημένα…



Τάσος Λειβαδίτης
''Ναι, αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω
εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα.
Αλήθεια εκείνη η άνοιξη, εκείνο το πρωινό, εκείνη η απλή κάμαρα της
ευτυχίας
αυτό το σώμα σου που κράταγα πρώτη φορά γυμνό
αυτά τα δάκρυα που δεν μπόρεσα στο τέλος να κρατήσω
πόσο σου πήγαιναν.
Α, θάθελα να φιλήσω τα χέρια του πατέρα σου, της μητέρας σου τα
γόνατα που σε γέννησαν για μένα
να φιλήσω όλες τις καρέκλες που ακούμπησες περνώντας με το
φόρεμα σου
να κρύψω σαν φυλακτό στον κόρφο μου ένα μικρό κομμάτι απ το
σεντόνι που κοιμήθηκες.
Θα μπορούσα ακόμα και να χαμογελάσω
στον άντρα που σ' έχει δει γυμνή πριν από μένα
να του χαμογελάσω, που του δόθηκε μια τόση ατέλειωτη ευτυχία.
Γιατί εγώ, αγαπημένη, σου χρωστάω κάτι πιο πολύ απ τον έρωτα
εγώ σου χρωστάω το τραγούδι και την ελπίδα, τα δάκρυα και πάλι
την ελπίδα.
Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή!'' 

Κώστας Ουράνης
Η Αγάπη
Α! τι ωφελεί να καρτεράς όρθιος στην πόρτα του σπιτιού
και με τα μάτια στους νεκρούς τους δρόμους στυλωμένα, αν είναι νάρθει θε ναρθεί, δίχως να νοιώσεις από πού,
και πίσω σου πλησιάζοντας με βήματα σβημένα
θε να σου κλείσει απαλά με τ' άσπρα χέρια της τα δυο
τα μάτια που κουράστηκαν τους δρόμους να κυττάνε'
κι όταν, γελώντας, να της πεις θα σε ρωτήσει: "ποια είμαι εγώ;"
απ' της καρδιάς το σκίρτημα θα καταλάβεις ποια 'ναι.
Δεν ωφελεί να καρτεράς! Αν είναι νάρθει, θε ναρθει'
κλειστά όλα νάναι, αντίκρυ σου να στέκεται θα δεις ορθή
κι ανοίγοντας τα χέρια της πρώτη θα σ' αγκαλιάσει.
Αλλιώς, κι αν είναι ολόφωτο το σπίτι για να την δεχτείς
κι έτσι ως την δεις τρέξεις σ' αυτήν κι ομπρός στα πόδια της συρθείς,
αν είναι νάρθει θε ναρθει, αλλιώς θα προσπεράσει.


Γιάννης Ρίτσος
Τα ερωτικά, Γυμνό σώμα
Άξαφνα μυρωδιά
νοτισμένης ρίγανης,
Σούδειξα το μικρό φεγγάρι
πάνω στο λόγο.
Δε μιλήσαμε.
Ο λόγος ογκωνόταν 
σ' ένα μονάχα ευχαριστώ.
Ό,τι αγγίζω,
το χαρτί, το τραπέζι, το ποτήρι,
εσένα αγγίζω.
Τα χέρια μου
κολλημένα στο στήθος σου.
Δεν ορίζω τα χέρια μου.
Μέρες, νύχτες,
από φωτιά,
σπασμένα τζάμια,
κλεισμένες πόρτες.







Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

Αφροδίτη της Μήλου:η ιστορία ενός αγάλματος...!

Αφροδίτη της Μήλου, ένα άγαλμα της ελληνιστικής εποχής από Παριανό μάρμαρο.Ένα άγαλμα που συνδυάζει αρμονικά τη γυναικεία ομορφιά και θηλυκότητα. Χρονολογείται γύρω στον 1ο αιώνα π.χ. Άλλοτε θεωρείτο έργο του Πραξιτέλη, όμως σήμερα είναι σαφές ότι ο δημιουργός του είναι άλλος, πιθανότητα ο γλύπτης Αγήσανδρος.
Βρισκόμαστε την άνοιξη του 1820, ένα χρόνο πριν την ελληνική επανάσταση. Σε μια αγροτική περιοχή της Μήλου, ένας αγρότης, κάποιος Κεντρωτάς με τη βοήθεια του γιου του και του ανιψιού του σκάβει στο πεζούλι του και βγάζει πέτρες από αρχαία ερείπια που υπάρχουν εκεί. Λίγο πιο πέρα, κάποιοι Γάλλοι αξιωματικοί κάνουν ανασκαφές για αρχαία. Ξαφνικά, ο Κεντρωτάς βρίσκει πελεκημένο μάρμαρο. Αμέσως τρέχουν να τον βοηθήσουν δύο Γάλλοι ναύτες, που συμμετέχουν στις γειτονικές ανασκαφές. Ο Κεντρωτάς προσπαθεί να ξανακαλύψει το άγαλμα γιατί φοβάται ότι οι Γάλλοι θα του το αρπάξουν ή θα απαιτούσαν να το αγοράσουν πιο φτηνά.Δηλαδή, ο Κεντρωτάς δεν ήταν τόσο αφελής όσο ο μύθος θέλει να τον παρουσιάσει. Οι Γάλλοι φαίνεται ότι τον θεωρούν ανόητο επειδή ο Κεντρωτάς άρχισε να συμπεριφέρεται με περιφρόνηση, μάλλον επίτηδες, για τα ευρήματα για να τους ξαποστείλει και να εκμεταλλευτεί το εύρημα αργότερα με την ησυχία του και χωρίς τη φορτική παρουσία των Γάλλων. Οι Γάλλοι όμως δεν ξεκολλούσαν με τίποτα απ' την περιοχή και πίεζαν τον Κεντρωτά να συνεχίσουν όλοι μαζί το σκάψιμο, ώσπου κάποια στιγμή βρέθηκε και το δεύτερο τμήμα του αγάλματος. Ο Κεντρωτάς, μετά απ' αυτό, δεν μπορούσε να κάνει τον ανήξερο, ούτε όμως να περιφρουρήσει το έργο που είχε βρει στο χωράφι του. Πάντως, για να το διαφυλάξει, έκανε μια προσπάθεια και το μετέφερε στη στάνη του, όμως ο "πυρετός αρχαιοτήτων" είχε ήδη καταλάβει τους Γάλλους, που είχαν ήδη αρχίσει να επικοινωνούν με πρεσβευτές της πατρίδας του στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη και όπου αλλού.Επικεφαλής των Γάλλων ήταν ένας νεαρός αξιωματικός, κάποιος Ολιβιέ Βουτιέ. Αυτός άρχισε να σχεδιάζει αμέσως το εύρημα και ειδοποιεί τους πατριώτες του για την μεγάλη αυτή ανακάλυψη, επειδή δεν είχε ο ίδιος αρκετά χρήματα για να το αγοράσει, ενώ κάποιοι είχαν κιόλας προτείνει στην Κεντρωτά αμοιβή 1.000 γροσιών.  Η μάχη για την απόκτηση του είχε αρχίσει για τα καλά.

Το έργο βρέθηκε σε πολλά κομμάτια (πιθανόν έξι, από τα οποία τα χέρια και το όνομα του γλύπτη πλέον λείπουν), με δύο βασικά, τον κορμό και τα πόδια. Όλα αυτά τα κομμάτια καθώς και οι Ερμές, οι δύο αφιερώσεις, μια ενός ηλικιωμένου και μιά ενός νέου, που είχαν βρεθεί μαζί,  έγιναν αμέσως αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Ο Βουτιέ αμέσως ενημέρωσε τον Γάλλο υποπρόξενο στη Μήλο, κάποιον Λουί Μπρέστ και αυτός παρουσιάστηκε και άρχισε να παζαρεύει λέγοντας ότι "δεν είναι βέβαιο ότι το άγαλμα αξίζει 1.000 γρόσια". Ειδοποίησε μάλιστα και τον Ντε Ριβιέρ, έναν μαρκήσιο και πρόξενο των Γάλλων στην Υψηλή Πύλη. Στην όλη διαπραγμάτευση αναμίχθηκε ενεργά και ένας άλλος Γάλλος αξιωματικός που είχε πάθος με τις αρχαιότητες, κάποιος Ζυλ Ντυμόν ντ' Υρβίλ. Αυτός ήταν βέβαιος ότι επρόκειτο για την Αφροδίτη που κρατούσε το μήλο του Πάρι. Οι Γάλοι αποφάσισαν να πάρουν οπωσδήποτε όλα τα ευρήματα στην κατοχή τους.Όμως το παζάρι καθυστερούσε, όπως και το πλοίο που θα μετέφερε τα αρχαιολογικά αυτά ευρήματα στη Γαλλία. Στο μεταξύ ο Κεντρωτάς ή και οι δημογέροντες (στο παζάρι είχε αναμιχθεί τελικά όλο το νησί) αδημονούσαν και αποφάσισαν να δώσουν ή να πουλήσουν το άγαλμα σε άλλους που ενδιαφέροντο. Μπορεί εξάλλου να υφίσταντο και πολιτικές πιέσεις, - η Υψηλή Πύλη περνούσε σοβαρή κρίση στις εξωτερικές της σχέσεις και η παραχώρηση αρχαιοτήτων από πλευράς της συνιστούσε ουσιαστικά άσκηση εξωτερικής πολιτικής. 
Μέσα σε όλα αυτά, παρουσιάστηκε και ο Νικόλαος Μουρούζης, μέγας δραγουμάνος του οθωμανικού στόλου. Αυτός έπεισε του Μηλίους να πουλήσουν το εύρημα σε εκείνον. Όμως ο εκπρόσωπος των Γάλλων ο υποκόμης ντε Μαρκέλους τους έπεισε να μην φορτωθεί το άγαλμα στο πλοίο του Μουρούζη για να πάει στην Πόλη, αλλά στο πλοίο των Γάλλων για να πάει στο Λούβρο. Το γλυπτό πραγματικά ταλαιπωρήθηκε και φορτώθηκε μετ' εμποδίων στο γαλλικά καράβι.
Έτσι, άλλος ένας εξαιρετικής ομορφιάς και ανεκτίμητης αξίας αρχαιολογικός θησαυρός έφυγε απ' τα χώματα που τον γέννησαν και τον φιλοξένησαν για αιώνες...
Κάτι τελευταίο... Πιστό αντίγραφο του αγάλματος υπάρχει στην πρώτη αίθουσα του αρχαιολογικού μουσείου της Μήλου στην Πλάκα. Προσφορά του μουσείο του Λούβρου. Ε, να μην μας προσφέρουν και κάτι οι Γάλλοι; Κοτζάμ άγαλμα τους δώσαμε....! 

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Ο καραγκιόζης διηγείται την ιστορία του...!

Όλοι με ρωτούν από πού κρατάει η σκούφια μου. Τι να σου πω, πατριώτη, δεν έχω βγάλει άκρη. Ένας θρύλος  με θέλει να είμαι δημιούργημα του Σέϊχ Κιουστερί που καταγόταν απ’ την Προύσα. Ο φίλος μου ο Χατζιαβάτης είχε αναλάβει να κτίσει το σαράι του Σουλτάνου και με πήρε για αρχιμάστορα. Το σαράι όμως δεν τελείωνε, γιατί έλεγα πολλά αστεία και διάφορα σκωπτικά σχόλια με αποτέλεσμα να σταματούν οι χτίστες και οι εργάτες την δουλειά τους. Τότε ο Σουλτάνος έδωσε διαταγή να με κρεμάσουν, ενώ τον Χατζιαβάτη να τον εκτελέσουν. Ο θάνατός μας, όμως, στοίχισε τόσο πολύ στον Σουλτάνο που έπεσε σε βαθιά μελαγχολία. Τότε ένας σοφός – αυλικός του για να διασκεδάσει τη μελαγχολία του, έφτιαξε δύο χάρτινες φιγούρες που απεικόνιζαν εμένα και το φιλαράκι μου τον Χατζιαβάτη, και παρουσίασε θέατρο σκιών στον κύριο Σουλτάνο.
Άλλος πάλι θρύλος με θέλει να έχω γεννηθεί στην Τουρκία, να είμαι Έλληνας Μικρασιάτης, και να ζω με την οικογένειά μου στην Προύσα. Όσο  για το ονοματάκι μου, ε, μετά από πολλές σκέψεις, κατέληξαν ότι έχει βγει απ’ το Καρά που σημαίνει Μαύρος και το Γκιόζ που σημαίνει Μάτι στη τουρκική γλώσσα, δηλαδή Καραγκιόζ σημαίνει Μαυρομάτης. Άντε, λύσαμε και το γρίφο με το όνομά μου.
Τώρα, υπάρχει μια μαρτυρία που με θέλει να έχω δώσει παράσταση στον ελλαδικό χώρο το 1809 στην περιοχή των Ιωαννίνων στην τουρκική γλώσσα. Μάλιστα, λέγεται ότι στην παράσταση αυτή ήταν θεατής  ο λόρδος Βύρων. Τέλος πάντων, το θεατρικό αυτό θέαμα με πρωταγωνιστή την αφεντιά μου φαίνεται  ότι άρεσε και άρχισε πια να παίζεται στην ελληνική γλώσσα, διατηρώντας τα ίδια τεχνικά χαρακτηριστικά, διαμορφώνοντας όμως παράλληλα ξεχωριστό περιεχόμενο, αντλημένο από την ελληνική παράδοση. Έτσι, από τότε, είμαι ένας λαϊκός ήρωας που εκπροσωπώ τον φτωχό Έλληνα στο περιβάλλον της τουρκοκρατίας και στο πρόσωπό μου ενσαρκώνεται ο κοινός αγώνας του Έλληνα κατά της δουλοπρέπειας και της υποταγής στους ξένους δυνάστες. Είμαι καμπούρης και ξυπόλητος, ζω σε μια παράγκα απέναντι απ' το σαράι του βεζίρη και  περιστοιχίζομαι εκτός από την Αγλαία, τη συμβία μου και τα τρία μου παιδιά,  τον Κολλητήρη, τον Κοπρίτη και το Μιρικόκο, και από άλλους, όπως απ' τον θειο μου,  τον Μπάρμπα Γιώργο, το Βεληγκέκα, τον δουλοπρεπή φίλο μου και φύλακα του σαράι, τον Σταύρακα, τον μάγκα, τον Σιορ Νιόνιο, τον ευγενή και το χαριτωμένο απ' το ωραίο Τζάντε., το Μορφονιό, τον μαμάκα με τη τεράστια μύτη, που πιστεύει ότι είναι ωραίος, τον  Εβραίο, τον πλούσιο και τσιγκούνη έμπορο της πόλης, το Βεζίρη και φυσικά την όμορφη Βεζιροπούλα, το κρυφό αντικείμενο του πόθου μου. Εκτός από πτωχός και πεινασμένος, είμαι και πολυμήχανος , ανυπότακτος και δυναμικός, πανέξυπνος και άεργος, επίμονος και ευφυής. Όμως, πάνω απ' όλα είμαι ονειροπόλος. Ναι, ονειροπόλος...Αυτό με έχει σώσει όλα αυτά τα χρόνια...Αυτό, θα σώσει και σένα πατριώτη...!

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

Όταν η μουσική ανταμώνει τη σοφία...!




μικρές αλήθειες μετά μουσικής...!




"Ξαπλώνω σ'ένα λιβάδι,
αφήνω την απέραντη
γαλήνη να με διαποτίσει
μέχρι που γίνομαι ένα
με τα ζώα,τα σύννεφα
που παρασέρνει ο αέρας
και τα πουλιά"
(Alice James)



"Καμιά ζωή δε συγκρίνεται με τούτη:
Γέρνω ήσυχα στο παράθυρο
και παρακολουθώ τα φύλλα
που πέφτουν,
τα μπουμπούκια που ξεμυτίζουν
με το γύρισμα των εποχών"
(Hsueh-Tou)



"Κανείς δεν μπορεί να μαζέψει όλα
τα όμορφα κοχύλια της θάλασσας
Μπορεί να μαζέψει λίγα μονάχα,
κι είναι πιο όμορφα αν είναι λίγα"
(Αnne Morrow Lindbergh)



"Μην φορτώνετε υπερβολικά τη βάρκα της ζωής,
πάρτε μόνο τα απαραίτητα
-ένα ζεστό σπιτικό και απλές χαρές,
ένα δύο άξιους φίλους, κάποιον που αγαπάτε και σας αγαπά,
μια γάτα, ένα σκύλο, λίγο φαγητό και λίγα ρούχα..."
(Jerome K.Jerome)


"Μην αφήνετε τα ασήμαντα πράγματα
να διαταράσσουν τη γαλήνη του μυαλού.
Η ζωή είναι εξαιρετικά πολύτιμη για να τη θυσιάζουμε
σε ασημαντότητες...Αγνοήστε τα επουσιώδη.
(Grenville Kleiser)


Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Ανδρέας Λασκαράτος: Ο σατιρικός ποιητής που αφορίστηκε...!

"Μωροί, υπέρμαχοι της στασιμότητος, φονεύσετε αν θέλετε τον καινοτόμον. Αλλά να ξεύρετε ότι ο φόνος του καινοτόμου είναι η εγκαινίαση των αρχών του. Πειστική διά σας απόδειξη ο φόνος του καινοτόμου Ιησού".Από το  «Ιδού ο άνθρωπος»

Ανδρέας Λασκαράτος, ένας σπουδαίος σατιρικός συγγραφέας, ένα ανήσυχο πνεύμα, που με τα έργα του έφερε τα «πάνω-κάτω» στο κατεστημένο της εποχής του, με αποτέλεσμα να γνωρίσει διώξεις, τη φυλάκιση ακόμα και τον αφορισμό του από την εκκλησία. Γεννήθηκε τη 1η Μαίου του 1811 στην εξοχική τοποθεσία Ριτσάτα, που ήταν κοντά στο Ληξούρι της Κεφαλονιάς κατά την περίοδο που τα Επτάνησα περνούσαν απ’ τη γαλλική στην αγγλική κηδεμονία. Ήταν γόνος πλούσιας οικογένειας γαιοκτημόνων και σπούδασε νομικά στο Παρίσι. Το επάγγελμα του νομικού το εξάσκησε μόνο όταν βρέθηκα σε οικονομική ανάγκη. Υπήρξε μαθητής του Ανδρέου Κάλβου, και γνώρισε τον Διονύσιο Σολωμό, μια συνάντηση που τον επηρέασε πολύ στη μετέπειτα πορεία του. Ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία, την ποίηση, ενώ ήταν πιο γνωστός ως λιβελογράφος.Εξέδωσε αρκετές σατιρικές εφημερίδες, όπως ο «Λύχνος» και καταφέρθηκε κατά της αδικίας, της πολιτικής ανικανότητας, των θρησκευτικών προλήψεων αλλά και κατά της αυθαιρεσίας της θρησκευτικής αρχής. Το έργο του με τίτλο «Τα Μυστήρια της Κεφαλονιάς» προκάλεσε τόσο μεγάλες αντιδράσεις, που κατέληξε στον αφορισμό του στην αρχή απ’ τον Μητροπολίτη Κεφαλονιάς και κατόπιν από την Ιερά Σύνοδο.Τι να κάνει, φεύγει κυνηγημένος στη Ζάκυνθο, αλλά αφορίζεται και εκεί, αυτή τη φορά απ’ το μητροπολίτη, Κοκκίνη. Όμως, λίγο πριν πεθάνει, ο επίσκοπος Δόριζας της Κεφαλονιάς «λύνει» τον αφορισμό του. Ο Ανδρέας Λασκαράτος πέθανε τελικά στο Αργοστόλι στις 23 Ιουνίου του 1901.
Το έργο του παραμένει διαχρονικό έως σήμερα. Ανάμεσα στα κυριότερα έργα του είναι: «Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς», «Ιδού ο άνθρωπος ή ανθρώπινοι χαρακτήρες», «Ποιήματα και Ανέκδοτα», «Οι καταδρομές μου εξαιτίας του Λύχνου», «Απόκριση στον αφορισμό».
Ανέκδοτα Περιστατικά:
- Στη γιορτή του, ένας γείτονάς του για να τον ειρωνευτεί του έστειλε με την υπηρέτριά του ως δώρο ένα καλάθι γεμάτο κέρατα κριαριού που πάνω είχε μια επιγραφή «Στη γιορτή σου». Βλέποντας αυτό ο Λασκαράτος βγαίνει έξω στον κήπο του και κόβει τα ωραιότερα άνθη και τα βάζει μέσα στο ίδιο καλάθι με την επιγραφή «Ό,τι διαθέτει ο καθένας σε αφθονία δωρίζει» και τα δίνει στην υπηρέτρια λέγοντας: «Δώστε αυτά κόρη μου στον κύριό σου».
-Όταν ο επίσκοπος τον αφόρισε, κάποιος πήγε να τον επισκεφτεί για να του το αναγγείλει. «Τα έμαθες σιορ- Ανδρέα, ο επίσκοπος σε αφόρισε» και τότε ο Λασκαράτος του απαντά: «Ευχαριστώ τον επίσκοπο για τον αφορισμό, αλλά θα τον παρακαλούσα πολύ να μου αφορίσει και τα παπούτσια των παιδιών μου για να μη λιώσουνε οι σόλες τους και υποβάλλομαι σε έξοδα».

Από το έργο του «Ιδού ο άνθρωπος ή ανθρώπινοι χαρακτήρες»
«Ο υποψήφιος βουλευτής»
 Ο υποψήφιος τούτος πολύν καιρόν πριν της ψηφοφορίας αρχίζει να χαιρετά, τους μεν εγκαρδίως, τους δε βαθυσεβάστως, όλους όσους έχουνε ψήφο.
 Κάποτε βάνει απάνου κ΄ εφημερίδα, με την οποία κατακρένει αυστηρώς τες πράξες της κυβερνήσεως, ως ασύμφερες δια τον λαόν. Αν ημπορέση και ατομικώς να χτυπήση υπαλλήλους της κυβερνήσεως, θα ήναι μία τύχη δι΄ αυτόν. Αφού εξεσπάθωσε υπέρ του λαού, όσους περισσότερους υπέρ του λαού θανατώση, τόση περισσότερη η αξιοπιστία του.
 Πηαίνει στα χωριά και γλυκομιλεί των χωριάτωνε.
 — Αδερφάκια μου και αϊταράκια μου...!
 Τες ύστερες ημέρες βγάνει και πρόγραμμα.
Στο πρόγραμμά του υπόσχεται όσα και ο πρωθυπουργός υπόσχεται στον βασιλικόν λόγον· και, εννοείται, με την ίδιαν ιδέαν εχτελέσεως.
 Αν ήναι πλούσιος, ή αν έχη πλούσιους υποστηριχτάς, οι φτωχοί ψηφοφόροι εκείνες τες ημέρες οικονομούνται με 5-10-15 φράνκα ο καθένας δια την ψήφον του. Επειδή ο υποψήφιος αγοράζει, πότε φθηνά, και πότε ακριβά, κατά τους ανθρώπους, και κατά την ώρα.
 Τελειωμένο έτσι και πιτυχημένο το έργον του εις τον τόπον του, φεύγει τότε δια τας Αθήνας. (Ω, Αθήνα μου, βουλευτάδες οπού σου στέλνουμε!...) Στας Αθήνας, ο εις τον τόπο του μεγαλέμπορος εκλογικών ψήφων παρουσιάζεται μεταπράτης, αλλά θησαυρού μεταπράτης, επειδή φέρνει χιλάδες ψήφους συμπυκνωμένες εις μίαν μόνην αλλά πολύτιμην ψήφον, δυναμένην να συντελέση εις την στερέωσην, ή την φτώσην του Υπουργείου.
 Μία τέτοια ψήφος, ένας τέτοιος πολύτιμος αδάμας, δεν αγοράζεται με 5-10-15 φράνκα· αλλά με δημόσιες θέσες του υιού, του αδελφού, του ξαδέλφου· με μετάθεσες μη ευνοουμένων υπαλλήλων, με παύσες, με διορισμούς, με ρουσφέτια άλλα. Και έτσι, τελειωμένη και τούτη η δεύτερη πράξη, τελειώνει μαζύ της και όλο το βουλευτικό στάδιο του βουλευτή μας.
 Οποίο κατόρθωμα δια τον τόπο, και δια το έθνος!-

Ανδρέας Λασκαράτος,  ένα σπινθηροβόλο πνεύμα, ένας άνθρωπος που έβλεπε, τελικά, μπροστά, πολύ μπροστά...!




Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Δημήτρη Ψαθά: "ΤΑ ΚΑΚΟΑΝΑΤΕΘΡΑΜΜΕΝΑ"..!

Όσο ψάχνει κανείς, είναι σίγουρο ότι όλο και κάτι θα ξετρυπώσει…Να, λοιπόν, τι ξετρύπωσα τις προάλλες. Είναι ένα  κείμενο του Δημήτρη Ψαθά από το περιοδικό Νέα Γενιά. Το περιοδικό αυτό ήταν όργανο της ΕΠΟΝ και έβγαινε παράνομο επί γερμανικής εποχής. Με την Νέα Γενιά, συνεργάστηκαν πολλοί γνωστοί επιστήμονες, καθηγητές, λογοτέχνες, όπως ο Γιάννης Ρίτσος, ο Κώστας Βάρναλης, ο Μενέλαος Λουντέμης, η Έλλη Αλεξίου, ο Ασημάκης Γιαλαμάς, η Γαλάτεια Καζαντζάκη, ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ο Νίκος Καββαδίας, Νότης Περγιάλης και φυσικά ο Δημήτρης Ψαθάς.
Καλό διάβασμα…!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΘΑΣ

«ΚΑΚΟΑΝΑΤΕΘΡΑΜΜΕΝΑ»

Ο κύριος που όρμησε στο τραμ ήταν απ’ τους πιο επιβλητικούς κυρίους που είχα δει ποτέ. Φορτωμένος ως τα μπούνια με δώρα και ψώνια πρωτοχρονιάτικα δεν είχε χάσει τίποτ’ απ’ την ευλυγισία και τη μαχητικότητά του. Στ’ ορμητικό πέρασμά του απ’ το διάδρομο του τραμ ανέτρεψε μια χοντρή κυρία, δυο λιγνούς κυρίους, εποδοπάτησε ένα κοριτσάκι και πρόφτασε να στρογγυλοκάτσει θριαμβευτικά στη θέση. Ενώ από πίσω οι άλλοι επιβάτες έκαναν το σταυρό τους, κοιτώντας τον με κατάπληξη, εκείνος ταχτοποιούσε τον εαυτό του για να νιώσει όσο μπορούσε αναπαυτικότερα. Έβαλε τα πακέτα στα γόνατά του, άπλωσε τα πόδια του στο ξύλο του μπροστινού καθίσματος, διόρθωσε τη γραβάτα και το καπέλο του. Συγχρόνως στραβοκοιτούσε τους άλλους επιβάτες και μουρμούριζε ζητώντας τα ρέστα:
- Τα γαϊδούρια!
Κι ύστερα:
- Τα γουρούνια!
Κι ύστερα:
- Αλλά Έλληνες δε είμαστε; Βούρδουλα θέλουμε. Ε, βρε, πού είσαστε Γερμανοί! Ναι, τους Γερμανούς θέλουμε για να μπούμε σε τάξη!
Κι ενώ τα ’λεγε αυτά, εκφράζοντας ποιος ξέρει ποιες βαθιές νοσταλγίες της ψυχής του – κρατούσε τα πλούσια πακέτα του αγκαλιά σαν να έτρεμε μη τυχόν και του τα έπαιρνε κανένας. Η πλαϊνή θέση του έμενε κενή, γιατί κάποιος χριστιανός – από εκείνους που ο ορμητικός κύριος ονόμασε με ολόκληρη την ονοματολογία της ζωολογίας – εφώναξε μια γυναικούλα του λαού που κρατούσε ένα αγοράκι, να κάτσει εκείνη. Στρώθηκε η γυναικούλα, ευχαρίστησε κι έβαλε το παιδί στα γόνατά της.
- Σας ενοχλώ, κύριε;
- Και βέβαια μ’ ενοχλείτε.
- Με το μπαρδόν.
Τα μάτια του αξιοσέβαστου κυρίου είχαν πέσει σαν αστραπές επάνω στο παιδί που καθώς κοιτούσε τα πακέτα με τα παιχνιδάκια – ρόδες, κούκλες, καραμούζες, αυτοκινητάκια – ετρόμαζε μήπως τυχόν και ο μικρός του αρπάξει κανένα. Έσκυψε, λοιπόν, επάνω στα πολύχρωμα πακέτα του, εσούφρωσε τα φρύδια, εγούρλωσε τα μάτια και αγκάλιασε σφιχτότερα τα πολύτιμα υπάρχοντά του. Εκεί έγινε μια απ’ τις πιο νόστιμες σκηνές που είδα ποτέ στο τραμ. Βλέποντας ο μικρός το άγριο ύφος του αξιοσέβαστου κυρίου έβαλε τις φωνές:
- Φοβάμαι, μαμά, φοβάμαι!
- Τι φοβάσαι, παιδί μου;
- Τον κύλιο. Τλώει παιδιά;
Ξέσπασαν στα γέλια όλοι οι επιβάτες και η μητέρα του παιδιού, προσπαθώντας να καθησυχάσει το μικρό, έκανε με την αφέλειά της πιο κωμική τη θέση του αξιοσέβαστου κυρίου:
- Όχι, παιδάκι μου! Ο κύριος δεν τρώει παιδιά. Είναι ένας καλός κύριος. Ο κύριος δεν είναι Γερμανός. Μόνο οι Γερμανοί τρώνε παιδιά.
- Είναι Γελμανός! Γελμανός!
- Όχι, πουλάκι μου, Κοίταξέ τον. Είναι ένας πολύ καλός κύριος που τ’ αγαπάει τα παιδιά. Δεν είναι Γερμανός.
Ο μικρός όμως άρχισε να τσιρίζει «είναι Γελμανός, Γελμανός» κι η θέση του κυρίου έγινε κωμικοτραγική. Η διάθεσή του ήταν, βέβαια, να πνίξει το διαολάκο που η κακή του τύχη έφερε κοντά του, αλλά κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, σφίχτηκε και χαμογέλασε, έβγαλε ένα πορτοκάλι από την τσέπη του παλτού του και τ’ άπλωσε στο μικρό:
- Έλα, πάρε, κατεργάρη.
- Δεν τλως παιδιά;
- Όχι, χαζέ. Ανόητε!
Έπρεπε να δείτε τη φάτσα του ανθρώπου εκείνου που προσπαθούσε με το βιασμένο χαμόγελο να καμουφλάρει το βράσιμο της ψυχής του. Όμως ξεθάρρεψε ο μικρός, πήρε το πορτοκάλι και άφησε τη χαρά του να ξεσπάσει, χοροπηδώντας στα γόνατα της μάνας του μ’ ένα αναπάντεχο τραγούδι:
- Λαοκατία και όχι βασιλιά!
Ε, φίλοι μου! Αυτό ήταν η σταγόνα που χρειαζόταν να ξεχειλίσει το ποτήρι. Ο αξιοσέβαστος κύριος φαίνεται πως ήταν από τους πιο αδιάλλαχτα φανατικούς. Άνοιξαν τα μάτια του, άνοιξε το στόμα του, κοκκίνισε η φάτσα του, πετάχτηκαν οι ματάρες του με φλογισμένα βλέμματα όξω από τις κόγχες:
- Α, το άτιμο! Είναι και κουκουέδικο! Φέρε μου το πορτοκάλι! Δώσ’ μου πίσω το πορτοκάλι, παλιόπαιδο! Κακοανατεθραμμένο! Γρήγορα μη σου τα τσακίσω τα χέρια!
Τρομαγμένο το παιδί πέταξε το πορτοκάλι, χώθηκε στην αγκαλιά της μάνας του κατακίτρινο, τσιρίζοντας:
- Είναι Γελμανός! Γελμανός!
Νέο κύμα γέλιου ξέσπασε μέσα στο τραμ. Όπου ο αξιοσέβαστος κύριος δεν μπόρεσε πια ν’ ανθέξει, μάζεψε τα πακέτα του, έβρισε πάλι «γαϊδούρια, γουρούνια», «κουκουέδες», ανέφερε μερικούς στο πέρασμά του και κατέβηκε στην πρώτη στάση πολλά μουρμουρίζοντας κατά φρένα και θυμόν. Εκεί στον εξώστη ήταν κι ένας αλητάκος που τον προέπεμψε με τη φωνή:
- Χρόνια πολλά στο Χίτλερ, μπάρμπα!
Κι ο αξιοσέβαστος άνθρωπος απομακρύνθηκε γρυλίζοντας με τα πακέτα του, με την ψυχή του, με τον εθνικισμό του και βράζοντας ολόκληρος εναντίον των «κακοανατεθραμμένων» παιδιών, σίγουρος ότι ο ίδιος είχε την καλύτερη ανατροφή του κόσμου.

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

12 /10/ 1944:Απελευθέρωση της Αθήνας από τους Ναζί



«Η πιο όμορφη, η πιο αλαφριά μέρα του κόσμου» Γιώργος Σεφέρης

Ήταν ένα ηλιόλουστο πρωινό Πέμπτης. Οι Γερμανοί δεν είχαν προλάβει ακόμα να εκκενώσουν την πόλη και ο λαός της πρωτεύουσας, από τις συνοικίες, τα εργοστάσια, τα σχολεία, τα υπουργεία, τα καταστήματα, άρχισε να ξεχύνεται στους δρόμους της Αθήνας ζητωκραυγάζοντας για την απελευθέρωσή του. Μια λαοθάλασσα πλημμυρίζει κυριολεκτικά την πλατεία Συντάγματος, την Πανεπιστημίου, στη Σταδίου, την Ακαδημίας, το Ζάππειο και την πλατεία Ομονοίας. Μέσα σε λίγες ώρες όλα είχαν σημαιοστολισθεί με γαλανόλευκες. Οι 1.264 ημέρες σκλαβιάς στο ναζισμό είχαν πια τελειώσει. Μέσα σε λίγη ώρα στην Ακρόπολη δεν κυμάτιζε πια η γερμανική σημαία με τη σβάστικα, αλλά η γαλανόλευκη.
Έξι ημέρες αργότερα από την αποχώρηση των Γερμανών, φθάνει από την Ιταλία ο επικεφαλής της κυβέρνησης, ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου και την 18 Οκτώβρη υψώνει και επίσημα τη σημαία στην Ακρόπολη.
Όμως δεν θ’ αργήσουν αν έρθουν τα δίσεκτα χρόνια….
Οι υποσχέσεις, όσο η Ελλάδα ήταν στο πεδίο των μαχών, ξεχάστηκαν και οι ενδείξεις της ελληνικής κατάρας, του εμφυλίου σπαραγμού, δυστυχώς, ήταν πλέον ορατές.

Παρ’ όλα αυτά, εκείνη η ηλιόλουστη Πέμπτη του 1944 δεν θα ξεχαστεί ποτέ.
Σε κείνους τους μαύρους χρόνους της ναζιστικής σκλαβιάς υπήρχε η ελπίδα. Η ελπίδα της ελευθερίας, της υπερηφάνειας, της αξιοπρέπειας…











Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Έντιθ Πιάφ-Ζωή σαν τριαντάφυλλο...!



Μια μοναδική φωνή, ένα αξεπέραστο ταλέντο…
Η Εντίθ Ζιοβανά Γκασσιόν  γεννήθηκε στο Παρίσι στις 19 Δεκεμβρίου του 1915 κάτω από μια λάμπα υγραερίου. Ο πατέρας της, Λουί Αλφόνς Γκασσιόν, ήταν ακροβάτης του δρόμου και η μητέρα της, Ανιτά Μεγιάρ, ήταν λυρική τραγουδίστρια, γνωστή με το ψευδώνυμο Line Marsa. Λίγες εβδομάδες μετά τη γέννησή της την εγκατέλειψε και η μικρή Εντίθ περνάει τα πρώτα χρόνια της ζωής της κοντά στη μητρική της γιαγιά. Ο πατέρας της, το 1917, που εργαζόταν ως ακροβάτης στο τσίρκο Ciotti, την πήγε στη δική του μητέρα, που ζούσε στο Μπερνέ της Νορμανδίας, και ήταν ιδιοκτήτρια ενός οίκου ανοχής. Το 1919 αρρωσταίνει από κάποια πάθηση στον εγκέφαλο και χάνει την όρασή της. Όμως, μετά δύο χρόνια θεραπεύεται χωρίς ιατρική βοήθεια και η όρασή της επανέρχεται. Ήταν εφτά χρονών, όταν ο πατέρας της άρχισε να την παίρνει μαζί του στις περιοδείες που έκανε με το τσίρκο. Η Εντίθ γυρνά όλη τη Γαλλία. Στα δέκα της άρχισε να τραγουδά στους δρόμους.

Στα 15 χρόνια, όταν ανακάλυψε την υπέροχη φωνή της, εγκαταλείπει τον πατέρα της και πάει στο Παρίσι, όπου και αρχίζει να τραγουδά στους δρόμους. Στα 17 της συναντά τον Λουί Νυυπόν, ζουν μαζί για ένα περίπου χρόνο και στις 11/2/1933 κάνουν ένα κοριτσάκι, τη Μαρσέλ, που στα 2 χρόνια του πεθαίνει από μηνηγγίτιδα. Εκείνη συνεχίζει να τραγουδά στους δρόμους της Πιγκάλ. Εκεί γνωρίζει τον Λουί Λεπλέ, διευθυντή του πιο κομψού καμπαρέ στα Ηλύσια Πεδία. Ο Λουί Λεπλέ μαγεύεται απ’ τη φωνή της και υπογράφει μαζί της συμβόλαιο, ενώ τη βαπτίζει “Mome Piaf”(μικρό σπουργιτάκι). Το 1935 της κάνει τον πρώτο της δίσκο. Όμως, μετά λίγο καιρό, ο Λουί Λεπλέ δολοφονείται και κατηγορείται ότι γνωρίζει τον δολοφόνο, αλλά δεν τον καταδίδει. Παρότι αθωώθηκε με την βοήθεια του νέου της συντρόφου, Ρεμόν Ασό, φεύγει να πάει να ζήσει στην επαρχία. Το 1937 επιστρέφει πίσω. Κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, η Εντίθ Πιάφ δίνει συναυλίες  για αιχμαλώτους πολέμου. Μέσα στα κέντρα κράτησης των αιχμαλώτων εισάγει πλαστές άδειες εργασίες και βοηθάει πολλούς Γάλλους να δραπετεύσουν. Εκεί γύρω στα 23 της χρόνια, μεγάλη πια προσωπικότητα, γυρνάει την πρώτη της ταινία που θριαμβεύει. Από κείνη τη στιγμή μια πετυχημένη καριέρα ξεκινάει καθώς και μια έντονη ζωή. Στα 30 της ερωτεύεται τον Ύβ Μοντάν και αναλαμβάνει να στήσει την καριέρα του. Στα τέλη του 1945 γράφει μόνη της την μεγάλη επιτυχία της La vie en rose, που περνά αδιάφορη στην αρχή. Σ’ όλη την καριέρα της έχει γράψει 80 τραγούδια περίπου.Μεγάλες δόξες γνωρίζει και στη Νέα Υόρκη. Εκεί ερωτεύεται τον βασιλιά του μπόξ, Μερσέλ Σερντάν και ζούν ένα μεγάλο ρομάντζο. Όμως ο ξαφνικός θάνατος του Σερντάν σε αεροπορικό δυστύχημα βυθίζει την Εντίφ Πιαφ σε κατάθλιψη. Ποτέ της δεν το ξεπερνά πραγματικά. Το 1951 έχει δύο σοβαρά τροχαία, ενώ μετά το δεύτερο οι γιατροί της δίνουν για καιρό μορφίνη, στην οποία όμως εθίζεται, γιατί την ανακατεύει μαζί με αλκοόλ.
Το 1952, παντρεμένη με τον τραγουδιστή Ζακ Πιλ, στην πεντηκοστή τουρνέ της στην Αμερική, σε κάποια ρεσιτάλ την συνοδεύει στο πιάνο ο νεαρός τότε Ζιλμπέρ Μπεκό. Παρότι εκείνη την εποχή ακολουθεί πολλές θεραπείες αποτοξίνωσης, οι ουσίες την έχουν καταβάλει.
Τα επόμενα δύο χρόνια μένει κλεισμένη σπίτι της σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, αλλά το 1955 μόλις μαθαίνει ότι πρόκειται να τραγουδήσει στο θέατρο Ολυμπιά, με μια αφάνταστη ενέργεια δίνει μια τέλεια παράσταση.Η παγκόσμια καταξίωση της έρχεται όταν κάνει μια τουρνέ στην Αμερική, ενώ ένας ακόμη μεγάλος έρωτας  έρχεται στη ζωή της, με τον τραγουδιστή και συνθέτη Ζώρζ Μουστακί, ο οποίος συνθέτει για κείνη το τραγούδι Milord.
Σε κάποιο κονσέρτο στη Στοκχόλμη καταρρέει πάνω στην πίστα. Η διάγνωση των γιατρών είναι ανίατος καρκίνος. Όμως, εκείνη δεν πτοείται και συνεχίζει να εμφανίζεται, κάνοντας περιοδείες, συνοδευόμενη από μια νοσοκόμα που της χορηγεί μορφίνη για τους πόνους.
Το καλοκαίρι του 1961 γνωρίζει τον, κατά πολύ νεότερό της,  Έλληνα Θεοφάνη Λαμπουκά, που τον βαπτίζει «Τεό Σαγαπό» και τον παντρεύεται. Εκείνο το καλοκαίρι βραβεύεται με το βραβείο της Ακαδημίας Charles Cros για το σύνολο της καριέρας της.
Στις 11 Οκτωβρίου του 1963 σβήνει στα 48 της χρόνια.